Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008

Η προσευχή ως μέσον διαπαιδαγωγήσεως των παιδιών


Tο θέμα της διαπαιδαγωγήσεως των παιδιών είναι πάντοτε επίκαιρο και σημαντικό, ιδιαίτερα στην ταραγμένη και εικονοκλαστική εποχή μας. Η πραγμάτευση, που θα επιχειρήσουμε, θα επισημάνει δυσκολίες και θα προτείνει τρόπους αντιμετωπίσεως. Ξεκινούμε με το περίφημο «χάσμα των γενεών», το οποίο σε κάποιο βαθμό πάντοτε υπήρχε, διότι «... σε ένα βαθμό οι διαφορές μεταξύ των ανθρώπων λόγω ηλικίας, χαρισμάτων, πείρας και πνευματικής καταστάσεως είναι φυσικές», όπως σημειώνει και ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος σε αξιόλογη παλαιότερη μελέτη του (1989) με θέμα «Σχέσεις γονέων και παιδιών»1. Σήμερα όμως, εποχή γενικοτέρας κρίσεως αξιών, θεσμών, ηγεσίας, προσώπων, διέρχονται και οι σχέσεις γονέων και παιδιών μία πολύπλευρη κρίση.

Για να ξεπερασθούν αυτές οι δυσκολίες και διαφορές χρειάζεται ψυχραιμία, σοβαρότητα και κυρίως αγάπη. Χρειάζεται επίσης ένα σταθερό πλαίσιο προσανατολισμού και κριτηρίων στη ζωή, κάτι που τόσο σπανίζει σήμερα, στην εποχή της μεγάλης συγχύσεως που ζούμε. Τι να μεταδώσουν οι γονείς στα παιδιά τους και πως να συνεννοηθούν μαζί τους όταν είναι οι ίδιοι μπερδεμένοι και χρειάζονται πρώτοι αυτοί βοήθεια;

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Το θέμα μας είναι «Η προσευχή ως βίωμα των γονέων και μέσον διαπαιδαγωγήσεως των παιδιών».

Τι είναι λοιπόν η προσευχή;

Ας δούμε τι λέγει γι? αυτόν ένας έμπειρος ασκητής, ένας άνθρωπος της προσευχής, ο ¶γιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, συγγραφεύς της «Κλίμακος» που έζησε και ασκήτεψε στο Σινά τον 6ον αιώνα, όπου διετέλεσε και ηγούμενος της ομωνύμου Μονής.«Η προσευχή, μας λέγει στον εικοστό όγδοο λόγο του βιβλίου του, που αναφέρεται στο θέμα αυτό, είναι ως προς την ποιότητά της ένωση του ανθρώπου με τον Θεό, και ως προς την ενέργειά της σύσταση και διατήρηση του κόσμου... γέφυρα που σώζει από τούς πειρασμούς, τοίχος που προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων (που εγείρει κατεπάνω μας ο διάβολος), ... εργασία που δεν τελειώνει, πηγή των αρετών, πρόξενος των χαρισμάτων, ... φωτισμός του νου, πέλεκυς που κτυπά την απόγνωση, απόδειξη της ελπίδος, διάλυση της λύπης, μείωση του θυμού, ...»2 .

Θα μπορούσαμε αναλύοντας αυτόν τον ορισμό να βγάλουμε πλούσιο υλικό για συζήτηση και χρήσιμα συμπεράσματα-διδάγματα για τον τρόπο διαπαιδαγωγήσεως των παιδιών μας.

Η προσευχή και μάλιστα η λεγομένη καρδιακή (το να προσευχόμαστε δηλαδή με την καρδιά μας, να το νοιώθουμε, να μην είναι η προσευχή μας ξερή και διανοητική), προϋποθέτει αγάπη και ενδιαφέρον γι? αυτόν που γίνεται (για τα παιδιά μας στη συγκεκριμένη περίπτωση) και εμπιστοσύνη ότι αυτός στον οποίο απευθυνόμαστε (ο Θεός) έχει την αγάπη και τη δύναμη να μας βοηθήσει.

Όταν μιλούμε για την προσευχή ως βίωμα των γονέων, εννοούμε οι γονείς να τη ζουν την προσευχή, να είναι άνθρωποι προσευχής, άνθρωποι του Θεού, άνθρωποι της Εκκλησίας, με πνευματικό πατέρα, με μυστηριακή ζωή, με πνευματική προσοχή στη ζωή τους.Όπως είναι γνωστό, η αποτελεσματικότερη αγωγή είναι αυτή που δίνεται όχι με πολλά λόγια, αλλά με το παράδειγμά μας. Όπως αναφέρει ο μακαριστός Γέρων Παΐσιος στις « Επιστολές»3 του: «Μακάριοι οι γονείς που δεν χρησιμοποιούν τη λέξη ''μη'' στα παιδιά τους, αλλά τα φρενάρουν από το κακό με την αγία ζωή τους, την οποία μιμούνται τα παιδιά και ακολουθούν τον Χριστό με πνευματική λεβεντιά χαρούμενα». Έτσι, όταν οι γονείς είναι άνθρωποι της προσευχής, βιώνουν την προσευχή, ζουν εν Χριστώ και συνεπώς ζει μέσα τους ο Χριστός, μπορούν και να μεταδώσουν τον Χριστό στα παιδιά τους. Αλλιώς, μόνο με τα λόγια χωρίς το ζωντανό παράδειγμα, λίγα πράγματα μπορούν να κατορθώσουν. Διαβάζουμε στις «Διδαχές»4 του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού « Ένα δέντρο, ωσάν το κόψεις, ευθύς ξεραίνονται τα κλαριά, αμή ωσάν ποτίζεις την ρίζαν, στέκονται δροσερά τα κλωνάρια. Ομοίως είστενε και οι γονείς ωσάν το δέντρο και όταν ποτίζεται ο πατέρας και η μητέρα, όπου είστενε η ρίζα των παιδιών με νηστείες, προσευχές, ελεημοσύνες, με καλά έργα, φυλάγει ο Θεός τα παιδιά σας. Όταν ξεραίνεστε οι γονείς με τις αμαρτίες, θανατώνει ο Θεός τα παιδιά σας (σημ. δική μας: εννοεί ότι ξεραίνονται σιγά σιγά και τα παιδιά πνευματικά) και σας βάζει εις την κόλασιν μαζί τους».

Πραγματικοί γονείς λοιπόν, είναι όχι αυτοί που απλώς γεννούν, αλλ? αυτοί που -κυρίως- ανατρέφουν σωστά. Οι γονείς αυτοί έχουν σαφή προσανατολισμό στη ζωή τους. Γνωρίζουν τι θέλουν και ποιο δρόμο να ακολουθήσουν για να το πετύχουν. Έχουν ορθόδοξες προϋποθέσεις και κριτήρια. Γνωρίζουν ότι ο σκοπός που ήρθαμε στον κόσμο είναι να γίνουμε θεοί κατά χάριν, και αυτό επιτυγχάνεται με τον τρόπο που ορίζει η ορθόδοξη πατερική μας παράδοση της καθάρσεως της καρδιάς από τα πάθη, του φωτισμού του νοός από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και της θεώσεως. Όταν λοιπόν οι γονείς βλέπουν το παιδί τους -όπως και κάθε άνθρωπον- «ως Θεόν κεκελευσμένον» (προσκεκλημένον να γίνει Θεός), καθώς λέγει ο Μέγας Βασίλειος, τότε όλα μπαίνουν στη σωστή τους θέση και αποκτούν το πραγματικό τους νόημα.

Όσον αφορά στα παιδιά τώρα, πρέπει να κάνουμε τις απαραίτητες διαφοροποιήσεις. Αλλιώς θα μιλήσουμε σ? ένα παιδί προσχολικής ηλικίας κι αλλιώς σ? έναν έφηβο. Η διαφορά είναι τεράστια.

Επίσης πρέπει να έχουμε πάντα υπ? όψιν μας ότι οι ανθρώπινοι χαρακτήρες έχουν μία διαβάθμιση από το βαμβάκι μέχρι το σίδερο, αν θέλουμε να μιλήσουμε μεταφορικά. Τόσο πολύ μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους. Και αυτό βέβαια ισχύει και για τα παιδιά.Έτσι, το να βλέπουν οι γονείς κάθε παιδί υποστατικά, δηλαδή, ως ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο πρόσωπο, μέσα στη δική του κατάσταση και στην ιδιαιτερότητά του, είναι πολύ σπουδαίο. Ακούστε τι γράφει παιδί του Δημοτικού σε γράμμα που ζητήθηκε να γράψουν τα παιδιά προς τον πατέρα τους στα πλαίσια έρευνας που έγινε σε Δημοτικά Σχολεία: «Σταμάτα πια να με συγκρίνεις με τα αδέλφια μου η με του γείτονα το παιδί. Δεν ξέρεις πως το κάθε παιδί είναι ο εαυτός του;»5 .

Και τα μεγάλα όμως παιδιά, ευχής έργο θα ήταν να μπορούσαν να βλέπουν τούς γονείς τους υποστατικά, ως πρόσωπα δηλαδή, μοναδικά και ανεπανάληπτα. Αυτό όμως είναι κάτι που προϋποθέτει ωριμοτητα και αγάπη. Το να μπει κανείς στη θέση του άλλου είναι πολύ σημαντικό και χρήσιμο. Μας βοηθά να καταλάβουμε τον άλλο και να ξεπεράσουμε δυσκολίες -από μικροπαρεξηγήσεις μέχρι σοβαρότερα προβλήματα. Δυστυχώς όμως, όπως έλεγε ο μακαριστός Γέρων Παΐσιος, αντί να μπούμε δια της αγάπης στη θέση του άλλου για να τον καταλάβουμε, συνήθως προσπαθούμε να πάρουμε («να φάμε») τη θέση του άλλου.

Ο γονεύς, πατέρας η μητέρα, που είναι άνθρωπος της προσευχής, αγωνίζεται πρώτα στον εαυτό του να κόβει τα πάθη του και τις αμαρτωλές επιθυμίες, αλλά και αυτό το «ίδιον θέλημα». Έτσι σιγά-σιγά, βαδίζοντας την οδό της καθάρσεως, από τα πάθη όπως την ονομάζουν οι ¶γιοι Πατέρες, φθάνει από εμπαθής λίγο η πολύ που ξεκίνησε, να γίνει ολιγοπαθής, χαλιναγωγώντας τα πάθη, τα οποία πλέον δεν τον εξουσιάζουν, και βαδίζει και προς την κατάσταση της απαθείας, την κατάσταση του φωτισμού, οπότε γίνεται δοχείο της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, νεκρώνοντας τα πάθη και μετασχηματίζοντας την εμπαθή-ιδιοτελή αγάπη σε αγάπη η οποία «ου ζητεί τα εαυτής» (Α? Κορ. 13, 5).

Ένας τέτοιος άνθρωπος προσευχής, αγωνιζόμενος τον καλόν αγώνα της αρετής, είναι σε θέση, με τη βοήθεια του Θεού, να παράσχει πραγματική αγωγή στα παιδιά του, δηλαδή όπως το δηλώνει και η λέξη να τα «αγάγη», να τα οδηγήσει σ? ένα δρόμο που και ο ίδιος τον βάδισε και τον βαδίζει.

Ένας τέτοιος άνθρωπος σιγά-σιγά στολίζεται με τα ποικίλα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος (βλ. Γαλ. 5, 22) με κορυφαία την αγάπη και την ταπείνωση.

Βλέπει τον άλλο ως πρόσωπο. Σέβεται την ελευθερία του. Γράφει ο Σεβασμιώτατος Ναυπάκτου στη μελέτη του με τίτλο «Σχέσεις γονέων και παιδιών»: «... η σχέση μας με τα παιδιά πρέπει να διακρίνεται από την αγάπη και την ελευθερία, και μάλιστα αυτά πρέπει να πηγαίνουν και να εκφράζονται μαζί: Η αγάπη να εκφράζεται ως ελευθερία και η ελευθερία να εκφράζεται ως αγάπη. Μια αγάπη χωρίς τον σεβασμό της ελευθερίας είναι δικτατορία, και μία ελευθερία χωρίς να υπάρχει πραγματική αγάπη είναι αναρχία» (ενθ? αν., σ. 282). Και παρακάτω: «Συνήθως οι γονείς δικαιολογούν κάθε ενέργειά τους με το ότι αγαπούν τα παιδιά. Βέβαια το θέμα της αγάπης είναι πάρα πολύ μεγάλο και, όπως λένε οι ¶γιοι Πατέρες, η αγάπη στην πραγματικότητα είναι καρπός απαθείας, δηλαδή προϋποθέτει την καθαρότητα της καρδιάς» (ενθ? αν., σ. 283). Και λίγο παρακάτω: « Επίσης, συνήθως τα παιδιά δικαιολογούν κάθε ενέργειά τους λέγοντας ότι είναι ελεύθερα να κάνουν ο,τι θέλουν, ότι είναι ελεύθερες προσωπικότητες. Έτσι δεν μπορούν λέει να δεχθούν καθοδήγηση εκ μέρους των γονέων τους. Αλλά ελευθερία δεν σημαίνει κάνω ο,τι θέλω. Δεν είναι απλώς μία ελεύθερη επιλογή. Η πραγματική ελευθερία εκφράζεται ως αγάπη» (ενθ? αν., σ. 283).

Ο ταπεινός άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του χειρότερο από όλους. Δεν είναι εύκολος κριτής των σφαλμάτων των άλλων και αν θα χρειαστεί να ελέγξει στην περίπτωση της αγωγής, θα το κάνει με σκοπό να οικοδομήσει, όχι να πληγώσει τον άλλον η να προβάλει και να δικαιώσει το εγώ του. «Παιδεύσει με δίκαιος εν ελέει και ελέγξει με» καθώς λέγει η Γραφή. Ο δίκαιος, ο άνθρωπος του Θεού δηλαδή, παιδαγωγεί και ελέγχει όταν χρειάζεται, αλλά με έλεος, με αγάπη, πατρικά, για το καλό μας. Και τον έλεγχο αυτόν τον δεχόμαστε, γιατί η καρδιά πληροφορείται εσωτερικά ότι αυτό γίνεται από αγάπη.

Ο άνθρωπος της αγάπης και της ταπεινώσεως ξέρει να συγχωρεί. Και αυτή η συγχώρηση είναι απαραίτητη για την συγ-χώρηση με την ετυμολογική και αρχαία σημασία της λέξεως. Συγ-χώρηση πάει να πει εν αγάπη αλληλοπεριχώρηση. Πόσο αλήθεια ωφέλιμη και παιδαγωγικά σωστή είναι η ευλογημένη συνήθεια πολλών χριστιανικών οικογενειών να διαβάζουν όλοι μαζί στο τέλος της ημέρας το Απόδειπνο, το οποίο τελειώνει με μια εδαφιαία μετάνοια και αίτηση από καρδίας συγχωρήσεως από τούς άλλους και παροχής συγχωρήσεως από τη δική μας πλευρά. Έτσι η ημέρα κλείνει χωρίς κρατούμενα για την επομένη.

Ο άνθρωπος της προσευχής έχει υπομονή. Μεγάλη υπόθεση αυτό για την εποχή μας τη γεμάτη άγχος και βιασύνη.

Ο άνθρωπος του Θεού ξέρει να ακούει τον άλλο. Κι αυτό δυστυχώς μας λείπει πολύ. Διαλεγόμεθα συνήθως μονολογούντες εκ παραλλήλου.

Ακούστε τι λέγει μαθητής του Δημοτικού σε έρευνα που έγινε για το πως βλέπουν τα παιδιά τούς γονείς τους και τι θέλουν απ? αυτούς: «Θα ήθελα από τούς γονείς μου να διαθέτουν κάθε μέρα η τουλάχιστον μέρα παρά μέρα μια ώρα για να συζητώ μαζί τους τα προβλήματά μου. Έτσι θα μπορώ να τούς λέω τα προβλήματά μου και να μου δίνουν μία σωστή λύση» (στο ωραίο βιβλίο του Ιωάννου Γεωργούλα «Γράμματα σ? έναν πατέρα» σ. 321).

Ο άνθρωπος της προσευχής δεν οργίζεται εύκολα· είναι πράος και ειρηνικός. Ξέρει να μακροθυμεί. Ο άνθρωπος αυτός είναι χαρούμενος. Δεν έρχεται στο σπίτι κατσούφης -κάτι που είναι μεταδοτικό.

Ο άνθρωπος του Θεού έχει πίστη, δηλαδή εμπιστοσύνη στον Θεό και όχι στις δικές του μόνο δυνάμεις. Θεέ μου, λέγει, τα παιδιά δικά σου είναι. Εσύ μου τα εμπιστεύθηκες. Βοήθησέ με λοιπόν να τα διαπαιδαγωγήσω σωστά. Φώτισε κι? αυτά κι? εμάς τούς γονείς τους. Και σε ακραίες περιπτώσεις προβληματικής διαγωγής των παιδιών, αντί να απελπιστεί -καρπός της υπερηφανείας η απελπισία και η απόγνωση κατά τούς Αγίους Πατέρας- αυτός, επειδή είναι ταπεινός, δεν διστάζει να πει «Θεέ μου, εγώ απέτυχα ως πατέρας· Εσύ τώρα σώσε τα παιδιά μου». Όπως έλεγε ο μακαριστός Γέρων Παΐσιος, «όταν εμείς αναθέτουμε τα πάντα σ? Αυτόν, ο Θεός υποχρεώνεται (μιλούμε ανθρωποπαθώς) να μας βοηθήσει».

Βέβαια εμείς πρέπει να κάνουμε ανθρωπίνως αυτό που πρέπει· και θα έχουμε ευθύνη, αν παραλείψουμε να το κάνουμε. Αλλά να μη νομίζουμε ότι εμείς με τις ικανότητές μας θα σώσουμε την κατάσταση. «Ας αφήσουμε να κάνει κάτι κι ο Θεός», όπως έλεγε πάλι ο μακαριστός Γέροντας, δηλαδή, ας μην έχουμε μόνο στον εαυτό μας την ελπίδα.

Ο ώριμος πνευματικά γονεύς, ο άνθρωπος του Θεού, ο άνθρωπος της προσευχής, δεν είναι εγωκεντρικός, καταπιεστικός, υπερπροστατευτικός. Έχει κατανοήσει ότι τα παιδιά δεν είναι ιδιοκτησία μας· δεν μας ανήκουν· δεν τα δημιουργήσαμε μόνοι μας· είμαστε συνδημιουργοί τους με τον Θεό. Εκείνος έβαλε την ψυχή, εμείς το σώμα.

Δυστυχώς, η αγωγή που παίρνει συνήθως το παιδί, από την κούνια του ακόμη, είναι τέτοια, ώστε η πρώτη λέξη που μαθαίνει είναι η προσωπική αντωνυμία Εγώ και μάλιστα με κεφαλαίο το Έψιλον.

«Τι καλό παιδί που έχω εγώ» η «έχω το καλύτερο παιδί του κόσμου», ακούμε να λέει συνήθως η μητέρα στο παιδί, ενώ ακόμη είναι στην κούνια. Και η εσφαλμένη αυτή παιδαγωγική, που γεμίζει το παιδί εγωισμό, συνεχίζεται και γεμίζει όλους άγχος. «Να γίνεις πρώτος να σε καμαρώνουμε», είναι μια έκφραση που δηλώνει αυτό το πνεύμα.

Όταν όμως ο πρώτος στόχος είναι ο αγιασμός, τότε και οι υπόλοιποι στόχοι μπορούν να αξιολογηθούν και να ιεραρχηθούν σωστά.

Ο ώριμος γονεύς φροντίζει να μη δίνει υποσχέσεις που δεν θα τις τηρήσει. Παρατηρεί ένας μαθητής, στην έρευνα που αναφέραμε νωρίτερα, απευθυνόμενος στους γονείς του: «Μη μου δίνετε επιπόλαιες υποσχέσεις. Νιώθω πολύ περιφρονημένος όταν δεν τις κρατάτε» ( Ιω. Γεωργούλα, ενθ. αν.).Ο ώριμος γονεύς έχει διάκριση (την «μείζονα πασών των αρετών» κατά τον ¶γιο Ισαάκ τον Σύρο), δεν είναι μικρολόγος η μίζερος, δεν γίνεται φορτικός, έχει αρχοντική αγάπη για να θυμηθούμε πάλι τον Γέροντα Παΐσιο. «Καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν» διαβάζουμε στον « Εκκλησιαστή» (γ? 7-8) ένα από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. «Μη μου κάνετε συνεχώς παρατηρήσεις» γράφει ένας μαθητής Δημοτικού στην έρευνα που προαναφέραμε. Γράφει σχετικώς ο Αββάς Δωρόθεος στα «Ασκητικά Έργα»6 του αναφερόμενος στις σχέσεις γέροντος-υποτακτικών, αλλ? αυτά ισχύουν και για τις σχέσεις γονέων-παιδιών: «Να μην επιμένεις στα μικρά σφάλματα, σαν ακριβοδίκαιος κριτής και να μην ελέγχεις συνεχώς, διότι τούτο είναι φορτικό και με το συνήθισμα στον έλεγχο οδηγεί σε αναισθησία και καταφρόνηση». Επίσης «Να μη διατάσσεις αυταρχικώς, αλλά να συζητείς ταπεινώς το θέμα... διότι ο τρόπος αυτός γίνεται προτρεπτικός και πείθει περισσότερο και αναπαύει τον πλησίον».

Ο άνθρωπος του Θεού, ο άνθρωπος της προσευχής, δεν μιλά μόνον για τον Θεό στα παιδιά, αλλά -κυρίως- μιλά στον Θεό για τα παιδιά. Γι? αυτόν η προσευχή δεν είναι κούραση αλλά ξεκούραση («τοίχος που προστατεύει από τις θλίψεις, πέλεκυς που κτυπά την απόγνωση, διάλυση της λύπης», καθώς είδαμε στον ορισμό που δίνει ο ¶γιος Ιωάννης της Κλίμακος). Γι? αυτό και καταλαβαίνει ότι το μεγαλύτερο βάρος του αγώνος πρέπει να δοθεί στην προσευχή, η οποία όμως δεν θα περιορίζεται μόνο στα λόγια.

Όταν οι γονείς είναι άνθρωποι του Θεού, θα έχουν «κοινή γραμμή» στο θέμα της αγωγής των παιδιών, κάτι πολύ σημαντικό. Θα έχουν επίσης, κατά προτίμηση, τον ίδιο πνευματικό και θα προσπαθήσουν με το παράδειγμά τους να εισαγάγουν τα παιδιά στην λειτουργική και μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας μας και να τα κάνουν να την αγαπήσουν.

Αλλά και το παιδί από την πλευρά του ωριμαζοντας θα πρέπει να καταλάβει ότι «Δεν πρέπει να έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στην καρδιά του (στα συναισθήματά του) και στην κρίση του, να επιδιώκει να δέχεται τις συμβουλές από τούς μεγαλυτέρους του, να μη γίνεται εξεταστής των έργων, γιατί πολλές φορές αποδεικνύεται πεπλανημένος εξεταστής, να υποτάσσεται με ελευθερία και ευχαρίστηση, να αγωνίζεται για να περικόπτει το θέλημά του, να υπομένει ατάραχα ο,τι του συμβαίνει...». Αυτά λέγει ο Αββάς Δωρόθεος περιγράφοντας τα καθήκοντα του υποτακτικού και εδώ συγκεκριμένα του παιδιού προς τούς γονείς του.

Πάντως πρέπει να καταλάβουμε ότι οι νέοι «δεν ζητούν απλώς έναν κόσμο όπου θα υπάρχη πληθώρα οικονομικών αγαθών αλλά κυρίως έναν κόσμο χωρίς ανία» (Μητρ. Ναυπάκτου, ενθ? ανωτ. σ. 280). Και η ανία, η πλήξη δημιουργείται από την μη εύρεση νοήματος ζωής. Οι νέοι με πνευματικές ανησυχίες ψάχνουν για απάντηση στα λεγόμενα υπαρξιακά ερωτήματα: Ποιός είμαι; Από που έρχομαι; Που πηγαίνω; Υπάρχει ζωή μετά θάνατον; Ποιός είναι ο σκοπός της υπάρξεώς μου; Η σημερινή κοινωνία με την κρίση που τη μαστίζει δεν βοηθά τούς νέους να δώσουν απαντήσεις σ? αυτά τα ερωτήματα. Οι έγκυρες και δοκιμασμένες απαντήσεις της Εκκλησίας περιφρονούνται συνήθως, είτε από άγνοια, είτε από προκατάληψη και οπωσδήποτε και επειδή ο εχθρός της σωτηρίας μας διάβολος ωθεί τούς ανθρώπους να ασχολούνται και να διαβάζουν ένα σωρό πράγματα, εκτός από αυτά που θα συντελέσουν στη σωτηρία τους. Αντιθέτως, προβάλλονται οι απαντήσεις των αιρέσεων και της παραθρησκείας που οδηγούν σε φοβερά αδιέξοδα, όπως π.χ. η πλάνη της μετενσαρκώσεως και τα μηνύματα της «Νέας Εποχής» για μια ζωή με σεξ, βία και μαγεία.Όπως διαβάζουμε στο βιβλίο του αμερικανού ψυχιάτρου Victor Frankl, ιδρυτού της λεγομένης λογοθεραπευτικής ψυχιατρικής: «Το Παναμερικανικό Εκπαιδευτικό Συμβούλιο έκαμε έρευνα (σφυγμομέτρηση) σε 171.500 φοιτητές. Το 68,1% απάντησαν ότι ο υψηλότερος σκοπός της ζωής τους είναι να βρουν μία φιλοσοφία για τη ζωή που να έχει νόημα.

Μια άλλη στατιστική επισκόπηση που έκανε το Πανεπιστήμιο Χόπκινς υπό την αιγίδα του Εθνικού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας ανάμεσα στους φοιτητές του είχε τα εξής αποτελέσματα: Ένα 16% απάντησε: Θέλω να κάνω χρήματα. Ένα 78% εδήλωσαν ότι ο στόχος της ζωής του είναι να βρουν ένα σκοπό και ένα νόημα στη ζωή τους».

Κάτι ανάλογο εκφράζει και ένα φυλλάδιο που έπεσε στα χέρια μου και σας το διαβάζω: «Μην καταπιέζετε τα παιδιά σας. Σκεφθείτε ότι έχουν δίκιο. Μεγαλώνουν σ? έναν κόσμο απάνθρωπο.

Εσείς μεγαλώσατε σ' έναν κόσμο όπου τα είχατε όλα. Είχατε και πείνα και ανέχεια και δυστυχία και φτώχεια, επομένως, μπορούσατε να ελπίζετε.

Σήμερα τα παιδιά σας δεν έχουν τίποτε. Σε τι να ελπίσουν, όταν έχουν προ πολλού και του πουλιού το γάλα, χάμπουργκερ και χρήματα και έγχρωμη τηλεόραση και μηχανάκια και ωραία ρούχα; Είναι τα φτωχά μπουχτισμένα. Λυπηθείτε τα».

Αυτά τα μπουχτισμένα από τον καταναλωτισμό και την ανία παιδιά, που είναι εύκολα θύματα των ναρκωτικών και των ψυχοναρκωτικών, δηλαδή των συγχρόνων αιρέσεων, εμείς καλούμεθα να τα οδηγήσουμε, κυρίως με το παράδειγμά μας, στον Χριστό. Το έργο δεν είναι εύκολο. Αλλά η Χάρις του Θεού έχει τη δύναμη να μεταμορφώνει τούς ανθρώπους, εκεί που ανθρωπίνως φαίνεται ότι δεν γίνεται τίποτε.

Και για να κλείσουμε, θα αναφέρω κάποιες ευγενείς επιθυμίες που θα μπορούσαν να αποτελούν αιτήματα προσευχής γονέων προς τον Θεό για τα παιδιά τους. Την επιλογή έκανα από το βιβλίο «Γράμματα σ? έναν πατέρα», το οποίο ήδη αρκετές φορές εμνημόνευσα.

«Κύριε, κάνε μας καλύτερους γονείς.

Δίδαξε μας να καταλαβαίνουμε τα παιδιά μας.

Να ακούμε υπομονετικά ο,τι έχουν να μας πουν και να απαντάμε ευγενικά, όταν μας ρωτούν.

Προφύλαξέ μας από τον κίνδυνο να φερόμαστε απότομα.

Βοήθησέ μας να μην πληγώνουμε τα αισθήματά τους, να μην τραυματίζουμε τη φιλοτιμία τους, να μην τα τιμωρούμε σε ώρες εξάψεως και θυμού.

Φώτισε μας να τα νουθετούμε με ηρεμία και πραότητα και σε κάθε στιγμή να τα εμπνέουμε με το παράδειγμά μας.

Κάνε μας να παραβλέπουμε τα μικρά και ασήμαντα σφάλματα των παιδιών μας και βοήθησέ μας να κοιτάζουμε τα προτερήματά τους και τα καλά έργα που κάνουν.

Δώσε μας την κατάλληλη λέξη για έναν δίκαιο έπαινο.

Βοήθησέ μας να τα συμπαραστεκόμαστε, να τα φερόμαστε όπως ταιριάζει στην ηλικία τους και να μην έχουμε υπερβολικές απαιτήσεις από αυτά.

Να τα βοηθάμε στην πραγμάτωση όλων των καλών τους επιθυμιών.

Κάνε μας καλούς και δίκαιους, συνετούς και κοινωνικούς.

Κάνε μας να είμαστε αγαπητοί και να τα προσφέρουμε ένα αληθινό χριστιανικό παράδειγμα.

Κάνε τέλος με τη ζωή μας και όλες τις εκδηλώσεις μας, να τα δείχνουμε τον δρόμο που οδηγεί σε ΣΕΝΑ».

Αμήν.

Βιβλιογραφία

1. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, κ. Ιεροθέου, «Ορθόδοξος και δυτικός τρόπος ζωής», Ανατολικά, τόμος β?, σ. 288)

2. Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, «Κλίμαξ», μετάφραση Ιερά Μονή Παρακλήτου

3. Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, « Επιστολές», έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσσαλονίκης, σ. 232, 11ον

4. Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, «Διδαχές»

5. Ιωάννου Γεωργούλα, «Γράμματα σ? έναν πατέρα», Θεσσαλονίκη, 1993, σ. 341

6. Αββά Δωροθέου, « Ασκητικά Έργα», εκδόσεις « Ετοιμασία» Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 1983

* Πρόκειται για ομιλία που εκφωνήθηκε το 1999 στο «Σεμινάριο Ορθοδόξου Πίστεως», του οποίου εμπνευστής ήταν ο μακαριστός π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος και το οποίο εξακολουθεί και σήμερα να λειτουργεί στο προάστιο της Αγίας Παρασκευής Αττικής

Γράφει: ο Μοναχός Αρσένιος Βλιαγκόφτη, Δρ Θ.-Πτ. Φ

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2008

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Η ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΕΤΣΙ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΙΔΑΝΕ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΟ ΚΑΪΡΟ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ ΕΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΤΡΟΥΛΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟΣ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ.

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2008

* Mακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος


Ο Mακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος (κατά κόσμον Ιωάννης Λιάπης), γεννήθηκε στα Οινόφυτα Βοιωτίας το 1938. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής (Τμήμα Αρχαιολογίας) και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διετέλεσε υπότροφος του Ι.Κ.Υ. (1ος σε πανελλαδική κλίμακα) στις βυζαντινές σπουδές. Μετέβη για μεταπτυχιακές σπουδές στο Gratz Αυστρίας και στο Regensburg και το Μόναχο της Γερμανίας.

Εργάσθηκε ως πανεπιστημιακός βοηθός στην Αρχαιολογική Εταιρεία στην Αθήνα δίπλα στον Ορλάνδο και ως φιλόλογος στη Λεόντειο Σχολή της Νέας Σμύρνης, στο 9ο Νυκτερινό Γυμνάσιο Αθηνών, καθώς και στο Γυμνάσιο της Αυλώνος. Εγκατέλειψε την πανεπιστημιακή του καριέρα μετά την ένταξή του στον ιερό κλήρο.

Υπηρέτησε ως Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών & Λεβαδείας (1967-1978), ως Ηγούμενος των Ιερών Μονών Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σαγματά (1971-1977) και του Οσίου Λουκά (1977-1981), ως Γραμματεύς και κατόπιν Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (1978-1981). Το 1981 εξελέγη παμψηφεί Μητροπολίτης Θηβών & Λεβαδείας. Συμμετείχε στις Επιτροπές Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως, Εκκλησιαστικής Περιουσίας, Σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας, Υποτροφιών και εργάστηκε ως Αντιπρόεδρος του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος. Υπήρξε μέλος μεικτών επιτροπών Πολιτείας και Εκκλησίας για την μελέτη θεμάτων για την μοναστηριακή περιουσία (1986-1998) και την εκκλησιαστική εκπαίδευση (1986-1998) και Πρόεδρος της επιτροπής Διαλόγου Κοινωνίας-Εκκλησίας (2005-2007).

Η συντριπτική πλειοψηφία των κληρικών της Μητροπόλεώς του (82 στους 110) είναι πτυχιούχοι θεολογίας η διαθέτουν παράλληλα και δεύτερο πτυχίο (φιλόλογοι, αρχιτέκτονες, ιατροί, γεωπόνοι, παλαιογράφοι, καθηγητές πληροφορικής, διδάσκαλοι, οικονομικών επιστημών κ.α). Σε αυτούς συγκαταλέγονται ένας τακτικός καθηγητής της θεολογίας, ένας λέκτορας της θεολογίας, τρεις διδάκτορες και πέντε μεταπτυχιακοί υποψήφιοι διδάκτορες, με αποτέλεσμα να είναι η πρώτη Μητρόπολη στην Εκκλησία της Ελλάδος που διαθέτει κληρικούς με τόσο υψηλό μορφωτικό επίπεδο.

Με την ανύστακτη φροντίδα του και το ενδιαφέρον του αναπαλαιώθηκαν, επανδρώθηκαν και λειτουργούν έξι ανδρικές Ιερές Μονές (σύνολο Μοναχών 45) και δεκαεπτά γυναικείες (σύνολο Μοναχών 110). Ανάμεσα στις Μονές αυτές συγκαταλέγονται οι ιστορικές Μονές του Οσίου Λουκά, Σαγματά, Οσίου Σεραφείμ, Μακαριωτίσσης, Ευαγγελιστρίας, και Ιερουσαλήμ.

Στο συγγραφικό του έργο συγκαταλέγονται πολλά άρθρα, μελέτες και βιβλία θεολογικού, κοινωνικού και ιστορικού περιεχομένου, εκ των οποίων αυτό με τον τίτλο «Μεσσαιωνικά Μνημεία της Ευβοίας» βραβεύθηκε το 1970 με πρώτο βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών. Το 2006 εξεδόθη ο πρώτος από τους τρεις τόμους έργου του με τον τίτλο «Χριστιανική Βοιωτία».

Στο κοινωνικό του έργο ξεχωρίζουν η δημιουργία: οικοτροφείων, ορφανο-τροφείου με μορφή ανάδοχης οικογένειας (Θήβα), Στέγες Ηλικιωμένων (Θήβα, Λιβαδειά), Κέντρου Επανένταξης Ψυχικώς Πασχόντων (Λιβαδειά), του Εκπαιδευτηρίου Δημιουργικής Απασχόλησης Παίδων με Ειδικές Ανάγκες σε συνεργασία με άλλους φορείς του Νομού (Λιβαδειά), του Κέντρου Πρόληψης για τα ναρκωτικά (Λιβαδειά), Συσσίτια Απόρων συμπεριλαμβανομένων και οικονομικών μεταναστών (Θήβα), Συμβουλευτικούς Σταθμούς (Θήβα), Κέντρο Ιστορικών και Αρχαιολογικών Ερευνών (Ζάλτσα-Ιερά Μονή Λυκούρεση), ενώ ως πρώην εκπαιδευτικός έχει αναπτύξει μία ιδιαίτερη σχέση με την εκπαιδευτική κοινότητα της Βοιωτίας.

Στην Μητρόπολή του φρόντισε περαιτέρω για την δημιουργία και λειτουργία ενοριακών πνευματικών κέντρων, κέντρων νεότητας στις περισσότερες των ενοριών της Μητροπόλεώς του καθώς και προτύπων κατασκηνωτικών εγκαταστάσεων στο Παρνασσό. Με πρωτοβουλία του ιδρύθηκε και λειτουργεί το Κέντρο Ερευνών της Ιστορίας και του Πολιτισμού της Βοιωτίας, το οποίο συνεργάζεται με τα Πανεπιστήμια του Durham, Cambridge.

Στο Συνεδριακό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως στην Αλίαρτο Βοιωτίας, κοντά στην Ιερά Μονή Ευαγγελιστρίας, διεξάγονται κατά καιρούς διάφορα συνέδρια. Έχει ξεκινήσει συνεργασία με το τμήμα Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου ήδη έχουν υλοποιηθεί τρεις κύκλοι μεταπτυχιακών σπουδών σχετικά με το περιβάλλον, γίνεται προσπάθεια να δημιουργηθεί Ερευνητικό Κέντρο για το περιβάλλον στην υπο ανακαίνηση Ιερά Μονή Ταξιαρχών (Δομβραίνα).

Πρωτοστάτησε για την δημιουργία –στην γενέτειρά του, στα Οινόφυτα- του Κέντρου Ευαισθητοποιήσεως Πληθυσμού σε θέματα περιβάλλοντος και οικονομικών μεταναστών.

Οι αγώνες του και η συνεχής επαγρύπνησή του είχαν ως αποτέλεσμα: α) την ματαίωση των σχεδίων των μαρτύρων του Ιεχωβά για την λειτουργία διεθνούς χιλιαστικού κέντρου στην επαρχία του και β) την αξιοποίηση των εγκαταστάσεών του για τη λειτουργία Εθνικού Κέντρου Απεξάρτησης.

Για την συμβολή του στο φιλανθρωπικό έργο της Μητροπόλεώς του που σχετίζεται με την υγεία τιμήθηκε από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Κραϊόβας στη Ρουμανία με την απονομή του τίτλου του επιτίμου Διδάκτορα του εκεί Πανεπιστημίου. Επίσης είναι Πρόεδρος της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας (ΕΛΙΚΑΡ).

Στις 7/02/2008 εξελέγην Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος.

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2008

* ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ (1904-8)


ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ (1904-8)


ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΩΝ ΑΘΗΝΑΣ

Έτος Ιδρύσεως 1957 ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ και Μακεδονομάχοι

Ο διμέτωπος αγώνας των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων και των Βούλγαρων, γιά την Απελευθέρωση της Μακεδονίας και την Ένωσή της με την υπόλοιπη Ελλάδα.

Ο Αγώνας της Ελληνικής Ανεξαρτησίας του 1821, άφησε τη Μακεδονία, όπως εξ' άλλου και άλλα μέρη της Ελλάδας (Δωδεκάννησα, Επτάνησα, Ήπειρος, Θεσσαλία, Θράκη, Κρήτη, Κύπρος, Νήσοι Ανατολικού Αιγαίου κ.α.), έξω από τα σύνορα του Ελληνικού Κράτους. Όμως οι Μακεδόνες ποτέ δεν έπαψαν να προσδοκούν την Απελευθέρωση της Μακεδονίας και την Ένωσή της με την υπόλοιπη ελεύθερη Ελλάδα.

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, οι επαναστάσεις στην Μακεδονία διαδέχονται η μια την άλλη. Όμως, δυστυχώς, καμία τους δεν τελεσφόρησε.

Κατά τη διάρκεια του Τουρκο - Αιγυπτιακού Πολέμου (1839 - 1856) εκδηλώνονται νέα επαναστατικά κινήματα στη Μακεδονία.

Με κλονιζόμενη την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια, η Μακεδονία έγινε το "Μήλον της Έριδος" μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Ενδιαφέρον ιδιαίτερο - εκείνη την εποχή - είχε η Ρωσία με την επιθυμία της να βγει στη Μεσόγειο Θάλασσα και έτσι, να θέσει υπό την κηδεμονία της, την επίμαχο αυτή περιοχή της Χερσονήσου του Αίμου. Ήδη από την εποχή του Ιβάν Γ' του Μεγάλου, Τσάρου της Ρωσίας (1438 - 1505), ο οποίος με τον γάμο του με την Σοφία Παλαιολογίνα, το 1472, συγγένεψε με την τελευταία Βυζαντινή Δυναστεία και έλαβε ως έμβλημά του τον δικέφαλο αετό, η Ρωσία εξεγείροντας διαρκώς τους ομόδοξους Έλληνες, επεδίωκε να γίνει ο φυσικός ... κληρονόμος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας! Μετά όμως τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις των προσδοκιών των υπόδουλων Ελλήνων από την Ρωσία και την έναρξη του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας το 1821, ξέφυγε η Ελλάδα από την σφαίρα επιρροής της και η Ρωσία εστίασε τις προσπάθειές της στην αφύπνιση του σλαβικού στοιχείου στην ευρύτερη περιοχή της Χερσονήσου του Αίμου.

Το 1848 λαμβάνει χώρα το Α' Πανσλαβικό Συνέδριο.

Για τα επόμενα σαράντα περίπου χρόνια, έως την έναρξη του ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ, το 1904, ο πληθυσμός της Μακεδονίας αγωνίσθηκε μόνος και αβοήθητος να διαφυλάξει την Ελληνικότητά του από τις διάφορες εχθρικές προπαγάνδες, πολύ πριν καταφθάσουν οι "Μακεδονομάχοι", οι γενναίοι αυτοί αγωνιστές από κάθε μέρος της Ελλάδας, και ν' αρχίσει η ένοπλη πια φάση του αγώνα αυτού, ο οποίος τερματίστηκε το Καλοκαίρι του 1908. Μιαν Ελληνικότητα την οποία οι Μακεδόνες, από τα πανάρχαια χρόνια, δεν έπαψαν ποτέ να δηλώνουν και να εκδηλώνουν την απόφασή τους να συμμεριστούν τη μοίρα του υπόλοιπου Ελληνισμού. Αυτό, το αποδεικνύουν οι θυσίες και οι αγώνες τους. Ας μην λησμονούμε άλλωστε ότι, κατά τον Ηρόδοτο, τα κυρίαρχα στοιχεία που καθορίζουν την Ελληνικότητα, ήταν το Όμαιμο, το Ομότροπο, το Ομόγλωσσο και το Ομόθρησκο, αξίες που ίσχυαν από την Ομηρική Εποχή, και ακόμη παλαιότερα, και οι οποίες ουσιαστικά, για το Ελληνικό Έθνος, ουδέποτε έπαψαν να υφίστανται, όσο και εάν γνώρισαν τη δόλια πολεμική ξένων προπαγανδιστών και των πάντοτε καιροφυλακτούντων μισελλήνων Ευρωπαίων.

Παράλληλα με την προώθηση από την Ρωσία του ανθελληνικού πανσλαβιστικού της σχεδίου, και η Τουρκία, για δικούς της λόγους, προβαίνει σε συνεχείς ανθελληνικές ενέργειες, επιδιώκοντας την διαίρεση των ορθόδοξων πληθυσμών της Χερσονήσου του Αίμου και την αποδυνάμωση του πνευματικού τους κέντρου, δηλ. του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης.

Ένα νέο επαναστατικό κίνημα ξεσπάει στην Μακεδονία στις 17 Μαρτίου 1854, όταν ο Τσάμης Καρατάσος αποβιβάζεται στο λιμάνι του Κουφού της Χαλκιδικής και καταλαμβάνει τη Συκιά, τη Νικήτη και τον Αγιο Νικόλαο. Η ήττα του όμως στον Πολύγυρο και στην Ιερισσό, βάζει τέλος στο κίνημα αυτό. Την ίδια τύχη έχει όμως και το κίνημα των Γρεβενών και της Νοτιοδυτικής Μακεδονίας.

Οι ελπίδες των Μακεδόνων αναπτερώνονται κατά τη διάρκεια του Ρωσο - Τουρκικού Πολέμου (1876 - 1878).

Ένα νέο επαναστατικό κίνημα ξεσπάει στις 19 Φεβρουαρίου 1878, αυτή τη φορά με έδρα το Λιτόχωρο. Οι Τούρκοι όμως για άλλη μια φορά νικούν τους Έλληνες, τόσο στο Λιτόχωρο όσο και στη Ραψάλη.

Στο μεταξύ η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας, σταδιακά επικεντρώθηκε στην ενίσχυση της ... Βουλγαρικής Συνείδησης, με πρόφαση την αυτονομία της Εκκλησίας της Βουλγαρίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και στη δημιουργία Βουλγαρικού Κράτους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Βουλγαρική Εθνική Συνείδηση είχε σχεδόν εξαλειφθεί κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, διότι δέσποζε τότε η ενότητα όλων των λαών της Χερσονήσου του Αίμου κάτω από την κοινή σκέπη της Μητέρας Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, ως πνευματικά τέκνα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τώρα όμως και ιδίως μετά τον πρώτο αφυπνιστή του βουλγαρικού εθνοφυλετισμού, αγιορείτη Μοναχό Παϊσιο Βελιτκόφσκυ (1722-1789), που συνέγραψε το βιβλίο "Ιστορία Σλοβενοβουλγαρική του λαού των Βουλγάρων, των Τσάρων και των Αγίων" - το οποίο τυπώθηκε και διαδόθηκε το 1844, με σκοπό να προσδώσει στους Βούλγαρους "Εθνική Συνείδηση" - οι Ρώσοι εμπνευστές της εκκλησιαστικής Εξαρχίας, αφού αποκόπτουν πνευματικά τους Βούλγαρους από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τους προσδένουν φυλετικά με τους Σλάβους, ενώ σύμφωνα με τους Εθνολόγους και τους Ιστορικούς, οι Βούλγαροι είναι λαός Τουρκο - Μογγολικής Καταγωγής, συγγενείς των Ούννων. Όμως οι πολιτικές σκοπιμότητες και τα πολιτικά συμφέροντα, επισκιάζουν την ιστορική πραγματικότητα!

Πρώτη συστηματική εξόρμηση των Σλάβων ήταν να πετύχουν την ψυχική και γλωσσική αφομοίωση των Ελλήνων, ώστε να έχουν να επικαλεστούν στοιχεία ενισχυτικά των επιδιώξεών τους.

’σκηση Ευέλπιδων στο Πυροβολικό (Τη Φωτογραφία "τράβηξε" ο Π. Μελάς)

Σημαντικό γεγονός στάθηκε, χωρίς καμία αμφιβολία, το Σχίσμα της Βουλγαρικής Εκκλησίας το 1870, που ονομάσθηκε τώρα "Εξαρχία", με αποδέσμευση όχι μόνο από τη θρησκευτική δικαιοδοσία, αλλά και το σημαντικότερο, από την πολιτική επιστασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αποδυναμώνοντάς το, σύμφωνα και με τις τουρκικές επιδιώξεις.

Έτσι με φιρμάνι του Οθωμανού σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ της 10ης Μαρτίου 1870, λαμβάνει χώρα το πρωτοφανές γεγονός της Ανακήρυξης της Βουλγαρικής Εξαρχίας, σύμφωνα με το άρθρο 10 του οποίου προβλέπεται η δυνατότητα επέκτασης του εξαρχάτου, πέρα από τις περιοχές που αναγνωρίσθηκαν ως εξαρχικές και σε άλλα μέρη, αν το σύνολο ή τα 2/3 τουλάχιστον των κατοίκων τους επιθυμούσαν να υπαχθούν στην Εξαρχία. Το άρθρο αυτό, που έχει χαρακτηρισθεί ως "μακιαβελικής συλλήψεως" προετοίμαζε τη διαίρεση μεταξύ των χριστιανικών πληθυσμών της Χερσονήσου του Αίμου και προωθούσε τον οξύ φυλετικό ανταγωνισμό. Ας σημειωθεί ότι το φιρμάνι είχε συντάξει ο Ρώσος Πρεσβευτής στην Υψηλή Πύλη Στρατηγός Ιγνάτιεφ, γνωστός μισέλληνας και θιασώτης του Πανσλαβισμού!

Η ίδρυση, έστω και με αυτόν τον ανορθόδοξο τρόπο, της Βουλγαρικής Εξαρχίας σήμαινε νίκη των Ρώσων εναντίον των Γάλλων, που είχαν προσπαθήσει και μέχρι ένα σημείο πετύχει, την προσέλκυσή της αναζητώντας εκκλησιαστική χειραφέτηση, από φυλετικό εθνικισμό επαρμένης Βουλγαρίας με το Βατικανό, με την Ουνία και τους Λαζαριστές Μοναχούς, οι οποίοι προωθούσαν την επιρροή του Ρωμαιο - Καθολικισμού στην Ελληνο - Ορθόδοξη Χερσόνησο του Αίμου. Γι' αυτό οι ’γγλοι φαίνονταν ικανοποιημένοι από την επιτυχία των Ρώσων. ’λλο τόσο ικανοποιημένοι ήσαν και οι Τούρκοι, που είχαν πετύχει τη διάσπαση της ενότητας των Ορθόδοξων Χριστιανών της Χερσονήσου του Αίμου.

Η σύσταση της Βουλγαρικής Εξαρχίας σηματοδοτεί μια νέα περίοδο στην Ιστορία της Μακεδονίας. Μια περίοδο που στιγματίζεται από την βίαιη και σφοδρή προσπάθεια των Βούλγαρων Κομιτατζήδων για την εθνολογική αλλοίωση της Ελληνικότητας της Μακεδονίας με απηνείς διώξεις και δολοφονίες Ελλήνων.

Έτσι λοιπόν, εκείνος ο τυπικός διαχωρισμός των δυο Εκκλησιών, έγινε στην ουσία η αιτία διαχωρισμού των χριστιανικών πληθυσμών σε Πατριαρχικούς και Εξαρχικούς. Ουσιαστικά πήρε τη μορφή εθνικής αντιπαράθεσης Ελλήνων και Βουλγάρων.

Αυτό λοιπόν, είναι και η απαρχή του ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ.

Ο αγώνας αυτός άρχισε ουσιαστικά το 1903 και τερματίστηκε το 1908, όταν θεσπίστηκε το Τουρκικό Σύνταγμα με το Κίνημα των Νεοτούρκων. Σ'αυτό το χρονικό διάστημα οι Βούλγαροι Κομιτατζήδες και οι Τούρκοι Σωβινιστές, αποτελούν τους δύο κυριότερους εχθρούς των Μακεδόνων.

Ο Βάλτος των Γιαννιτσών

Το Σχίσμα της Βουλγαρικής Εξαρχίας, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για παγίωση βουλγαρικών διεκδικήσεων πάνω στη Μακεδονία, διεκδικήσεων που οξύνθηκαν κυρίως μετά την Ίδρυση της Βουλγαρικής Ηγεμονίας το 1878.

Δημιουργώντας την Εξαρχία οι Ρώσοι απέβλεπαν τόσο στην εφαρμογή του δόγματος "Κυρίαρχο Κράτος - Κυρίαρχη Εκκλησία" και άρα υποτελής στην πολιτική εξουσία, όσο και στην κινητοποίηση εναντίον των Ελλήνων, χρησιμοποιώντας σαν όργανο τον Σλαβικό Εθνικισμό, επενδεδυμένο με εκκλησιαστικό μανδύα για την παραπλάνηση ιδίως των αγροτικών πληθυσμών. Έτσι το σχέδιο υφαρπαγής της Μακεδονίας και συρρίκνωσης του Ελληνισμού - το οποίο δεν έπαψε να ισχύει, με τις ευλογίες πάντοτε των άσπονδων φίλων μας, όπως και τότε - έμελλε να θέσει σε κίνδυνο την προαιώνια Ελληνικότητα της Μακεδονίας, που την εποφθαλμιούν και σήμερα οι ίδιοι πανσλαβιστές.

Έτσι, στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου, πράκτορες, κάτω από το ράσο του καλόγερου, σταλμένοι από τη Ρωσία στα Βαλκάνια, άρχισαν να κηρύττουν τη Σλαβική Ιδεολογία και να βαφτίζουν τους χωρικούς με σλαβικά ονόματα, ενώ ταυτόχρονα τους ξεσήκωναν εναντίον του Τούρκου Κατακτητή. Αλλά και οι Τούρκοι, εφαρμόζοντας το "διαίρει και βασίλευε" έβλεπαν ευχάριστα τον εμφύλιο σπαραγμό των Χριστιανών κατοίκων της Χερσονήσου του Αίμου. Στενά δεμένη την εποχή εκείνη η Θρησκεία με τον Εθνικισμό, χρησιμοποιήθηκε έντεχνα απο τους Βουλγάρους, πριν κινήσουν τον ένοπλο αγώνα τους εναντίον των Ελλήνων.

Όταν οι Βούλγαροι και οι υποστηρικτές τους, διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να επιβληθούν με την προπαγάνδα και μόνο, πέρασαν στη βία των όπλων κάτω φυσικά από το αδιάφορο, δήθεν, βλέμμα των Τούρκων. ’ρχισαν την επίθεση τους με τη λεηλασία ναών και μοναστηριών και τη σφαγή Ιερέων και Μοναχών.

Παράλληλα και επίσημα οι Βούλγαροι αναλάμβαναν ζωηρή και συστηματική προπαγάνδα σ' όλη την Ευρώπη. Οργάνωσαν μικρά ευέλικτα ένοπλα σώματα με στόχο από τη μια να εισπράτουν χρήματα με αναγκαστικές εισφορές και από την άλλη, να εξοντώνουν όποιον αντιστεκόταν στο Βουλγαρικό Κομιτάτο.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο, έλαβε θέση άμυνας απέναντι στις πανσλαβικές βλέψεις και μεθοδείες. Έτσι, με απόφαση της Ενδημούσης Συνόδου του 1872 καταδίκασε τον Εθνοφυλετισμό ως Αίρεση και τους Εξαρχικούς κήρυξε Σχισματικούς. Παράλληλα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντίνος Ε΄ ο Βαλλιάδης, προήγαγε σε Μητροπόλεις όλες τις Επισκοπές της Μακεδονίας και απέστειλε στις μακεδονικές αυτές Μητροπόλεις νέους, φλογερούς πατριώτες και αποφασισμένους ποιμένες ως Μητροπολίτες, που ετέθησαν αμέσως επικεφαλής του πολύμορφου αγώνα για τη διάσωση της Μακεδονίας και του Ελληνισμού. Ανάμεσα σ' αυτούς σελαγίζουν τα ονόματα του Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, του Πελαγονίας Ιωακείμ Φορόπουλου, του Δράμας Χρυσόστομου Καλαφάτη (του μετέπειτα Σμύρνης), του Κορυτσάς Φώτιου Καλπίδου, του Νευροκοπίου Θεοδωρήτου Βατματζίδου, του Γρεβενών Αιμιλιανού Λαζαρίδου, του Θεσσαλονίκης Αλέξανδρου Ρηγόπουλου, του Σερρών Γρηγόριου, του Μελενίκου Ειρηναίου Πανταλέοντος, του Βοδενών Στέφανου Δανιηλίδου κλπ. Σ' αυτούς κυρίως και σε πολλούς άλλους η Εκκλησία ανέθεσε την αποστολή διάσωσης της Μακεδονίας από την πανσλαβιστική απειλή μέχρι την προετοιμασία των πρώτων ένοπλων ελληνικών σωμάτων. Κέντρα συντονισμού, οργάνωσης, έμπνευσης και κατεύθυνσης του ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ήταν οι έδρες των Μητροπόλεων. Εκεί οι ανύστακτοι φρουροί Ιεράρχες, με τα ηγετικά τους προσόντα, ανεδείχθησαν αρχηγοί του αγώνα, συμπράττοντες με τους πιο ποικίλους παράγοντες, δηλ. τα Ελληνικά Προξενεία, τους Αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού, τους Οπλαρχηγούς, τους Επιστήμονες, τους Δασκάλους, τους Ιερείς, τα Σωματεία, τις Κοινότητες,τον Λαό. Με όλους συνεργάσθηκαν για την σωτηρία της Πατρίδας.

Το πρώτο και επείγον που είχαν να αντιμετωπίσουν οι νέοι αυτοί Ιεράρχες ήταν η εμψύχωση και η αναπτέρωση του καταπτοημένου ηθικού των υπόδουλων Ελλήνων, οι οποίοι δεινοπαθούσαν κάτω από τα ανηλεή πλήγματα των Βούλγαρων Κομιτατζήδων. Το έργο ήταν δυσχερές και επικίνδυνο. Η ύπαιθρος χώρα κυριαρχούνταν από τις συμμορίες των Βουλγάρων που με φωτιά και τσεκούρι αδρανοποιούσαν κάθε εστία Ελληνισμού. Ολόκληρα χωριά, μπροστά στην ασκούμενη από το Βουλγαρικό Κομιτάτο βία και τρομοκρατία, μεταπηδούσαν στην Εξαρχία, ενώ Ιερείς, Δάσκαλοι και Πρόκριτοι σφάζονταν καθημερινά ανηλεώς. Ιδού πώς περιγράφει στα "Απομνημονεύματα" του ο Γερμανός Καραβαγγέλης, Μητροπολίτης Καστοριάς, την κατάσταση στην περιοχή της Μητρόπολής του, όταν ο ίδιος εγκατεστάθηκε εκεί (1901): "Οι συμμορίες (των Βουλγάρων Κομιτατζήδων) συγκαλούσαν τη νύχτα τους χωρικούς μέσα στις εκκλησιές και αφού τους όρκιζαν στο Κομιτάτο, τους αποσπούσαν υπό την απειλή των όπλων αναφορές προς την Εξαρχία και την Κυβέρνηση, όπου εδήλωναν ότι αποσκιρτούν στην Εξαρχία. Όσοι από τους χωρικούς κινδύνευαν ως ύποπτοι στους Βούλγαρους κατέφευγαν στην Καστοριά. Οι Δάσκαλοι εγκατέλειπαν τις θέσεις τους, ιδίως μετά τον τραγικό θάνατο του Δασκάλου Σετόμου Μαλιγγάνου, που έφερε 30 λογχισμούς και οι Ιερείς, ύστερα από τη δολοφονία των Ιερέων Νερετίου, Στρεμπένου, Προκοπάνας και Μποσδίβιστας, άλλοι πάλι κατέφυγαν στην Καστοριά, όπως οι Ιερείς της Ζορμπάνιστας, του Απόσκεπου, της Λαμπάνιτσας, της Ζαγορίτσανης, της Κολλίτσας, της Τεχτόλιτας, και πολλοί έμεναν στα χωριά τους σιωπώντας και περιμένοντας την ημέρα της απελευθερώσεώς τους από την τυραννία του Βουλγαρικού Κομιτάτου".

Έχουμε τώρα την εμφάνιση πια, καθαρής προπαγάνδας από Εξαρχικούς - Βούλγαρους - Δασκάλους και Ιερείς, υποστηριζόμενους από Κομιτατζήδες. Τυπικά, έχουν σκοπό τον θρησκευτικό προσηλυτισμό. Ουσιαστικά όμως, αποβλέπουν στην ισχυροποίηση των βουλγαρικών θέσεων και στόχων για την Μακεδονία. Πρέπει στο σημείο αυτό να πούμε ότι αυτή την εποχή, οι διακρίσεις των πληθυσμών - στη νευραλγική αυτή περιοχή των Βαλκανίων - γίνονται με βάση τη θρησκευτική τους επιλογή και όχι την εθνική τους ταυτότητα. Έτσι λοιπόν όταν λέμε Εξαρχικός ή Σχισματικός σημαίνει Βούλγαρος και αντίστροφα, Πατριαρχικός ή Ορθόδοξος σημαίνει Έλληνας.

Ο Μακεδονικός Ελληνισμός, ή Πατριαρχικός, ή Ορθόδοξος, με μοναδικά όπλα το Σχολείο και την Εκκλησία, πάλεψε μόνος και αβοήθητος για να μην αποκοπεί από τις ρίζες του, δηλαδή την Ορθοδοξία και των Ελληνισμό.

Ο Έλληνας - Πατριαρχικός - Δάσκαλος και Ιερέας αναδείχθηκαν τα χρόνια εκείνα, τα ισχυρότερα στηρίγματα του χειμαζόμενου Ελληνικού Έθνους, στον Βόρειο - Ελλαδικό Χώρο, και περιόρισαν τα αποτελέσματα της Βουλγαρικής Προπαγάνδας. Είναι αυτοί που, πιστοί τηρητές των πατρίων, ανεδείχθησαν πριν την έναρξη, αλλά και καθ' όλη την διάρκεια του ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ, άξιοι του Γένους και της Εκκλησίας, έχοντας προετοιμάσει το έδαφος κυρίως στις ψυχές των υπόδουλων, έχοντας διεξάγει έναν άλλον αγώνα. "Το των ψυχών έδαφος", όπως έγραψε ο Πρόξενος Λάμπρος Κορομηλάς, αυτός ήταν και ο στόχος αυτής της προσπάθειας.

Είναι εξ' άλλου γεγονός ότι η λειτουργία των Ελληνικών Σχολείων, με την πρωτοβουλία πάντα της Εκκλησίας, δεδομένης άλλωστε και της αποκλειστικής για τον υπόδουλο Ελληνισμό, ευθύνης για την Παιδεία εκ μέρους της, βοήθησαν στην μη άλωση, αλλά διατήρηση και ισχυροποίηση της Εθνικής Ελληνικής Συνείδησης των Μακεδόνων.

Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, η οποία υπογράφεται στις 19 Φεβρουαρίου 1878, προβλέπει την Ίδρυση της Μεγάλης Βουλγαρίας που θα περιλάμβανε ολόκληρη την Ανατολική Ρωμυλία καθώς και μέρος της Μακεδονίας και της Θράκης. Η είδηση αυτή προκαλεί την αναταραχή των Ελλήνων στο Σισάνιο και τη Σιάτιστα.

Η νέα εξέγερση εναντίον Τούρκων και Βουλγάρων προετοιμάζεται ήδη από τα τέλη του 1877 από την Κεντρική Επιτροπή της "Εθνικής Αμύνης" και της "Αδελφότητος".

Η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων το 1904

Έτσι στις 16 Φεβρουαρίου 1878 λαμβάνει χώρα απόβαση Ελλήνων εθελοντών στο Λιτόχωρο. Από το Μάϊο αρχίζει αντάρτικο κίνημα στη Δυτική Μακεδονία.

Στις 13 Ιουλίου 1878 υπογράφεται η Συνθήκη του Βερολίνου που προωθεί τη Βουλγαρία, ενώ η επανάσταση στη Δυτική Μακεδονία τερματίζεται τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.

Η προσάρτηση στη Βουλγαρία της Ανατολικής Ρωμυλίας ενίσχυσε τους Βούλγαρους, ώστε να στραφούν απερίσπαστοι στην απόσπαση της Μακεδονίας.

Για το σχέδιο αυτό, κατάλληλα υποστηριζόμενο κατά περίπτωση, άλλοτε από τους Ρώσους, άλλοτε από τους ’γγλους και άλλοτε από άλλους, κατά την επιταγή των πολιτικών τους συμφερόντων, άρχισε να εφαρμόζεται με σαφείς προθέσεις αφελληνισμού της Ανατολικής Ρωμυλίας (1885), της οποίας η από τους Βούλγαρους με την δύναμη των όπλων προσάρτηση, έγινε με τις ευλογίες των ’γγλων. Προθέσεις που δεν άργησαν να υλοποιηθούν με τη χρήση βίας εναντίον των σκληρά αμυνομένων της Ελληνικής Εθνικής τους Συνείδησης πληθυσμών.

Ήδη από το 1879 σημειώνονται συνεχείς επιδρομές των Βουλγάρων Κομιτατζήδων εναντίον των Ελλήνων χωρικών στη Μακεδονία.

Την ίδια εποχή, η Ελληνική Κυβέρνηση έθεσε σε ενέργεια σχέδιο υποστήριξης της Ελληνικής Παιδείας στην Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία, με κεντρικούς πόλους κατεύθυνσης τα Ελληνικά Προξενεία. Κύριος στόχος της προσπάθειας αυτής ήταν η πύκνωση των Ελληνικών Σχολείων και η σύσταση Νηπιαγωγείων, Παρθεναγωγείων και Διδασκαλείων, με σκοπό τη διάδοση της Ελληνικής Γλώσσας και μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον. Η κίνηση αυτή του Ελληνικού Κράτους παρ' ολίγον να αποβεί μοιραία για τις σχέσεις του με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που έβλεπε στην πρωτοβουλία αυτή μια τάση αφαίρεσης ενός πανεθνικού προνομίου της Εκκλησίας, αλλά και τον κίνδυνο πολιτικοποίησης του ζητήματος της Παιδείας και επέμβασης των τουρκικών αρχών στα προγράμματα των μαθημάτων και στη δομή της εκπαίδευσης.

Αν καί τότε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ παραιτήθηκε του Θρόνου (1884) εξ' αιτίας και του ζητήματος αυτού, οι Ιεράρχες στην Μακεδονία συνέχισαν να αγωνίζονται, χωρίς προστριβές κατά το δυνατόν, με τους Πρόξενους της Ελλάδας, ώστε η μεγάλη υπόθεση της Παιδείας να μην αποτύχει και η προσπάθεια να μην αναχαιτισθεί.

Στα 1885 ο Γραμματέας της Εξαρχίας Σιόπωφ διεπίστωνε: "Τα μεγάλα και δευτερεύοντα κέντρα είναι εξ ολοκλήρου εξελληνισμένα και υπό την επιρροήν των Ελλήνων και Γραικομάνων. Η Ελληνική Γλώσσα κατακτά έδαφος. Εις το Μοναστήριον - τα Βιτόλια - όπου προ ετών οι κάτοικοι ήσαν καθαροί Βούλγαροι, σήμερον δεν ακούγεται η Βουλγαρική Γλώσσα, ει μη κατά τας ημέρας της αγοράς, ότε συρρέουν έξωθεν οι χωρικοί. Θα δυνηθούν άραγε να κερδίσουν την Μακεδονίαν οι Βούλγαροι αν σήμερον εγίνετο δημοψήφισμα; Είμεθα βέβαιοι ότι το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας θέλει πετάξει εκ των χειρών μας και οι Έλληνες θέλουν εξ' άπαντος κερδίσει, διότι οι πλείστοι των κατοίκων θα δηλώσουν ότι είναι Έλληνες".

Το 1893 ιδρύεται στη Θεσσαλονίκη το "Βουλγαρικό Κομιτάτο", ενώ η Ρωσία ανοίγει προξενείο στα Σκόπια.

Λαμβάνει χώρα η έναρξη της συστηματικής εφαρμογής της πανσλαβιστικής πολιτικής διωγμού του ελληνικού στοιχείου της Ανατολικής Ρωμυλίας, η οποία κορυφώνεται το 1906 με καταστροφή μεγάλων και ανθηρών ελληνικών πόλεων και με το ξερίζωμα των ελληνικών κοινοτήτων της Αγχιάλου, του Πύργου, της Μεσημβρίας, της Φιλιππούπολης, της Βάρνας, της Σκλύμνου κλπ.

Γνωρίζοντας όμως, πως ο Μακεδονικός Ελληνισμός δεν θα υπέκυπτε τόσο εύκολα όσο ο Ελληνισμός της Ανατολικής Ρωμυλίας, οι Βούλγαροι έριξαν το σύνθημα "η Μακεδονία για τους Μακεδόνες" ζητώντας έτσι και τη συνδρομή των Ελλήνων γι'αυτόν ... τον "Κοινόν Αγώνα".

Την ίδια εποχή ιδρύονται Ελληνικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, και η Παιδεία παίρνει τα σκήπτρα στην προσπάθεια αποδυνάμωσης της επιρροής της Βουλγαρικής Προπαγάνδας.

Στον τομέα της Παιδείας η συμβολή του Ελληνικού Κράτους υπήρξε κατά την εποχή αυτή - πριν από το 1904 - σημαντική. Αύξησε τις πιστώσεις για τα σχολεία, πήρε μέτρα για την ποιοτική βελτίωση της εκπαίδευσης, ίδρυσε διδασκαλεία. Παράλληλα ενίσχυσε οικονομικά τις εμπερίστατες Μητροπόλεις. Το πιο σημαντικό δε ήταν η βοήθεια που προσέφερε για την επάνοδο στον Οικουμενικό Θρόνο του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ', γεγονός που οδήγησε στη μεγαλύτερη δυνατή δραστηριοποίηση των Ιεραρχών στη Μακεδονία.

Το Αντάρτικο Σώμα του Γεωργίου Τσόντου

Έτσι το 1893 ιδρύεται η "Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση. Σ' όλη τη Μακεδονία κλιμακώνεται η δράση των Ελλήνων ανταρτών. Μια δράση που έχει φυσικά τα θύματά της. Ένα από τα πρώτα θύματα του Αγώνα των Ελλήνων για την Απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Ένωσής της με την Ελλάδα είναι ο Μακεδονομάχος Αθανάσιος Μπρούφας.

Η τραγική ήττα της Ελλάδας στον Ελληνο - Τουρκικό Πόλεμο του 1897, αποθαρρύνει όπως ήταν φυσικό και το Μακεδονικό Ελληνισμό, ενώ παράλληλα, δίνει φτερά σε Βούλγαρους και Τούρκους. Οι πρώτοι μάλιστα βρίσκουν την ευκαιρία να ξεσπάσουν σε όργιο ληστρικής καταδρομής εναντίον των Ελλήνων. Τον υψηλότερο φόρο πλήρωσαν όπως πάντα οι Κληρικοί και οι Δάσκαλοι.

Στη διετία 1898 - 1899 βρήκαν το θάνατο από διάφορες βουλγαρικές συμμορίες εξήντα τέσσερις Έλληνες, μεταξύ δε αυτών πολλοί Ιερείς.

Το 1898 εμφανίζονται στο προσκήνιο οι πρώτοι Δυτικομακεδόνες "Εκδικηταί" όπως αρχικά ονομάσθηκαν οι Μακεδονομάχοι οπλαρχηγοί Κώττας και Βαγγέλης Στρεμπενιώτης.

Το 1901, ο Γερμανός Καραβαγγέλης (καταγωγή η Νήσος Λέσβος) εκλέγεται Μητροπολίτης Καστοριάς. Ιδιαίτερα δραστήριος, απέστειλλε επιστολή στον Πρωθυπουργό Ζαϊμη ζητώντας του οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση. Αλλ' η Ελληνική Κυβέρνηση σιωπά. Έτσι συγκροτεί μόνος τα πρώτα αντάρτικα, ελληνικά ένοπλα σώματα τα οποία και συντηρεί οικονομικά ο ίδιος. Σκοπός αυτών των ελληνικών σωμάτων ήταν να περιφρουρήσουν το εθνικό φρόνημα των χωρικών, ν' αποκαταστήσουν την τάξη σε όσα χωριά είχαν σημειωθεί αποσκιρτήσεις μετά από πιέσεις των αντιπάλων, να εξουδετερώσουν τις ένοπλες ομάδες και να περιορίσουν τη δράση των ληστρικών σωμάτων, τα οποία κινούνταν μεταξύ παρανομίας και ... εθνικού αγώνα, ταλαιπωρώντας τους αγροτικούς πληθυσμούς.

Παρά τον διμέτωπο αγώνα, εναντίον Βουλγάρων και Τούρκων, τα ελληνικά σώματα κατόρθωσαν σταδιακά να περιορίσουν τα ερείσματα του βουλγαρικού επεκτατισμού και ν' αποκαταστήσουν την εθνολογική ισορροπία!

Αλλά και ο Μητροπολίτης Βοδενών (Έδεσσας) Νικόδημος έλαβε ενεργά μέρος στην προετοιμασία του ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ αφού μετέφερε όπλα κάτω από τη μύτη των Τούρκων. Γράφει ο Μαζαράκης γι' αυτόν ότι ήταν "ωραίος τριακοντούτης, τύπος μελαψός, φυσιογνωμία αγαλματώδης" και περιγράφει την άφιξή του στην Έδεσσα ως εξής: "Ο διάκος του Δεσπότη βαστούσε κάτι μεγάλες λαμπάδες, που ήταν τυλιγμένες λίαν επιδεικτικώς με ρόδινο χαρτί. Οι λαμπάδες ήταν όπλα μάλιγχερ που μετέφερε ο Δεσπότης. Και ενώ ηυλόγει το πλήθος ... και οι Τούρκοι Αστυνομικοί τον συνώδευσαν εις ένδειξιν τιμής, τα όπλα που θα μας ελευθέρωναν μίαν ημέραν από αυτούς, μεταφέροντο τόσο πανηγυρικώς. Κανείς δεν ηδύνατο να υποπτευθή τοιαύτην τόλμην".

Το 1902, ο Ίων Δραγούμης (καταγωγή το Βογατσικό Καστοριάς) διορίζεται Υποπρόξενος στο Μοναστήρι. Αμέσως κηρρύσει "Ιερήν Εκστρατεία" στην ευρύτερη περιοχή. Κατηχεί και εμψυχώνει το λαό της Δυτικής Μακεδονίας. Ορίζει διοικητικές επιτροπές σε πόλεις και χωριά. Ιδρύει και οργανώνει τη "Μακεδονική ’μυνα".

Την ’νοιξη του 1902, πλήθος από συμμορίες Βούλγαρων Κομιτατζήδων απλώθηκαν στη Μακεδονία από τον Αλιάκμονα ως τις ακτές του Αιγαίου. Οι τουρκικές αρχές, μπροστά στις σφαγές και τους εμπρησμούς, πότε καταδίωκαν αυτές τις ένοπλες ομάδες και πότε αδιαφορούσαν - σκόπιμα - γιά τη δράση τους, αφήνοντας στο έλεός τους - αναίσχυντα - το μη τουρκικό πληθυσμό. Οι ωμότητες των Βούλγαρων Κομιτατζήδων σε βάρος των Ελλήνων της Μακεδονίας περιγράφονται στην "Κυανή Βίβλο" που εξέδωσε η Βρεττανική Κυβέρνηση το 1903. Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: "Η δολοφονία είναι το κυριώτερον όπλον των βουλγαρικών κομιτάτων. Προ ουδενός υποχωρούσιν. Οι Έλληνες είναι κυρίως τα θύματά των. Κατά χιλιάδες εφονεύθησαν οι Έλληνες κατά τα τελευταία πέντε ή εξ έτη... αθώων και αόπλων εκβιάσεις, ληστείαι, δολοφονίαι ανδρών και γυναικών, ανελεήμονα βασανιστήρια Ιερέων, Ιατρών, Διδασκάλων κατακρεουργήσεις, Ιερών Ναών εμπρησμοί... καταστροφή Χριστιανών Ορθοδόξων... γενική τρομοκρατία, πλημμύρα αίματος". Παράλληλα ανατινάξεις σιδηροδρομικών γραμμών, τραπεζών, επιθέσεις εναντίον τουρκικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων, ακόμη και φόνοι Τούρκων Στρατιωτών και Χωροφυλάκων, ήταν κάτι το συνηθισμένο.

Το 1903, η Βουλγαρική Προπαγάνδα αποφασίζει να παρουσιάσει στην Ευρώπη το δήθεν "Μακεδονικόν Ζήτημα". Στόχος η ενσωμάτωση της Μακεδονίας στο Βουλγαρικό Κράτος, όπως λίγα χρόνια πριν έγινε με την Ανατολική Ρωμυλία.

Προηγουμένως, η Ελληνική Κυβέρνηση, αφού μετά τη σύσταση του Βασιλείου είχε αποκαταστήσει διπλωματικές σχέσεις με την Υψηλή Πύλη, είχε κατορθώσει να συστήσει Ελληνικά Προξενεία στα κυριότερα μέρη του υπόδουλου Ελληνισμού, που απετέλεσαν κέντρα εθνικής εγρήγορσης, με τους εμπνευσμένους, σε πλείστες περιπτώσεις ελληνόψυχους Προξένους τους, όπως ο Θεόδωρος Βαλλιάνος, ο Ευγενιάδης και ο Κορομηλάς στη Θεσσαλονίκη, ο Πέτρος Λογοθέτης, ο Ίων Δραγούμης, ο Σταμάτιος Πεζάς στο Μοναστήρι, ο Στορνάρης στις Σέρρες κ.ά. Αυτοί, ζώντας εκ του πλησίον την κατάσταση και διαβλέποντας τα δεινά που επρόκειτο να ακολουθήσουν, σε περίπτωση επιτυχίας των σχεδίων των Πανσλαβιστών, άρχισαν να πιέζουν την Ελληνική Κυβέρνηση για ενεργότερη ανάμειξη του εθνικού κέντρου στα πράγματα της Μακεδονίας. Ζητούσαν μεταξύ άλλων, οικονομικό πόλεμο εναντίον των βουλγαριζόντων, λήψη μέτρων εναντίον των Βουλγάρων, αποθάρρυνση των εκκλησιαστικών προσώπων που διέκειντο φιλικά προς τους Βούλγαρους, καλλιέργεια ακαταλλάκτου μίσους εναντίον παντός του βουλγαρικού. Όμως το Κέντρο, απορροφημένο στις δικές του πληγές, δεν συνειδητοποίησε έγκαιρα τον κίνδυνο. Η Ελληνική Κυβέρνηση διατηρούσε πάντα τις επιφυλάξεις της.Ο Έλληνας Υπουργός των Εξωτερικών Ρωμανός - με αφορμή τις προτάσεις του του Έλληνα Πρόξενου στο Μοναστήρι Σταμ. Πεζά για έναρξη ένοπλου αγώνα - είχε δηλώσει: "Ούτε η Κυβέρνησις, αλλ' ούτε και οι αντιπρόσωποι αυτής πρέπει να περιπλακώσι εις τοιούτου είδους εγχειρήματα, ων το αλυσιτελές κατεδείχθη εν τω παρελθόντι, και τα οποία, λόγω του τελικού σκοπού εις ον αποβλέπουσιν, αποκρούονται υπό της κοινής συνειδήσεως και παντός πεπολιτισμένου Κράτους. Το Ελληνικόν Κράτος ούτε δύναται, ούτε και οφείλει να παρακολουθήσει την Βουλγαρίαν εις το είδος τούτο της ενεργείας".

Σ Σ Ε: Η Τάξη του 1890. Κ. Μαζαράκης, Α. Φραντζής, Ι. Μεταξάς, Ι. Βλαχάβας, Σ. Μαξιμάδας, Ι. Δρόσης, Π. Μπουκλάκος, Τ. Ρεγκλής, Γ. Σίνας, Ν. Δημόπουλος, Ι. Πετιμεζάς, Π. Βλάσης, Τ. Διμουράκης (Συλλογή της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας)

Τον Απρίλιο του 1903 η Θεσσαλονίκη αναστατώνεται όταν βόμβες σκάζουν στους κεντρικούς δρόμους της πόλης, καίγεται η Οθωμανική Τράπεζα, καταστρέφονται οι εγκαταστάσεις αεριόφωτος και ανατινάζεται ένα μεγάλο γαλλικό εμπορικό πλοίο.

Στις 20 Ιουλίου 1903 λαμβάνει χώρα η Βουλγαρική Ψευδοεπανάσταση του 'Ιλιντεν, με προεπιλεγμένους στόχους τα ελληνικά βλαχόφωνα χωριά Νεβέσκα - Νυμφαίο και Κρούσοβο. Οι Τούρκοι αντιδρούν - όπως ήταν αναμενόμενο - και έτσι η ψευδοεπανάσταση σβήνει σαν πυροτέχνημα. Όμως όλη η περιοχή γεμίζει με ένοπλες βουλγαρικές ομάδες που τρομοκρατούν τους Έλληνες κατοίκους. Και ενώ το όργιο των σφαγών των Ελλήνων κορυφωνόταν με την Ψευδοεπανάσταση του Ίλιντεν, η Ελληνική Κυβέρνηση περιοριζόταν σε διαμαρτυρίες προς τις Μεγάλες Δυνάμεις εναντίον της βουλγαρικής θηριωδίας, αποφεύγοντας την επιθετική πολιτική που εκ των πραγμάτων αναγκάσθηκε το 1904 να υιοθετήσει. Έτσι ο Γλάδστων έγραφε το 1902: "Ο ελληνικός παράγων εν τη Χερσονήσω του Αίμου είναι ανίσχυρος και οικονομικώς και στρατιωτικώς ένεκα της ιδίας αυτού υπαιτιότητος". Και όχι μόνον βέβαια. Αλλά και εξ αιτίας της υποκριτικής στάσεως των Μεγάλων (Χριστιανικών) Δυνάμεων που όταν έβλεπαν την πλάστιγγα να κλίνει προς την πλευρά των ελληνικών συμφερόντων επενέβαιναν για να της αλλάξουν κατεύθυνση. Ο Ελληνισμός ψυχορραγεί. Εκ του αποτελέσματος της Ψευδοεπανάστασης του Ίλιντεν, ως συμπέρασμα βγαίνει ότι δεν ήταν παρά ένα τέχνασμα για να γεμίσει η περιοχή με τα ένοπλα βουλγαρικά σώματα, τους Κομιτατζήδες.

Αυτά τα γεγονότα έδωσαν αφορμή να επέμβουν οι τότε Μεγάλες Δυνάμεις, Ρωσία και Αυστρο - Ουγγαρία, και να πετύχουν κάποιες μεταρυθμίσεις στο καθεστώς της Μακεδονίας. Έτσι τους πρώτους μήνες του 1904 σχηματίστηκε στους τρεις νομούς Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου και Σκοπίων, σώμα χωροφυλάκων με διοικητή Ιταλό Στρατηγό που είχε στις διαταγές του πέντε ανώτερους Ευρωπαίους Αξιωματικούς. Όμως καθεμιά από τις δυνάμεις αυτές απέβλεπε σε δικούς της σκοπούς. Έτσι, τίποτα δεν άλλαξε, ενώ το Βουλγαρικό Κομιτάτο συνέχιζε με περισσότερη ένταση τη δράση του, εξαφανίζοντας Έλληνες Πρόκριτους (Γιατρούς, Δασκάλους, Ιερείς κλπ) και σφάζοντας άοπλους χωρικούς στις πλατείες των χωριών, μπροστά στα μάτια των συγχωριανών τους.

Την ’νοιξη του 1903 όμως, σχηματίζεται η πρώτη επιτροπή, η "Μακεδονική Φιλική Εταιρεία" από τον Αργύριο Ζάχο, τον Θεόδωρο Μόδη και τον Θεόδωρο Καπετανόπουλο. Σκοπός ήταν να πειστεί η Κυβέρνηση Θεοτόκη να ενισχύσει την ένοπλη άμυνα των Ελλήνων της Μακεδονίας.

Στα τέλη του 1903 και στις αρχές του 1904 το επίσημο Ελληνικό Κράτος αφυπνίζεται.

Έτσι αποφασίζεται η αποστολή στην Μακεδονία τεσσάρων, δήθεν, ζωεμπόρων. Είναι στην πραγματικότητα Αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού.

Στις 24 Φεβρουάριου 1904, έρχονται στη Μακεδονία γιά να μελετήσουν την κατάσταση και να υποδείξουν πρακτικά μέτρα οι λοχαγοί Αναστάσιος Παπούλας και Αλέξανδρος Κοντούλης και οι ανθυπολοχαγοί Γεώργιος Κολοκοτρώνης και Παύλος Μελάς. Οι τέσσερις αυτοί Έλληνες Αξιωματικοί συγκέντρωσαν διάφορα στοιχεία, έκαναν εκτιμήσεις και κάποιες επισημάνσεις και επέστρεψαν στην Αθήνα για να ενημερώσουν την Ελληνική Κυβέρνηση.

Το Μάϊο του ίδιου έτους ο Λάμπρος Κορομηλάς διορίζεται από την Ελληνική Κυβέρνηση Γενικός Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη.

Στις 22 Μαϊου 1904 στην Αθήνα, ιδρύεται μυστικά το "Μακεδονικό Κομιτάτο",στα γραφεία της εφημερίδας "Εμπρός". Εμπνευστής, Ιδρυτής, αλλά και Πρόεδρος του κομιτάτου ήταν ο Διευθυντής της Εφημερίδας "Εμπρός" Δημήτρης Καλαποθάκης (1862-1921) από την Αρεόπολη και Μέλος της Πρώτης Οργανωτικής Επιτροπής ο Πέτρος Κανελλίδης (1846 -1911) από το Κουτήφαρι της Έξω Μάνης, Διευθυντής της Εφημερίδας "Καιροί" και πρώτα Μέλη τους Νικόλαο Πολίτη, Καθηγητή Πανεπιστημίου, Ιωάννη Ράλλη, Πέτρο Σαρόγλου κ. ά. Ο Δημήτριος Καλαποθάκης, που ως δημοσιογράφος και ως άνθρωπος είχε την καθολική εκτίμηση κράτους και λαού, κρατάει ουσιαστικά στα χέρια του το σχεδιασμό του ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ στο Κέντρο. Οργανώνει τα αντάρτικα σώματα και τα αποστέλλει στη Μακεδονία, αλληλογραφεί και συντονίζει, ενημερώνει το Ελληνικό Κράτος για τον ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ και τον άξιο Έλληνα Γενικό Πρόξενο της Θεσσαλονίκης Λάμπρο Κορομηλά. Στο γραφείο του γίνονται οι στρατολογήσεις και η οργάνωση των εθελοντών.

Το "Μακεδονικό Κομιτάτο", εκτιμώντας την κατάσταση στην Μακεδονία ως κρισιμότατη, αποφασίζει να δράσει άμεσα στέλνοντας ένοπλα σώματα εθελοντών και οπλισμό για την υπεράσπιση των Μακεδόνων από τις εναντίον τους επιθέσεις από Βούλγαρους και Τούρκους. Ώσπου όμως να πειστεί η Ελληνική Κυβέρνηση, συγκέντρωσαν μόνοι τους χρήματα και άρχισαν το μεγάλο τους αγώνα.

Όμως και η Ελληνική Κυβέρνηση αφυπνισμένη πια, περνάει στην ενεργή δράση. Σ' όλα τα Ελληνικά Προξενεία αποσπάστηκαν Αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού και δημιούργησαν ένα θαυμάσιο δίκτυο συνεργατών και αγωνιστών. Στόχος τους ήταν η εξουδετέρωση της Βουλγαρικής - και της νεοεμφανιζόμενης Ρουμανικής προπαγάνδας, η οποία είχε σαν στόχο τις ορεινές κοινότητες της Ελλάδας - η εμπιστευτική αλληλογραφία, η κατασκοπεία, η μεταφορά τραυματιών, η τροφοδοσία των Ελλήνων ανταρτών και γενικά η υπεράσπιση των Ελλήνων κατοίκων.

Στις 12 Μαϊου 1904 δολοφονείται ο Μακεδονομάχος Καπετάν Βαγγέλης Στρεμπενιώτης, και στις 9 Ιουνίου του ίδιου έτους συλλαμβάνεται ο Μακεδονομάχος Καπετάν Κώτας, ο οποίος και ανεβαίνει στο Ικρίωμα στις 27 Σεπτεμβρίου 1905.

Στις 10 Ιουλίου 1904 έρχεται για δεύτερη φορά στη Μακεδονία ο Παύλος Μελάς. Φέροντας το ψευδώνυμο Πέτρος Δέδες, και παρουσιαζόμενος ως ζωέμπορος, κινείται στην περιοχή της Σιάτιστας και της Κοζάνης, εκτιμώντας προσωπικά την κατάσταση, συλλέγοντας πολύτιμες πληροφορίες και οργανώνοντας το πρώτο ένοπλο σώμα του.

"Παύλος Μελάς" του Γ. Ιακωβίδη (Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα)

Για τρίτη και τελευταία φορά πέρασε τα σύνορα από τη μεριά της Κοζάνης στις 18 Αυγούστου 1904 με σώμα τριανταπέντε ανδρών από Μακεδόνες, Ηπειρώτες, Κρητικούς, Λάκωνες κλπ., ως αρχηγός των Σωμάτων Μοναστηρίου � Καστοριάς. Τώρα έφερε το ψευδώνυμο καπετάν Μίκης Ζέζας, σύνθεση των ονομάτων των παιδιών του. Οι τουρκικές αρχές έχοντας πληροφορηθεί το πέρασμα από τα σύνορα αυτού του ελληνικού σώματος το καταδίωκαν με ενισχυμένο στρατιωτικό απόσπασμα. Ο Παύλος Μελάς άρχισε αμέσως να αντιδρά εναντίον των κομιτατζήδων γιά να ξεκαθαρίσει την περιοχή , αλλά και γιά να οργανώσει την τοπική άμυνα. Κέντρο των επιχειρήσεών του ήταν τα χωριά Νεγοβάνη και Λέχοβο. Τη δράση του συνέχισε αδιάκοπα ως τις 13 Οκτωβρίου 1904, όταν στη Στάτιστα Καστοριάς - που σήμερα προς τιμή του ονομάζεται Μελάς - η συμμορία κομιτατζήδων του Μήτρου Βλάχου, τον πρόδωσε και τουρκικό απόσπασμα κύκλωσε το χωριό και το ελληνικό σώμα, το οποίο έπειτα από ηρωική άμυνα δύο ωρών αποφάσισε έξοδο. Πρώτος όρμησε ο Μελάς που πληγώθηκε θανάσιμα από τουρκική σφαίρα στη μέση και πέθανε έπειτα από μισή ώρα, μέσα σ' αφόρητους πόνους. Ένας από τους άνδρες του αποκεφάλισε τον νεκρό και έκρυψε την κεφαλή για να μην αναγνωρισθεί από τους Τούρκους. Παρ' όλα αυτά η αναγνώριση έγινε και οι Τούρκοι μετέφεραν το ακέφαλο σώμα του Παύλου Μελά στην Καστοριά, όπου αργότερα μεταφέρθηκε και η κεφαλή του και μαζί τάφηκαν στο Πισοδέρι Καστοριάς σε αφανή τάφο κάτω από την Αγία Τράπεζα. Την ταφή του έκανε ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, αψηφώντας τους Βούλγαρους Κομιτατζήδες και τους Τούρκους Χωροφύλακες.

Η είδηση του ηρωικού θανάτου του Παύλου Μελά συγκλόνισε το Πανελλήνιο. Τον έκανε ήρωα και σύμβολο του ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ. Ο θάνατός του έγινε αφορμή να τρέξουν στη Μακεδονία πολλοί Έλληνες Ευέλπιδες.

Αναφερόμενος στο θάνατο του Παύλου Μελά και απευθυνόμενος στην Ελληνική Νεολαία ο Ίων Δραγούμης έλεγε: "Να ξέρετε πως αν τρέξουμε και σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει". Και επεξηγούσε: "Θα μας σώσει από τη βρώμα όπου κυλιόμαστε, θα μας σώσει από τη μετριότητα κι από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μας ελευθερώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε".

Είναι γεγονός, ότι ποτέ οι Έλληνες δεν υπολόγισαν θυσίες, προκειμένου να γλιτώσει η Μακεδονία από τους Βούλγαρους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν κάθε μέσο, έτσι ώστε να την προσαρτήσουν στη Βουλγαρία. Η τακτική τους αυτή, αφύπνισε τους Έλληνες.

Από κάθε μεριά της Ελλάδας, από την Βόρειο Ήπειρο μέχρι τη Μάνη, την Κρήτη και την Κύπρο, αρχίζουν και καταφθάνουν, με ψευδώνυμα πάντα, οι γενναίοι εθελοντές Μακεδονομάχοι, των οποίων η παρουσία και δράση εμψύχωνε τους Έλληνες Μακεδόνες στη συνέχιση του σκληρού και άνισου αγώνα τους, εναντίον του βουλγαρικού επεκτατισμού και της τουρκικής αναισχυντίας.

Ακολούθησαν και άλλα σώματα που η παρουσία τους και η δράση τους εμψύχωνε τους Έλληνες Μακεδόνες. Αρχηγοί και οπλαρχηγοί των ελληνικών σωμάτων, στο μακροχρόνιο και σκληρό εκείνο αγώνα, ξεκίνησαν από όλα τα μέρη της ελεύθερης Ελλάδας και είναι αναρίθμητες οι πράξεις ηρωισμού και αυτοθυσίας ενός ευγενούς αγώνα για την Ελευθερία που παρατάθηκε ως το Καλοκαίρι του 1908, οπότε θεσπίστηκε το νέο Τουρκικό Σύνταγμα.


Οι Μακεδονομάχοι Καπετάν Φαρμάκης, Καπετάν Τηλιγάδης & Καπετάν Τρομάρας

Πληθαίνουν οι Έλληνες εθελοντές Μακεδονομάχοι, και ο ένοπλος αγώνας εξαπλώνεται σ' όλη τη Μακεδονία. Ονόματα όπως Βάρδας, Ακρίτας, Μπούας, Κόρακας, Νικηφόρος, Ρούβας κ. ά. αποτελούν την απόδειξη. Μαζί τους οι Μακεδόνες καπεταναίοι Νταλίπης, Πύρλας, Μητρούσης, Γιαγαλής, Κύρου, Στέφος, Ράμαλης, κ. ά. π. δίνουν ένα γερό μάθημα στην βουλγαρική πλευρά.

Στις 25 Μαρτίου 1905 λαμβάνει χώρα η Μάχη της Βασιλειάδας (Καπετάν Βάρδας), την οποία ακολουθούν η Μάχη της Δροσοπηγής και η Μάχη στο Μουρίκι (Καπετάν Ρούβας).

Το Μάϊο του ίδιου έτους αρχίζει η δράση του Καπετάν Γκόνου στο Βάλτο Γιαννιτσών και του Καπετάν Ζώη στο Μορίχοβο.

Στις 7 Μαϊου λαμβάνει χώρα η Μάχη του Καστανοφύτου (Καπετάν Λίτσας, Λεωνίδας Πετροπουλάκης) και στις 29 Μαϊου η Μάχη στα Ασπρόγεια (καπετάν Γύπαρης).

Ακριβώς ένα μήνα μετά τη Μάχη του Καστανόφυτου, στις 7 Ιουνίου, φονεύεται ο Καπετάν 'Αγρας. Παράλληλα οι Βούλγαροι επιτίθενται στην Αγριανή, στο Νευροκόπι κ.ά.

Από το 1906 ο Τουρκικός Στρατός ανέλαβε σημαντικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και περιόρισε αισθητά τη δράση των ενόπλων ομάδων, ελληνικών και βουλγαρικών. Πάντως κατά τη διετία 1907-1908 τα ελληνικά σώματα είχαν κερδίσει σημαντικό έδαφος σε όλη την έκταση της Μακεδονίας και είχαν διασφαλίσει είτε την παραμονή, είτε την επανασύνδεση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο πολυάριθμων ελληνικών κοινοτήτων.

Το 1907 λαμβάνουν χώρα η Μάχη του Παλαιοχωρίου, όπου σκοτώνεται ο Φούφας και η Μάχη του Λέχοβου (Καπετάν Μουρίκης).

Στις 14 Ιουλίου 1907 σκοτώνεται στις Σέρρες ο Καπετάν Μητρούσης.

Στις 16 Ιουλίου 1907 λαμβάνει χώρα η Μάχη της Γέρμας (θάνατος του Γέρμα).

Τον Αύγουστο του ίδιου έτους, στη Στρώμνιτσα σκοτώνεται ο Καπετάν Νικοτσάρας.

Οι Μακεδονομάχοι αδελφοί Δουγιάμα

Παράλληλα οι αδελφοί Δουγιάμα αναπτύσουν δράση στην περιοχή Γουμένιτσας - Γευγέλη.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1907 λαμβάνει χώρα η Μάχη της Κρυσταλλοπηγής (Καπετάν Στέφος).

Το Μάϊο του 1908 διεξάγεται η Μάχη της Πιπερίτσας - Κέλλης. Είναι η τελευταία μάχη του ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ.

Στις 10 Ιουλίου 1908 εκδηλώνεται το Κίνημα των Νεότουρκων.

Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ λήγει, αλλά ο ανταγωνισμός μεταξύ Ελλήνων, Βουλγάρων, Σέρβων και Τούρκων συνεχίζεται σε άλλα επίπεδα ...


Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ έδωσε τότε στην ελεύθερη Ελλάδα τη δυνατότητα όχι μονάχα να επικαλείται την προαιώνια Ελληνικότητα της Μακεδονίας στα διάφορα συνέδρια, ενάντια στην Βουλγαρική - και κάθε άλλη ξένη - Προπαγάνδα, αλλά και να πραγματοποιήσει το μεγάλο όνειρο του Ελληνικού Έθνους για την Απελευθέρωση της Μακεδονίας - και άλλων υπόδουλων ελληνικών περιοχών - με τους νικηφόρους Α' & Β' Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13, πρώτα κατά της Τουρκίας και έπειτα κατά της Βουλγαρίας!

Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου / 10 Αυγούστου 1913) και την λήξη του Β' Βαλκανικού Πολέμου, ορίζονται τα σύνορα των Βαλκανικών Κρατών και η Μακεδονία εισέρχεται σε μια νέα ιστορική περίοδο, ύστερα από δουλεία πέντε αιώνων, με την πολυπόθητη Ένωσή της πλέον, με την υπόλοιπη ελεύθερη Ελλάδα!


ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ ...

ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ...

"Η ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ ΤΟΥ ΑΙΜΟΥ" Χάρτης από το "Stanford 's Compendium of Geography and Travel: Europe / Volume 1", Λονδίνο 1899.

Πηγή:http://www.thessalonikeis.gr/PAYLOSMELASELIDES/selisMA.htm


Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2008

* Εκοιμήθη ο Αρχιεπίσκοπος κ.κ. Χριστόδουλος








Προς
Το Χριστεπώνυμον Πλήρωμα
της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος.


Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος μετά βαθυτάτης συγκινήσεως Αγγέλλει εις το Χριστεπώνυμον πλήρωμα της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος ότι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Κυρός ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Εκοιμήθη εν Κυρίω την 5.15 τῆς 28ης μηνός Ιανουαρίου 2008.

Η προς Κύριον Εκδημία του Αειμνήστου Αρχιεπισκόπου ημών, δημιουργεί μέγα κενόν εν τη Εκκλησία της Ελλάδος.

Η Εκκλησία της Ελλάδος δέεται υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του Αειμνήστου Αρχιεπισκόπου ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ και υπέρ της Αναδείξεως ανταξίου των περιστάσεων Διαδόχου Αυτού.

Το Σεπτόν Σκήνωμα του Αοιδίμου Αρχιεπισκόπου εκτίθεται από της μεσημβρίας της σήμερον εις Λαϊκόν Προσκύνημα εν τω Καθεδρικώ Ιερώ Ναώ των Αθηνών.

Η Κηδεία θα τελεσθή την Πέμπτην, 31ην Ιανουαρίου 2008, και ώραν 10ην, η δε Ταφή του Σεπτού Αυτού Σκηνώματος θα γίνη εν τω Πρώτω Νεκροταφείω Αθηνών, αμέσως μετά την Εξόδιον Ιεράν Ακολουθίαν.

Η Ιερά Σύνοδος παρακαλεί εκείνους εκ των Πιστών οι οποίοι επιθυμούν να καταθέσουν Στέφανον προς Τιμήν του Σεπτού Νεκρού, όπως αντί τούτου καταθέσουν τας Δωρεάς αυτών υπέρ των Φιλανθρω-πικών Ιδρυμάτων γενικώς.


† Ο Καρυστίας και Σκύρου ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Τοποτηρητής



Ο Αρχιγραμματεύς

† Αρχιμ. Κύριλλος Μισιακούλης

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2008

* Κάλλιστος Ware: 'Σήμερα οι άνθρωποι δεν βρίσκουν λόγο ύπαρξης'


Πεμ, 10 Ιαν 2008
Για την έλλειψη νοήματος στη ζωή και τα αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου κάνει λόγο ο Μητροπολίτης Διοκλείας και καθηγητής Πατρολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης κος Κάλλιστος Ware σε πρόσφατη συνέντευξή του.

Ποια κατά τη γνώμη σας είναι τα σπουδαιότερα πνευματικά προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου;

Κατά την άποψη μου, το σοβαρότερο πνευματικό πρόβλημα του σύγχρονου Ευρωπαίου είναι η απώλεια νοήματος και σκοπού. Στη σύγχρονη Δυτική Ευρώπη οι περισσότεροι άνθρωποι απολαμβάνουν μεγάλο βαθμό υλικής ευμάρειας, σαφώς μεγαλύτερης απ' ότι στο παρελθόν, αλλά όπως είπε ο Κύριος «ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος», καθώς το πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι σήμερα είναι πως δεν βρίσκουν λόγο ύπαρξης, δεν βρίσκουν κανένα σκοπό ή κατεύθυνση στη ζωή τους, και αυτό συμβαίνει όχι μόνο μ' εκείνους που έχουν απωλέσει την πίστη τους, μεγάλος αριθμός χριστιανών αισθάνεται το ίδιο. Ως ένα βαθμό αυτό συνδέεται με μια μεγάλη μεγαλύτερη αποδόμηση της κοινωνίας. Στο παρελθόν, στη Δυτική Ευρώπη, όπως συμβαίνει ακόμη σε άλλα μέρη της γης, οι άνθρωποι γεννιόντουσαν σε μια ζώσα κοινότητα, σε μια ευρύτερη οικογένεια, εντός πολλών δικτύων, εκείνων του χωριού ή της κωμόπολης, και ένοιωθαν ότι κατείχαν μια θέση στην κοινωνία. Σήμερα, ο σύγχρονος Ευρωπαίος νοιώθει μόνος, είτε –συχνότατα-, ακόμη και εάν δύο άνθρωποι συζευχθούν, πρόκειται απλώς περί δύο προσώπων, δεν υφίσταται η ευρύτερη οικογένεια, θείοι, θείες, εξαδέλφια, φίλοι, να τους στηρίξουν.

Ό,τι αποκαλούμε πυρηνική οικογένεια.

Ακριβώς, πυρηνική οικογένεια. Νομίζω δε ότι αυτή [η κατάσταση] υποβάλλει το γάμο σε μεγάλη πίεση και εξάλλου, στη σύγχρονη δυτική κοινωνία μας, ως ένα βαθμό άγνωστο στο παρελθόν, έχουμε ανθρώπους που δεν έχουν συζευχθεί, που πιθανόν να είχαν περιστασιακές σχέσεις με άλλους, αλλ' όχι σταθερές με την έννοια της μακρόχρονης δέσμευσης, καθώς επίσης έχουμε γύρω μας τόσους ανθρώπους των οποίων οι γάμοι είναι διαλυμένοι. Όταν κοιτώ στην εκκλησία μου, εδώ στην Οξφόρδη, εννοώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αναλογίζομαι πόσοι από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχουν πραγματική οικογένεια. Φυσικά, υπάρχουν άλλοι στους οποίους τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά, υφίστανται μητέρα, πατέρας καθώς και οικογένειες με παιδιά, αλλά ακόμη βλέπω τόσους ανθρώπους απομονωμένους.

Όταν δέχομαι τις εξομολογήσεις τους, αντιλαμβάνομαι ότι συνήθως οι άνθρωποι δεν έχουν διαπράξει ασυνήθιστα είτε υπερβολικά μεγάλα αμαρτήματα, και εάν αφουγκραστώ όχι τόσο αυτά που λένε όσο τη σιωπή τους, αυτά που δεν λένε, εκείνο που πραγματικά εξαγορεύουν στην εξομολόγηση είναι το εξής: «Δεν βρίσκω κανένα νόημα στη ζωή μου» . Και κατά συνέπεια, ένας από τους πρώτιστους σκοπούς του πνευματικού πατρός, σήμερα, είναι όχι να επιπλήττει τους ανθρώπους για την κακία τους, όχι να συντρίβει την υπερηφάνειά τους. Πολύ συχνά δεν έχουν ικανή αίσθηση της προσωπικής τους αξίας και νοήματος. Οφείλουμε να προσπαθήσουμε να δώσουμε στους ανθρώπους την αίσθηση ότι ο Θεός τους αγαπά, ότι κάθε ανθρώπινο πρόσωπο είναι μοναδικό, ότι ο Θεός έχει ένα ειδικό σκοπό για κάθε ένα μας και ότι δεν είμαστε απλά πιόνια επιτραπέζιου παιχνιδιού, που μπορούν να αντικατασταθούν. Σε κάθε ανθρώπινο πρόσωπο υπάρχει ένας θησαυρός, ο οποίος δεν ανευρίσκεται σε κανέναν άλλο. Όμως, για μένα αυτό είναι το μεγαλύτερο πνευματικό πρόβλημα. Φέρνω στη μνήμη μου κάποιον, ο οποίος μου εκμυστηρεύτηκε εδώ και λίγες εβδομάδες: «Εάν πέθαινα αύριο, δεν θα το έπαιρνε είδηση κανείς». Οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε αυτή την αίσθηση της μοναξιάς, της απομόνωσης, η οποία συχνά δυνατόν να αποτελεί ένα είδος απόγνωσης.

Κατά συνέπεια, εάν θα μπορούσα να προσθέσω δυό λέξεις ακόμη, σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία για το ανθρώπινο πρόσωπο, είμαστε πλασμένοι κατ' εικόνα Θεού, τουθ' όπερ σημαίνει, πρωτίστως κατ' εικόνα Χριστού. Αυτό όμως ενέχει επίσης την έννοια κατ' εικόνα της Αγίας Τριάδος. Και αν αναρωτηθούμε ποιο είναι το βασικό νόημα της Τριάδος, σαφώς πρόκειται περί του ότι ο Θεός είναι αγάπη, όχι απλά αυταγάπη. Ο Θεός είναι αμοιβαία αγάπη. Δεν είναι ο Θεός απλά η ενδοστρεφής αγάπη του ενός, είναι η συνενωτική και συμμετοχική αγάπη των τριών, του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αυτό που οι Έλληνες Πατέρες καλούν «περιχώρηση». Ώστε, εάν εμείς, τα ανθρώπινα πλάσματα, είμαστε κατ' εικόνα του Τριαδικού Θεού, αυτό σημαίνει ότι είμαστε πλασμένοι να αγαπάμε ο ένας τον άλλο και ότι αδυνατούμε να είμαστε πλήρως ανθρώπινοι εάν είμαστε απομονωμένοι, εάν είμαστε μόνοι. Παρά μέσω των σχέσεών μας με τα άλλα ανθρώπινα πλάσματα φτάνουμε στην ολοκλήρωσή μας.

Διαφορετικά παραμένουμε απλά σαρκικοί.

Ακριβώς. Και θα συμφωνούσα με τον Γάλλο συγγραφέα Bernanos, που γράφει ότι «Κόλαση είναι να μην μπορείς να αγαπήσεις πλέον». Αυτό όμως είναι το πρόβλημα της σύγχρονης κοινωνίας μας. Υπάρχει ασίγαστη δίψα μεταξύ των ανθρώπων, ασίγαστη δίψα για αγάπη. Ίσως δεν το έχουν αντιληφθεί, ίσως θεωρούν ότι υπάρχει δυστυχία, αλλά εάν μπορούσαμε να βρούμε τρόπους στη σύγχρονη κοινωνία μας να πληρώσουμε τη δίψα τους, ώστε οι άνθρωποι να γίνονται πραγματικές Τριαδικές εικόνες...

Απόσπασμα από συνέντευξη του Κάλλιστου Ware
στο Περιοδικό Τόλμη και τον π. Γ. Κανάκη
(τέυχος Οκτωβρίου 2007)
επιμέλεια: enoriaka.gr

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2008

* Ο Χριστιανικός Μοναχισμός στο ξεκίνημά του. Γράφει ο Δημήτριος Ν. Μόσχος

Image Ο μοναχισμός είναι σήμερα μια γνωστή πραγματικότητα μέσα στην Εκκλησία, που επιδιώκει τους γενικούς στόχους ζωής τους οποίους θέτει το Ευαγγέλιο για όλους τους Χριστιανούς, αλλά με έναν ειδικό τρόπο που συνοψίζεται στο τρίπτυχο αγαμία, ακτημοσύνη, υπακοή. Πώς δημιουργήθηκε όμως, αρχικά, ο μοναχισμός και τι χαρακτηριστικά πήρε;



Το χρονικό της δημιουργίας

Κατ’ αρχάς, πρέπει να σημειώσουμε ότι η άσκηση ήταν από την αρχή μια στάση ζωής που διδασκόταν από το Ευαγγέλιο με πρότυπο τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και κατόπιν τους Αποστόλους, οι οποίοι στους μεταγενέστερους αποστολικούς θρύλους, που περιγράφουν τη ζωή τους, εμφανίζονται ως περιοδευτές άγαμοι χαρισματούχοι.
Γι’ αυτό και αρχικά ο μοναχισμός λεγόταν και «αποστολικός βίος». Όμως, οι τυπικοί μοναχοί εμφανίζονται στις αρχές του 4ου αιώνα. Σ’ αυτό, όπως είναι γνωστό, συνέβαλαν οι αποφασιστικές πρωτοβουλίες γνωστών προσωπικοτήτων της χριστιανικής ιστορίας. Ο Μ. Αθανάσιος, βιογραφώντας το Μέγα Αντώνιο (251-356), δίνει το πρώτο πορτρέτο του υποδειγματικού χριστιανού ασκητή, ενώ στην Άνω (Νότια) Αίγυπτο ο Παχώμιος (287-347) οργανώνει την "Κοινωνία" στο Ταβέννησι (320-325), ένα "συνεταιρισμό" ασκητών που έφεραν στην καθημερινή ζωή τις βασικές αρχές της ευαγγελικής αγάπης, μέσα από ομαδική εργασία, διαβίωση και προσευχή, με ανάγνωση της Βίβλου.
Σημαντικότατο βήμα επιτέλεσε κι ο Μ. Βασίλειος (330-379) που, αφού ταξίδεψε στην Αίγυπτο (358-359), οργάνωσε στην επαρχία του, την Καππαδοκία, μοναστικές κοινότητες, με σκοπό να εναρμονισθεί η μοναχική ζωή με την ιδανική ενοριακή συμβίωση όλων των Χριστιανών με ίδιους όρους και κανόνες.

Στην Αίγυπτο, και ειδικότερα στην Κάτω Αίγυπτο (ΝΔ πλευρά του Δέλτα), έχουμε τις περιοχές της Νιτρίας, της Σκήτεως και των Κελλίων, όπου βρίσκονται εγκαταστάσεις μοναστικών κελιών. Εκεί αναπτύσσεται χαλαρός σύνδεσμος ασκητών που ζούσαν σε προσευχή και μόνωση και συναντώνταν κάθε Σάββατο βράδυ σε κοινό γεύμα και Θεία Λειτουργία.
Στην Κεντρική Αίγυπτο, επίσης, δημιουργούνται μεγάλα ημι-κοινοβιακά κέντρα, δηλαδή χαλαρότεροι σύνδεσμοι γύρω από μεγάλες ντόπιες ασκητικές προσωπικότητες (Απολλώ, αββάς Μπανέ) με κοινή Εκκλησία και γεύματα. Τέτοια υπάρχουν στο Νακλούν (κοντά στο Φαγιούμ με τα περίφημα πορτραίτα), το Μπαουίτ (όπου υπήρχαν και θαυμάσιες τοιχογραφίες), ή το Αμπού Φανέ (που ανασκάφηκε πριν μερικά χρόνια από την αυστριακή αρχαιολογική Σχολή).


Στη Συρία και την Παλαιστίνη έχουμε από νωρίς ένα μοναχισμό στον οποίο συνυπάρχουν τα κοινόβια με την αναχωρητική παράδοση της λαύρας (μικρής ομάδας από κελιά με γέροντα πνευματικό πατέρα). Σημαντικές προσωπικότητες εδώ είναι ο άγιος Χαρίτων, ο Ιλαρίων, και κυρίως ο άγιος Ευθύμιος, ο οποίος έζησε στις αρχές του 5ου αι. Στη συνέχεια, η Λαύρα του Ευθυμίου εξελίχθηκε σε μεγάλο κοινόβιο, μετά το 473.
Σημαντικές προσωπικότητες μεταγενέστερα υπήρξαν ο Θεοδόσιος ο "Κοινοβιάρχης" (+529) και ο Σάββας ο Ηγιασμένος (+532).

Ο μοναχισμός πολύ γρήγορα διαδόθηκε και στη Δύση, αφού μέχρι τις αρχές του 5ου αιώνα βασικά κείμενα (Βίος Αντωνίου, Κανόνες Παχωμίου κ.α.) είχαν μεταφρασθεί στα λατινικά. Έτσι εξηγείται ότι πολλές μοναστικές κοινότητες (ειδικά στη Συρία και την Παλαιστίνη) είχαν ένα ιδιαίτερο "διεθνή" χαρακτήρα, αφού συγκέντρωναν όχι μόνο Σύρους αλλά ποικίλης παιδείας και εθνικότητος μοναχούς, και ανάμεσά τους πολλούς Λατίνους.
Στη Συρία, όμως, αναπτύχθηκε και ο Στυλιτισμός (ερημιτική άσκηση πάνω σε στύλους), με σημαντικότερο εκπρόσωπο το Συμεών Στυλίτη (+459), προς τιμήν του οποίου χτίστηκε ολόκληρο συγκρότημα από ναούς, ξενώνες κλπ. στο Telnesin της Συρίας.

Τα κίνητρα και το βίωμα

Σ’ αυτή την πρώτη μορφή μοναχισμού ποιο ήταν το βασικό κίνητρο, που δονούσε τις καρδιές των απλών ανθρώπων, συχνά μη Χριστιανών ακόμη, που αποφάσιζαν να ζήσουν έτσι; Πολλές εξηγήσεις έχουν προταθεί για το φαινόμενο, όπως κοινωνικοοικονομικές (φυγή αγροτών μπροστά στο φόβο του φοροεισπράκτορα), ψυχολογικές-πολιτιστικές (άσκηση ως αποχή από τον αγχογόνο κοινωνικό περίγυρο), λόγοι διαμαρτυρίας για την θεωρούμενη εκκοσμίκευση της Εκκλησίας κλπ. Ορθότερο, όμως, είναι να αφήσει κανείς τις μαρτυρίες των ίδιων των μοναχών να μιλήσουν για τα κίνητρά τους.
Τις μαρτυρίες τις ανιχνεύουμε σε κείμενα, όπως το Γεροντικόν (μια πρώτη μορφή βιωματικής ασκητικής γραμματείας, αποτελούμενης από μικρές ιστορίες αιγυπτίων, κυρίως, μοναχών, της οποίας η πρώτη μορφή ανάγεται τον 6ο αι. στην Παλαιστίνη) ή τους μεγάλους Βίους ασκητών αγίων, τη Λαυσαϊκή Ιστορία του Παλλαδίου Ελενουπόλεως (364-πριν το 431), την Ιστορία των κατ' Αίγυπτον μοναχών κλπ., όταν τα συνδυάσουμε με πορίσματα από αρχαιολογικά ευρήματα μεταγενέστερων μοναστικών εγκαταστάσεων, μετά τον 6ο αι. Εκεί, αυτό που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει τη μοναχική ζωή δεν είναι κάποια τυπική αμφίεση ή μυστηριακή πράξη (δεν υπήρχε ακόμη τότε), αλλά η γλώσσα της εμπειρίας: η μοναχική ζωή είναι «απόταξις», που σημαίνει να παρατήσεις τον παλιό κόσμο του κακού, είναι συγκαταρίθμηση στο «λαό του Θεού», στον «Ισραήλ».
Αυτά σημαίνουν ουσιαστικά μια έμφαση στις υποσχέσεις, που κάθε Χριστιανός δίνει κατά το βάπτισμα (που σήμερα τη δίνει ο νονός, λέγοντας «αποτάσσομαι» κλπ.!), και μια αίσθηση ότι η μοναστική κοινότητα είναι ο λαός που προϋπαντά τον ερχομό της Βασιλείας του Θεού στο εδώ και στο τώρα. Αυτό εξηγεί γιατί πολλά μοναστήρια τοποθετούνται στο «Όρος», ακόμα κι αν το «Όρος» είναι ένας απλός λόφος – απλά επειδή είναι το «Όρος του Κυρίου». Πολλοί μοναχοί βιώνουν τα χαρίσματα της πρώτης Εκκλησίας, που ζει τον ερχομό της Βασιλείας του Θεού, προφητεύουν ή κάνουν θαύματα.
Σ’ αυτά παίζει ρόλο και η έρημος με το βαρύ συμβολικό της φορτίο, επειδή η έρημος είναι ο τόπος επιφανείας του Κυρίου και, ταυτόχρονα, το ορμητήριο των δαιμόνων, όπου ο μοναχός πηγαίνει και τους εκδιώκει. Λίγο αργότερα αυτή η έντονη, ενθουσιαστική βίωση της Βασιλείας του Θεού θα πάρει έναν πιο κλειστό, στοχαστικό και μυστικό χαρακτήρα μέσα στο κελί, υπό την επίδραση των ασκητικών συστημάτων, της συστηματοποίησης της προσευχής, της διάκρισης των λογισμών κλπ., κυρίως με τον Ευάγριο τον Ποντικό, που έζησε στα Κελλία της Νιτρίας και πέθανε το 399. Στο κοινόβιο θα οργανωθεί με τον τονισμό της «υπακοής».

Κατά τα επόμενα χρόνια, ο μοναχισμός θα εξελίξει τις μορφές αυτές ανάλογα και με τις ανάγκες της εκκλησίας και της κοινωνίας. Αλλά αυτό πρέπει να το αναλύσουμε ξεχωριστά.

*Ο κ. Δημήτριος Μόσχος
είναι Λέκτωρ Γενικής Εκκλησιαστικής Ιστορίας
Τμήματος Θεολογίας Παν/μίου Αθηνών

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2007

* Ο ΘΕΟΣ ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ Κάλλιστος Γουέαρ

Κάλλιστος Γουέαρ, Επίσκοπος Διοκλείας

Ο Ορθόδοξος Δρόμος

Ο ΘΕΟΣ ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ


«... Θεός ην εν Χριστώ κόσμον καταλλάσσων εαυτώ...» (Β' Κορ. 5,19)

Δίψασε τον Ιησού και θα σε ξεδιψάσει με την αγάπη του. (Άγ. Ισαάκ ο Σύρος)

Ο Αββάς Ισαάκ είπε: «Κάποτε καθόμουνα με τον Αββά Ποιμένα και είδα ότι βρισκόταν σε έκσταση· κι επειδή συνήθιζα να του μιλώ με παρρησία, του έβαλα μετάνοια και τον ρώτησα: «Πες μου, πού ήσουνα;» Κι εκείνος δεν ήθελε να μου πει. Αλλά όταν τον πίεσα, απάντησε: «Οι σκέψεις μου ήταν στην Παρθένο Μαρία, τη Μητέρα του Θεού, που στεκόταν κι έκλαιγε μπροστά στο Σταυρό του Σωτήρα· και θα επιθυμούσα να μπορώ να κλαίω πάντα όσο έκλαιγ' εκείνη τότε». (Αποφθέγματα των Πατέρων της Ερήμου).


Ο ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ.

Πρός το τέλος της Έρημης Χώρας του ο T.S. Eliot γράφει:

Ποιος ειν' ο τρίτος που πάντα περπατάει δίπλα σου;
Όταν μετρώ, είμαστε μόνο εσύ κι εγώ μαζί.
Μα σαν κοιτάζω μπρος, στον άσπρο δρόμο
είναι πάντα κάποιος που περπατάει δίπλα σου...

Εξηγεί στις σημειώσεις ότι έχει στο νου του την ιστορία που λέγονταν για την εξευρενητική αποστολή του Shackleton στην Ανταρκτική· πώς η ομάδα των εξερευνητών όταν βρισκόταν στο έσχατο σημείο της δυνάμεώς της επανειλημένα ένιωσε ότι υπήρχε έν' ακόμη μέλος που πράγματι μπορούσε να υπολογιστεί μαζί τους. Πολύ πριν απ' τον Shackleton, ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ της Βαβυλώνας είχε μια παρόμοιαν εμπειρία: «ουχί άνδρας τρεις εβάλομεν εις το μέσον του πυρός πεπεδημένους; ... ιδού εγώ ορώ άνδρας τέσσαρας λελυμένους και περιπατούντας εν μέσω του πυρός, και διαφθορά ουκ έστιν εν αυτοίς, και η όρασις του τετάρτου ομοία υιώ Θεού» (Δαν. 3, 24-25).

Τέτοια είναι για μας η έννοια του Ιησού, του Σωτήρα μας. Είν' αυτός που περπατάει πάντα δίπλα μας όταν έχουμε φτάσει στο έσχατο όριο της δύναμής μας, αυτός που βρίσκεται μαζί μας στην αγριάδα του πάγου ή στη λαύρα της φωτιάς. Στον καθένα μας, στην ώρα της πιο μεγάλης μας μοναξιάς ή δοκιμασίας, αυτός ο λόγος λέγεται: Δεν είσαι μόνος· έχεις ένα σύντροφο.

Τελειώσαμε το προηγούμενο κεφάλαιο μιλώντας για την αλλοτρίωση και την εξορία του ανθρώπου. Είδαμε πώς η αμαρτία η προπατορική και η προσωπική έχει δημιουργήσει ένα χάσμα μεταξύ Θεού και ανθρώπου, που ο άνθρωπος δεν μπορεί να γεφυρώσει με τις δικές του δυνάμεις δίχως βοήθεια. Αποκομένος απ' το Δημιουργό του, χωρισμένος απ' τους συνανθρώπους του, εσωτερικά διασπασμένος, ο πεπτωκώς άνθρωπος δεν είχε τη δύναμη να θεραπεύσει τον εαυτό του. Πού -έτσι ρωτήσαμε- θα μπορούσε να βρεθεί μια γιατριά;

Είδαμε ακόμη πως η Τριάς, σαν Θεός προσωπικής αγάπης, δεν μπορούσε να μείνει αδιάφορη στη δυστυχία του ανθρώπου αλλά μπήκε μέσα σ' αυτήν. Ως ποιο σημείο έχει φτάσει αυτή η θεϊκή ανάμιξη;

Η απάντηση είναι ότι έχει φτάσει ως το πιο μακρινό δυνατό σημείο. Αφού ο άνθρωπος δεν μπορούσε να έρθει στο Θεό, ο Θεός ήρθε στον άνθρωπο, ταυτίζοντας τον εαυτό του με τον άνθρωπο με τον πιο άμεσο τρόπο. Ο αιώνιος Λόγος και Γιος του Θεού, το δεύτερο πρόσωπο της Τριάδος, έγινε αληθινός άνθρωπος, ένας από μας· γιάτρεψε και ζωογόνησε την ανθρώπινη φύση μας παίρνοντάς την όλη μέσα στον εαυτό του. Με τα λόγια του «Πιστεύω»: «Πιστεύω ... και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν... Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού... ομοούσιον τω Πατρί... τον δι' ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου...» Αυτός λοιπόν είναι ο σύντροφός μας στην παγωνιά και στη φωτιά· ο Κύριος Ιησούς που έλαβε σάρκα από την Παρθένο, ένας από την Τριάδα και συγχρόνως ένας από μας, ο Θεός μας κι 'αδερφός μας.


ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ.

Σε μια προηγούμενη ενότητα ερευνήσαμε την Τριαδική σημασία της Προσευχής του Ιησού, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Ας εξετάσουμε τι έχει να μας πει αυτή η προσευχή για την ενσάρκωση του Ιησού Χριστού και για τη θεραπεία μας απ' αυτόν και μέσα σ' αυτόν.

Υπάρχουν στην Προσευχή του Ιησού δύο «πόλοι» ή δύο ακραία σημεία. «Κύριε...Υιέ του Θεού»· η Προσευχή μιλάει πρώτα για τη δόξα του Θεού, διακηρύσσοντας τον Ιησού σαν Κύριο όλης της δημιουργίας και σαν τον αιώνιο Υιό. Έπειτα στο κλείσιμό της η Προσευχή στρέφεται στην καταστασή μας ως αμαρτωλών -αμαρτωλών εξ αιτίας της πτώσης, αμαρτωλών από τις προσωπικές μας πράξεις τις λαθεμένες: «... με τον αμαρτωλόν». Είναι σημαντικό το ότι λέμε «ελέησόν με τον αμαρτωλόν»- σα να ήμουν εγώ ο μοναδικός αμαρτωλός.

Έτσι η προσευχή αρχίζει με λατρεία και τελειώνει με μετάνοια. Ποιος ή τι μπορεί να συμφιλιώσει αυτά τα δύο άκρα της θείας δόξας και της ανθρώπινης αμαρτωλότητας; Υπάρχουν τρεις λέξεις στην Προσευχή που δίνουν την απάντηση.

Η πρώτη είναι «Ιησούς», το προσωπικό όνομα που δόθηκε στο Χριστό μετά την ανθρώπινη γέννησή του από την Παρθένο Μαρία. Αυτό το όνομα έχει την έννοια του Σωτήρα· καθώς είπε ο άγγελος στο θετό πατέρα του Χριστού, τον άγ. Ιωσήφ: «και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν, αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού των αμαρτιών αυτών» (Ματθ. 1, 21).

Η δεύτερη λέξη είναι ο τίτλος «Χριστός», η αντίστοιχη ελληνική απόδοση του «Μεσσίας», που σημαίνει Αυτός που έχει χριστεί από το Άγιο Πνεύμα του Θεού. Για τους Εβραίους της Π. Διαθήκης ο Μεσσίας ήταν ο αναμενόμενος λυτρωτής, ο μελλοντικός βασιλιάς που με τη δύναμη του Πνεύματος θα τους ελευθέρωνε από τους εχθρούς τους.

Η τρίτη λέξη είναι «έλεος», ένας όρος που σημαίνει αγάπη στην πράξη, αγάπη που εργάζεται για να φέρει τη συγχώρεση, την απελευθέρωση, την ολοκλήρωση. Το να έχεις έλεος σημαίνει ν' απαλλάξεις τον άλλο από την ενοχή που δεν μπορεί να εξαλείψει με τις δικές του προσπάθειες· να τον απαλλάξεις από τα χρέη που ο ίδιος δεν μπορεί να πληρώσει· να τον γιατρέψεις από την αρρώστεια, για την οποία δεν μπορεί να βρει αβοήθητος καμμιά γιατριά. Ο όρος «έλεος» σημαίνει ακόμη ότι όλ' αυτά προσφέρονται σαν ένα ελεύθερο δώρο· αυτός που ζητάει έλεος δεν έχει απαιτήσεις απ' τον άλλο, δεν έχει δικαιώματα για να τα επικαλεστεί.

Η προσευχή του Ιησού λοιπόν δείχνει και το πρόβλημα του ανθρώπου και τη λύση του Θεού. Ο Ιησούς είναι ο Σωτήρας, ο κεχρισμένος βασιλιάς, αυτός που έχει το έλεος. Αλλά η προσευχή μας λέει ακόμη κάτι περισσότερο για το πρόσωπο του ίδιου του Ιησού. Προσφωνείται «Κύριος» και «Υιός του Θεού»· εδώ η Προσευχή μιλάει για τη θεότητά του, για την υπερβατικότητα και για την αιωνιότητά του. Προσφωνείται όμως εξ ίσου «Ιησούς», δηλ. με το προσωπικό όνομα που η μητέρα του και ο θετός του πατέρας του έδωσαν μετά την ανθρώπινη γέννησή του στη Βηθλεέμ. Έτσι η Προσευχή μιλάει επίσης για την ανθρώπινη φύση του, για την γνήσια πραγματικότητα της ανθρώπινης γέννησής του.

Η Προσευχή του Ιησού είναι επομένως μια κατάφαση της πίστης στον Ιησού Χριστό που είναι και αληθινός Θεός και απόλυτα άνθρωπος. Είναι ο Θεάνθρωπος που μας σώζει από τις αμαρτίες μας, ακριβώς επειδή είναι ταυτόχρονα και Θεός και άνθρωπος. Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να έρθει στο Θεό, έτσι ο Θεός ήρθε στον άνθρωπο -κάνοντας τον εαυτό του ανθρώπινο. Μέσα στην «εκστατική» του αγάπη, ο Θεός ενώνεται με τη δημιουργία του πιο στενά από την κάθε δυνατή ένωση, καθώς γίνεται ο ίδιος αυτό που δημιούργησε. Ο Θεός σαν άνθρωπος εκπληρώνει το μεσολαβητικό έργο που ο άνθρωπος απέκρουσε κατά την πτώση. Ο Ιησούς, ο Σωτήρας μας, γεφυρώνει την άβυσσο ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο γιατί είναι ταυτόχρονα και Θεός και άνθρωπος. Όπως λέμε σ' έναν από τους ορθόδοξους ύμνους της παραμονής των Χριστουγέννων, «Ο ουρανός και η γη σήμερον ηνώθησαν, τεχθέντος του Χριστού. Σήμερον Θεός επί γης παραγέγονε, και άνθρωπος εις ουρανούς αναβέβηκε».

Η ενσάρκωση λοιπόν είναι η υπέρτατη πράξη του Θεού για να μας απολυτρώσει και να ξανασυνδέσει την επικοινωνία μας μαζί του. Αλλά τι θα είχε γίνει αν δεν είχε συμβεί ποτέ μια πτώση; Θα είχε διαλέξει ο Θεός να γίνει άνθρωπος ακόμη κι αν ο άνθρωπος δεν είχε αμαρτήσει ποτέ; Θάπρεπε να θεωρηθεί η ενσάρκωση απλώς σαν απάντηση του Θεού στη δύσκολη θέση του πεπτωκότος ανθρώπου, ή είναι κατά κάποιο τρόπο μέρος της αιώνιας πρόθεσης του Θεού; Μήπως θάπρεπε να κοιτάξουμε πίσω από την πτώση και να δούμε την πράξη της ενανθρώπισης του Θεού σαν την εκπλήρωση της αληθινής μοίρας του ανθρώπου;

Σ' αυτή την υποθετική ερώτηση δεν μπορούμ' εμείς, στην τωρινή μας κατάσταση, να δώσουμε καμιά τελική απάντηση. Αφού ζούμε μέσα στην πτωτική κατάσταση, δεν μπορούμε να φανταστούμε καθαρά ποια θάταν η σχέση του Θεού με το ανθρώπινο γένος αν δεν είχε συμβεί η πτώση. Οι χριστιανοί συγγραφείς έτσι, στις περισσότερες περιπτώσεις, έχουν περιορίσει την εξέταση του θέματος της ενσάρκωσης στο πλαίσιο της πτωτικής κατάστασης του ανθρώπου. Αλλά υπάρχουν μερικοί που ριψοκινδύνεψαν μιαν ευρύτερη θεώρηση, ιδιαίτερα ο άγ. Ισαάκ ο Σύρος και ο άγ. Μάξιμος ο Ομολογητής στην Ανατολή, καθώς και ο Duns Scotus στη Δύση. Η Ενσάρκωση, λέει ο άγ. Ισαάκ, είναι το πιο ευλογημένο και το πιο χαρμόσυνο πράγμα που θα μπορούσε να είχε συμβεί στο ανθρώπινο γένος. Μπορεί λοιπόν νάναι σωστό, το να ορίσουμε σαν αιτία γι' αυτό το χαρμόσυνο γεγονός κάτι που ίσως ποτέ να μη συνέβαινε και που στ' αλήθεια δεν θάπρεπε ποτέ να έχει γίνει έτσι; Βέβαια ο άγ. Ισαάκ πιστεύει, ότι η πρόσληψη της ανθρωπότητάς μας απ' το Θεό πρέπει να κατανοηθεί όχι μόνο σαν μια απάντηση στην αμαρτία του ανθρώπου, αλλά επίσης και κυρίως σαν μια πράξη αγάπης, σαν μια έκφραση της ίδιας της φύσης του Θεού. Ακόμη κι αν η πτώση δεν είχε γίνει, ο Θεός, μέσα στην απεριόριστη, εκστατική του αγάπη θα είχε πάλι διαλέξει να ταυτίσει τον εαυτό του με τη δημιουργία του με το να γίνει άνθρωπος.

Η Ενσαάρκωση του Χριστού, ιδωμένη μ' αυτό τον τρόπο, έχει περισσότερη σημασία από μια αναίρεση της πτώσης ή από μια αποκατάσταση του ανθρώπου στην αρχική του κατάσταση μέσα στον Παράδεισο. Όταν ο Θεός γίνεται άνθρωπος, αυτό σημαδεύει την αρχή ενός ουσιαστικά νέου σταδίου στην ιστορία του ανθρώπου και όχι μόνο μια επιστροφή στο παρελθόν. Η Ενσσάρκωση ανεβάζει τον άνθρωπο σ' ένα καινούργιο επίπεδο· η τελευταία κατάσταση είναι υψηλότερη από την πρώτη. Μόνο μέσα στον Ιησού Χριστό βλέπουμε ν' αποκαλύπτονται όλες οι δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης μας· μέχρι να γεννηθεί, η αληθινή σημασία της προσωπικότητάς μας μας ήταν κρυμένη. Η γέννηση του Χριστού, όπως λέει ο Μ. Βασίλειος, είναι «η γενέθλια ημέρα όλου του ανθρώπινου γένους». Ο Χριστός είναι ο πρώτος τέλειος άνθρωπος -τέλειος δηλ. όχι μόνο δυναμικά, όπως ήταν ο Αδάμ με την αθωότητά του πριν από την πτώση, αλλά με την έννοια της απόλυτα πραγματοποιημένης «ομοίωσης». Η Ενσάρκωση λοιπόν δεν είναι μόνο ένας τρόπος για ν' απαλειφθούν τα αποτελέσματα του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά είναι ένα ουσιαστικό στάδιο στο ταξίδι του ανθρώπου από τη θεία εικόνα στη θεϊκή εξομοίωση. Η αληθινή εικόνα και ομοίωση του Θεού είναι ο ίδιος ο Χριστός· κι έτσι, από την πρώτη-πρώτη στιγμή της δημιουργίας του ανθρώπου κατ' εικόνα, η Ενσάρκωση του Χριστού, κατά κάποιο τρόπο είχε υπονοηθεί. Η αληθινή αιτία λοιπόν για την Ενσάρκωση δεν βρίσκεται στην αμαρτωλότητα του ανθρώπου αλλά στη μη πεπτωκυία φύση του, στην ύπαρξή του που έγινε σύμφωνα με τη θεϊκή εικόνα και είναι ικανή να ενωθεί με το Θεό.


ΔΙΤΤΟΣ ΚΑΙ ΕΝΑΣ

Η Ορθόδοξη πίστη στην Ενσάρκωση συγκεφαλαιώνεται στην επωδό του Χριστουγεννιάτικου ύμνου του Ρωμανού του Μελωδού: «Παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός». Σ' αυτή τη σύντομη φράση περιέχονται τρεις διαβεβαιώσεις:

1. Ο Ιησούς Χριστός είναι πλήρης και τέλειος Θεός.
2. Ο Ιησούς Χριστός είναι πλήρης και τέλειος άνθρωπος.
3. Ο Ιησούς Χριστός δεν είναι δύο, αλλά ένα πρόσωπο.

Αυτό ερμηνεύτηκε με λεπτομέρειες από τις Οικουμενικές Συνόδους. Όπως ακριβώς οι δύο πρώτες από τις εφτά ασχολήθηκαν με το Τριαδικό δόγμα, έτσι και οι υπόλοιπες πέντε ασχολήθηκαν με το δόγμα της Ενσάρκωσης.

Η τρίτη Σύνοδος (Έφεσος, 431) διατύπωσε ότι η Παρθένος Μαρία είναι Θεοτόκος ή «Μητέρα του Θεού». Σε συνάρτηση μ' αυτό τον τίτλο υπάρχει μια διαβεβαίωση, όχι κυρίως για την Παρθένο, αλλά για το Χριστό: Ο Θεός γεννήθηκε. Η Παρθένος είναι Μητέρα όχι ενός ανθρώπινου προσώπου ενωμένου με το θείο πρόσωπο του Λόγου, αλλ' ενός μοναδικού, αχώριστου προσώπου που είναι ταυτόχρονα Θεός και άνθρωπος. Η τέταρτη Σύνοδος (Χαλκηδόνα, 451) διακήρυξε ότι υπάρχουν μέσα στον Ιησού Χριστό δύο φύσεις, η μία θεία και η άλλη ανθρώπινη. Σύμφωνα με τη θεϊκή του φύση ο Χριστός είναι ομοούσιος με τον Θεό Πατέρα· σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση του είναι ομοούσιος με μας τους ανθρώπους. Δηλαδή σύμφωνα με τη θεϊκή του φύση είναι πλήρης και τέλειος Θεός· είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγ. Τριάδος, ο μοναδικός «μονογενής» και αιώνιος Υιός του αιωνίου Πατρός, που γεννήθηκε από τον Πατέρα προ πάντων των αιώνων. Σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση του είναι πλήρης και τέλειος άνθρωπος· αφού γεννήθηκε στη Βηθεέμ σαν έν' ανθρώπινο παιδί από την Παρθένο Μαρία, δεν έχει μόνο έν' ανθρώπινο σώμα σαν το δικό μας, αλλά και μια ψυχή ανθρώπινη και νου. Όμως, αν και ο ενσαρκωθείς Χριστός υφίσταται «με δύο φύσεις» είναι ένα πρόσωπο, μόνο και αχώριστο και όχι δύο πρόσωπα που συνυπάρχουν στο ίδιο σώμα.

Η πέμπτη Σύνοδος (Κωνσταντινούπολις, 553), αναπτύσσοντας ό,τι είχε ειπωθεί από την τρίτη, δίδαξε ότι «ένας από την Αγ. Τριάδα υπέφερε ως προς τη σάρκα». Ακριβώς όπως είναι εύλογο να πούμε ότι ο Θεός γεννήθηκε, έτσι μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι Ο Θεός πέθανε. Στην κάθε περίπτωση βέβαια προσδιορίζουμε ότι αυτό λέγεται για το Θεό που έγινε άνθρωπος. Ο Θεός μέσα στην υπερβατικότητά του δεν υπόκειται ούτε σε γέννηση ούτε σε θάνατο, αλλ' αυτά τα πράγματα τα έχει όντως υποφέρει ο ενσαρκωθείς Λόγος.

Η έκτη Σύνοδος (Κωνσταντινούπολις, 680-681), λαμβάνοντας υπ' όψη ό,τι είχε ειπωθεί στην τέταρτη, βεβαίωσε ότι, όπως ακριβώς υπάρχουν μέσα στο Χριστό δύο φύσεις, η θεϊκή και η ανθρώπινη, έτσι υπάρχει στο Χριστό όχι μόνο μια θεϊκή αλλά και μια ανθρώπινη θέληση· γιατί, αν ο Χριστός δεν είχε θέληση ανθρώπινη σαν τη δική μας, δεν θάταν στ' αλήθεια άνθρωπος σαν και μας. Παρ' όλ' αυτά οι δύο αυτές θελήσεις δεν είναι αντίθετες και δεν συγκρούονται η μια με την άλλη, γιατί η ανθρώπινη θέληση πάντοτε υποτάσσεται ελεύθερα στη θεία.

Η έβδομη Σύνοδος (Νίκαια, 787), επισφραγίζοντας τις τέσσερις προηγούμενες, διακήρυξε ότι, αφού ο Χριστός έγινε αληθινός άνθρωπος, είναι εύκολο ν' απεικονίζουμε το πρόσωπό του πάνω στις άγιες εικόνες· και, αφού ο Χριστός είναι ένα και όχι δύο πρόσωπα, αυτές οι εικόνες δεν μας δείχνουν μόνο την ανθρωπότητά του σε διαχωρισμό από τη θεότητά του, αλλά μας δείχνουν το ένα πρόσωπο του αιώνιου Λόγου που σαρκώθηκε.

Επομένως υπάρχει μία αντίθεση στην τεχνική διατύπωση του τριαδικού δόγματος και της διδασκαλίας για την ενσάρκωση. Στην περίπτωση της Τριάδος, βεβαιώνουμε μία μόνη συγκεκριμένη ουσία ή φύση σε τρία πρόσωπα· και είναι χάρη σ' αυτή τη ρητή ενότητα της ουσίας που τα τρία πρόσωπα έχουν μια μόνη θέληση ή ενέργεια. Στην περίπτωση του ενσαρκωθέντος Χριστού, αντίθετα, υπάρχουν δύο φύσεις, μία η θεϊκή και η άλλη, η ανθρώπινη· αλλά υπάρχει ένα μόνο πρόσωπο, ο αιώνιος Λόγος που έχει γίνει άνθρωπος. Και ενώ τα τρία θεία πρόσωπα της Τριάδος έχουν μόνο μια θέληση και ενέργεια, το ένα πρόσωπο του Ενσαρκωθέντος Χριστού έχει δύο θελήσεις και ενέργειες, που αντιστοιχούν στις δύο του φύσεις. Όμως αν και υπάρχουν στον ενσαρκωθέντα Χριστό δύο φύσεις και δύο θελήσεις, αυτό δεν καταστρέφει την ενότητα του προσώπου του· μέσα στο Ευαγγέλιο το κάθε τι που λέει, κάνει ή υποφέρει ο Χριστός, πρέπει να προσγράφεται στο ένα και στο ίδιο προσωπικό υποκείμενο, τον αιώνιο Λόγο του Θεού που τώρα έχει γεννηθεί σαν άνθρωπος, μέσα σε τόπο και χρόνο.

Υπογραμμίζοντας τους συνοδικούς ορισμούς για το Χριστό ως Θεό και άνθρωπο, βλέπουμε πως υπάρχουν δύο βασικές αρχές που αφορούν τη σωτηρία μας. Πρώτο, μόνον ο Θεός μπορεί να μας σώσει. Ένας προφήτης ή δάσκαλος της ηθικής δεν μπορεί να γίνει ο λυτρωτής του κόσμου. Αν, λοιπόν, ο Χριστός πρέπει να είναι ο Σωτήρας μας, πρέπει να είναι πλήρης και τέλειος Θεός. Δεύτερο, η σωτηρία πρέπει να φτάσει στο σημείο της ανθρώπινης ανάγκης. Μόνο αν ο Χριστός είναι πλήρης και τέλειος άνθρωπος όπως κι' εμείς, μπορούμε εμείς οι άνθρωποι να μετέχουμε σ' αυτά που έχει κάνει για μας.

Θα ήταν λοιπόν μοιραίο για τη διδασκαλία τη σχετική με τη σωτηρία μας, αν έπρεπε να θεωρούμε το Χριστό με τον τρόπο των Αρειανών, σαν ένα είδος ημιθέου που βρίσκεται σε μια σκοτεινή ενδιάμεση περιοχή ανάμεσα στην ανθρωπότητα και τη θεότητα. Η Χριστιανική διδασκαλία για τη σωτηρία μας απαιτεί να τονίζουμε και τα δύο μέρη στον ύψιστο βαθμό. Δεν πρέπει να τον σκεφτόμαστε σαν «μισό και μισό». Ο Ιησούς Χριστός δεν είναι μισός Θεός και μισός άνθρωπος, αλλά τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Στην επιγραμματική φράση του αγ. Λέοντος του Μεγάλου είναι totus in suis, totus in nostris: «τέλειος σε ό,τι είναι δικό του, τέλειος σε ό,τι είναι δικό μας».

Τέλειος σ' ότι είναι δικό του:Ο Ιησούς Χριστός είναι για μας το παράθυρο προς το θεϊκό βασίλειο, που μας δείχνει τι είναι ο Θεός. «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε· ο μονογενής Θεός ο ων εις τον κόλπον του Πατρός εκείνος εξηγήσατο» (Ιω. 1,18).

Τέλειος σε ό,τι είναι δικό μας: Ο Ιησούς Χριστός είναι ο δεύτερος Αδάμ, που μας δείχνει τον αληθινό χαρακτήρα της ανθρώπινης προσωπικότητάς μας. Ο Θεός μόνος είναι ο τέλειος άνθρωπος.

Ποιος είναι ο Θεός; Ποιος είμαι εγώ; Στις δύο αυτές ερωτήσεις ο Ιησούς Χριστός μας δίνει την απάντηση.


Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΩΣ ΜΕΤΟΧΗ

Το Χριστιανικό μήνυμα της σωτηρίας μπορεί να συνοψιστεί πιο καλά με τους όρους μετοχή, συμπαράσταση και ταύτιση. Η έννοια της μετοχής ειν' ένα κλειδί παρόμοιο με το δόγμα του Τριαδικού Θεού και με τη διδασκαλία για την ενανθρώπιση του Θεού. Το Τριαδικό δόγμα βεβαιώνει ότι, όπως ακριβώς ο άνθρωπος είναι αυθεντικά προσωπικός μόνον όταν μοιράζεται τα πάντα με τους άλλους, έτσι και ο Θεός δεν είναι ένα μόνο πρόσωπο που κατοικεί μόνο του, αλλά τρία πρόσωπα που συμμετέχουν το ένα στη ζωή του άλλου με τέλεια αγάπη. Η Ενσάρκωση είναι επίσης μια διδασκαλία μετοχής ή συμμετοχής. Ο Χριστός συμμετέχει απόλυτα στο κάθε τι που μας αποτελεί κι έτσι μας δίνει τη δυνατότητα να συμμετέχουμε σ' αυτά που τον αποτελούν στη θεϊκή ζωή του και στη δόξα του. Έγινε ό,τι είμαστε για να μας κάνει ό,τι είναι αυτός.

Ο Απ. Παύλος το εκφράζει αυτό μεταφορικά με όρους του πλούτου και της φτώχειας: «γινώσκετε γαρ την χάριν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ότι δι' υμάς επτώχευσε πλούσιος ων, ίνα υμείς τη εκείνου πτωχεία πλουτήσητε» (Β'Κορ. 8,9). Τα πλούτη του Χριστού είναι η αιώνια δόξα του· η φτώχεια του Χριστού είναι η απόλυτη ταύτισή του με την ξεπεσμένη ανθρώπινη κατάστασή μας. Με τα λόγια ενός Ορθόδοξου Χριστουγεννιάτικου ύμνου: «Καθώς πέρα για πέρα ντύθηκες τη φτώχεια μας, έκαμες θεία τη γήινη φύση μας με την ένωσή σου και τη μετοχή σου σ' αυτήν». Ο Χριστός μετέχει στο θάνατό μας, κι εμείς μετέχουμε στη ζωή του· «εκένωσεν εαυτόν», ενώ εμάς μας «υπερύψωσεν» (Φιλ. 2,5-9). Η κάθοδος του Θεού καθιστά δυνατή την άνοδο του ανθρώπου. Ο άγ. Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει: «Με άφατο τρόπο το άπειρο περιορίζεται, ενώ το πεπερασμένο εκτείνεται στο μέτρο του απείρου».

Όπως είπε ο Χριστός στο Μυστικό Δείπνο: «καγώ την δόξαν ην δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν, εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί, ίνα ώσι τετελειωμένοι εις εν» (Ιω. 17,22-23). Ο Χριστός μας ικανώνει να συμμετέχουμε στη θεϊκή δόξα του Πατέρα. Είναι ο σύνδεσμος και το σημείο επαφής· επειδή είναι άνθρωπος, είναι ένα με μας· επειδή είναι Θεός, είναι ένα με τον Πατέρα. Έτσι μέσω και εν αυτώ είμαστε ένα με το Θεό, και η δόξα του Πατέρα γίνεται δική μας δόξα. Η Ενσάρκωση του Θεού ανοίγει το δρόμο για τη θέωση του ανθρώπου. Το να θεωθεί κανείς σημαίνει, με μεγαλύτερη σαφήνεια, να «χριστοποιηθεί»· η θεϊκή ομοιότητα που καλούμαστε να φτάσουμε είναι η ομοίωση του Χριστού. Μέσω του Ιησού που είναι Θεάνθρωπος εμείς οι άνθρωποι «θεούμεθα», θεοποιούμαστε, γινόμαστε «θείας κοινωνοί φύσεως» (Β'Πετρ. 1,4). Προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση μας, ο Χριστός που είναι Γιος του Θεού από τη φύση του μας έχει κάνει γιους του Θεού κατά χάρη. Εν αυτώ είμαστε «υιοθετημένοι» από το Θεό Πατέρα, και γινόμαστε γιοι εν τω Υιώ.

Αυτή η αντίληψη για τη σωτηρία ως συμμετοχή προϋποθέτει δύο πράγματα ιδιαίτερα σε σχέση με την Ενσάρκωση. Πρώτο, προϋποθέτει ότι ο Χριστός δεν πήρε μόνο έν' ανθρώπινο σώμα, σαν το δικό μας, αλλά κι ανθρώπινο πνεύμα, νου και ψυχή σαν τα δικά μας. Η αμαρτία, όπως είδαμε, έχει την πηγή της όχι μόνο εκ των κάτω αλλά κι εκ των άνω· δεν είναι υλική ως προς την προέλευσή της, αλλά πνευματική. Η πλευρά του ανθρώπου λοιπόν που έχει ανάγκη να λυτρωθεί δεν είναι κατά κύριο λόγο το σώμα του αλλά η θέλησή του και το κέντρο της ηθικής εκλογής του. Αν ο Χριστός δεν είχε ανθρώπινο νου, τότε αυτό μοιραία θα κλόνιζε τη δεύτερη αρχή της σωτηρίας, το ότι δηλ. η θεϊκή σωτηρία πρέπει να φτάσει στο σημείο της ανθρώπινης ανάγκης.

Η σπουδαιότητα αυτής της αρχής ξανατονίστηκε κατά το δεύτερο μισό του 4ου αι., όταν ο Απολλινάριος έφτιαξε τη θεωρία για την οποία γρήγορα καταδικάστηκε ως αιρετικός -ότι στην Ενσάρκωση ο Χριστός πήρε μόνο ανθρώπινο σώμα και όχι ανθρώπινο νου ή λογική ψυχή. Σ' αυτό απάντησε ο άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Το απρόσληπτον και αθεράπευτον». Ο Χριστός δηλαδή μας σώζει με το να γίνει ό,τι είμαστε κι εμείς· μας θεραπεύει παίρνοντας τη διασπασμένη μας ανθρώπινη φύση μέσα στον εαυτό του, «προσλαμβάνοντάς» την, έτσι που νάναι δική του, μπαίνοντας στην ανθρώπινη εμπειρία μας και γνωρίζοντάς την εκ των έσω, γιατί ο ίδιος είναι ένας από μας. Αλλ' αν αυτή η συμμετοχή του στην ανθρωπότητά μας ήταν κατά κάποιο τρόπο ατελής, τότε και η σωτηρία του ανθρώπου θα ήταν επίσης ατελής. Αν πιστεύουμε ότι ο Χριστός μας έχει φέρει καθολική σωτηρία, τότε συνάγεται ότι έχει προσλάβει τα πάντα.

Δεύτερο, αυτή η αντίληψη για τη σωτηρία ως συμμετοχή προϋποθέτει -αν και πολλοί δίστασαν να το πουν ανοιχτά- ότι ο Χριστός έχει προσλάβει όχι μόνο τη μη πεπτωκυία αλλά και την πεπτωκυία ανθρώπινη φύση. Όπως τονίζει η Επιστολή προς Εβραίους (και σ' όλη την Κ. Διαθήκη δεν υπάρχει πιο σημαντικό Χριστολογικό κείμενο απ' αυτό): «ου γαρ έχομεν αρχιερέα μη δυνάμενον συμπαθήσαι ταις ασθενείαις ημών, πεπειρασμένον δε κατά πάντα καθ' ομοιότητα χωρίς αμαρτίας» (Εβρ. 4, 15). Ο Χριστός ζει τη ζωή του πάνω στη γη κάτω από τις συνθήκες της πτώσης. Ο ίδιος δεν είναι αμαρτωλό πρόσωπο, αλλά μέσα στη συμπαράστασή του για τον πεπτωκότα άνθρωπο δέχεται ως έσχατο όριο τις συνέπειες της αμαρτίας του Αδάμ. Δέχεται απόλυτα όχι μόνο τις φυσικές συνέπειες, όπως είναι η κούραση, ο σωματικός πόνος και προσωρινά ο χωρισμός σώματος και ψυχής με το θάνατο. Δέχεται επίσης τις ηθικές συνέπειες, τη μοναξιά, την αλλοτρίωση, την εσωτερική σύγκρουση. Ίσως φανεί τολμηρό να τ' αποδώσουμε όλ' αυτά στο ζωντανό Θεό, αλλά μια συνεπής διδασκαλία για την Ενσάρκωση δεν απαιτεί τίποτε λιγότερο. Αν ο Χριστός είχε προσλάβει απλώς τη μη πεπτωκυία ανθρώπινη φύση, ζώντας την επίγεια ζωή του στην κατάσταση του Αδάμ μέσα στον Παράδεισο, τότε δεν θα τον είχαν αγγίξει οι αδυναμίες μας, ούτε θα είχε νιώσει πειρασμό στο κάθε τι όπως ακριβώς εμείς. Και σ' αυτή την περίπτωση δεν θα ήταν ο Σωτήρας μας.

Ο Απ.Παύλος προχωρεί ως το σημείο που να γράψει: «τον μη γνόντα αμαρτίαν υπέρ ημών αμαρτίαν εποίησεν, ίνα ημείς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεού εν αυτώ» (Β' Κορ. 5,21). Δεν πρέπει εδώ να σκεφτούμε μόνο με όρους κάποιας νομικής διαδικασίας, σύμφωνα με την οποία ο Χριστός, αθώος ο ίδιος, έχει κατά κάποιο τρόπο «αποδώσει» στον εαυτό του την ενοχή μας μ' ένα τρόπο εξωτερικό. Εδώ έχει συντελεστεί κάτι πολύ περισσότερο απ' αυτό. Ο Χριστός μας σώζει αποκτώντας εμπειρία εκ των έσω, σαν ένας από μας, για όλ' αυτά που υποφέρουμε εσωτερικά καθώς ζούμε μέσα σ' ένα κόσμο αμαρτωλό.


ΓΙΑΤΙ ΠΑΡΘΕΝΙΚΗ ΓΕΝΝΗΣΗ

Στην Καινή Διαθήκη διατυπώνεται με σαφήνεια ότι η Μητέρα του Ιησού Χριστού ήταν παρθένος (Ματθ. 1: 18,23,25). Ο Κύριός μας έχει έναν αιώνιο Πατέρα αλλά όχι πατέρα επίγειο. Γεννήθηκε έξω από το χρόνο από τον Πατέρα δίχως μητέρα· και γεννήθηκε μέσα στο χρόνο από τη Μητέρα του δίχως πατέρα. Αυτή η πεποίθηση στην Παρθενική Γέννηση όμως δεν μειώνει καθόλου την πληρότητα της ανθρώπινης φύσης του Χριστού. Αν και η μητέρα ήταν Παρθένος, έγινε μια πραγματική ανθρώπινη γέννηση ενός γνήσια ανθρώπινου βρέφους.

Όμως γιατί -ρωτάμε- η γέννησή του σαν ανθρώπου θάπρεπε νάχει πάρει αυτή την ιδιαίτερη μορφή; Σ' αυτό ίσως θα μπορούσε να δοθεί ως απάντηση το ότι η παρθενία της Μητέρας εξυπηρετεί σαν ένα «Σημείο» της μοναδικότητας του Υιού. Αυτό γίνεται με τρεις στενά συνδεδεμένους τρόπους. Πρώτο, το γεγονός ότι ο Χριστός δεν έχει επίγειο πατέρα σημαίνει ότι ειναι στραμένος πάντα πέρ' απ' την κατάστασή του μέσα στο χώρο και το χρόνο προς την ουράνια και αιώνια προέλευσή του. Το παιδί της Μαρίας είναι αληθινά άνθρωπος, αλλά δεν είναι μόνο άνθρωπος· είναι μέσα στην ιστορία αλλά είναι και πέρα' από την ιστορία.. Η γέννησή του από μια παρθένο τονίζει το ότι αν και περιχωρούμενος είναι επίσης υπερβατικός· αν και τέλειος άνθρωπος είναι και τέλειος Θεός.

Δεύτερο, το γεγονός ότι η Μητέρα του Χριστού ήταν παρθένος δείχνει ότι η γέννησή του πρέπει ν' αποδοθεί με μοναδικό τρόπο σε θεία πρωτοβουλία. Αν και είναι τέλειος άνθρωπος, η γέννησή του δεν ήταν το αποτέλεσμα της σεξουαλικής ένωσης ανάμεσα σ' 'εναν άντρα και μια γυναίκα, αλλά ήταν μ' ένα τρόπο ιδιαίτερο το άμεσο έργο του Θεού.

Τρίτο, η γέννηση του Χριστού από μια παρθένο υπογραμμίζει ότι η Ενσάρκωση δεν έχει καμιά σχέση με τη δημιουργία ενός νέου ανθρώπου. Όταν γεννιέται ένα παιδί από δυο ανθρώπινους γονείς με το συνηθισμένο τρόπο, αρχίζει να υφίσταται μια καινούργια ύπαρξη. Αλλά το πρόσωπο του ενσαρκωμένου Χριστού δεν είναι άλλο από το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Επομένως, στη γέννηση του Χριστού δεν άρχισε να υφίσταται ένα νέο πρόσωπο, αλλά το πρόσωπο του Υιού του Θεού που προϋπήρχε άρχισε τώρα να ζει όχι μόνο με θεϊκό αλλά και με ανθρώπινο τρόπο ύπαρξης. Έτσι η Παρθενική Γέννηση αντανακλά την αιώνια προΰπαρξη του Χριστού.

Επειδή το πρόσωπο του ενσαρκωμένου Χριστού ταυτίζεται με το πρόσωπο του Λόγου, η Παρθένος Μαρία δίκαια μπορεί να πάρει τον τίτλο Θεοτόκος. Είναι μητέρα όχι ενός ανθρώπινου γιου που έχει ενωθεί με το θείο Υιό, αλλ' ενός ανθρώπινου γιού που είναι ο μονογενής Υιός του Θεού. Ο γιος της Μαρίας είναι το ίδιο πρόσωπο με το θείο Υιό του Θεού· κι έτσι, χάρη στην Ενσάρκωση, η Μαρία είναι πραγματικά «Μητέρα του Θεού».

Η Ορθοδοξία, ενώ έχει σε μεγάλη υπόληψη το ρόλο της Παρθένου ως Μητέρας του Χριστού, δεν βλέπει το λόγο να υπάρχει κανένα δόγμα για την «άμωμη Σύλληψη». Όπως καθορίστηκε από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το 1854, αυτό το δόγμα διατυπώνει ότι η Μαρία, από «την πρώτη στιγμή της σύλληψής της» από τη μητέρα της την αγ. Άννα, εξαιρέθηκε «από κάθε κηλίδα προπατορικής ενοχής». Εδώ πρέπει να προσεχθούν δύο σημεία.

Πρώτο, όπως ήδη σημειώθηκε, η Ορθοδοξία δεν αντιμετωπίζει την πτώση με Αυγουστινιανούς όρους, σαν κηλίδα κληρονομημένης ενοχής. Αν εμείς οι Ορθόδοξοι είχαμε αποδεχτεί τη Λατινική άποψη για την προπατορική ενοχή, τότε ίσως να είχαμε νιώσει την ανάγκη να διατυπώσουμε ένα δόγμα για την άμωμη Σύλληψη. Έτσι όπως είναι, οι όροι της αναφοράς μας είναι διαφορετικοί· το Λατινικό δόγμα δεν μας φαίνεται τόσο πολύ λανθασμένο, όσο περιττό. Δεύτερο, για την Ορθοδοξία η Παρθένος Μαρία αποτελεί, μαζί με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, την κορωνίδα και την κορύφωση της αγιότητας της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι μια συνδετική φυσιογνωμία· η τελευταία και η μεγαλύτερη από τους ενάρετους άνδρες και γυναίκες της Παλαιάς Διαθήκης, είναι ταυτόχρονα η κρυμένη καρδιά της Αποστολικής Εκκλησίας. Το δόγμα όμως για την άμωμη Σύλληψη μας φαίνεται σαν να βγάζει την Παρθένο Μαρία από την Παλαιά Διαθήκη και να την τοποθετεί προκαταβολικά και αποκλειστικά στην Καινή. Σύμφωνα με τη Λατινική διδασκαλία δεν στέκεται πια στο ίδιο βάθρο με τους άλλους αγίους της Παλαιάς Διαθήκης κι έτσι ο ρόλος της ο συνδετικός μειώνεται.

Αν και δεν δέχεται το Λατινικό δόγμα για την άμωμη Σύλληψη, η Ορθοδοξία στη λειτουργική της λατρεία καλεί τη Μητέρα του Θεού «άχραντο», «παναγία», «πανάμωμο». Εμείς οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι μετά το θάνατό της αναλήφθηκε στον ουρανό, όπου τώρα κατοικεί -με το σώμα της, και με την ψυχή της- μέσα σ' αιώνια δόξα με τον Υιό της. Για μας είναι «η χαρά πάσης της κτίσεως» (Λειτουργία του Μ. Βασιλείου), «άνθος του ανθρώπινου γένους και πύλη του ουρανού» (Δογματικόν του α' ήχου), «πολύτιμος θησαυρός όλου του κόσμου» (άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας). Και μαζί με τον άγ. Εφραίμ το Σύρο λέμε κι εμείς:

Εσύ μόνε, ω Ιησού, μαζί με τη Μητέρα σου
είστε ωραίοι με κάθε τρόπο·
Γιατί δεν υπάρχει σε Σένα κανένα ψεγάδι, Κύριέ μου,
και καμιά κηλίδα στη Μητέρα Σου.

Από αυτό μπορεί να φανεί πόσο υψηλή θέση τιμής, εμείς οι Ορθόδοξοι, αποδίδουμε στην Αγία Παρθένο μέσα στη θεολογία μας και στην προσευχή μας. Αυτή είναι για μας η ύψιστη προσφορά του ανθρώπινου γένους προς το Θεό. Με τα λόγια ενός ύμνου των Χριστουγέννων ψάλλουμε:

Τι σοι πεοσενέγκωμεν, Χριστέ,
ότι ώφθης επί γης ως άνθρωπος δι' ημάς;
Έκαστον γαρ των υπό σου γενομένων κτισμάτων
την ευχαριστίαν σοι προσάγει·
οι άγγελοι τον ύμνον, οι ουρανοί τον αστέρα,
οι μάγοι τα δώρα, οι ποιμένες το θαύμα,
η γη το σπήλαιον, η έρημος την φάτνην,
ημείς δε μητέρα Παρθένον...
(Εσπερινός Χριστουγέννων).


ΥΠΗΚΟΟΣ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

Η Ενσάρκωση του Χριστού είναι ήδη μια πράξη σωτηρίας. Προσλαμβάνοντας τη διασπασμένη ανθρώπινη φύση μας, ο Χριστός την ανακαινίζει και, με τα λόγια ενός άλλου Χριστουγεννιάτικου ύμνου, ανασταίνει «την πριν πεσούσαν εικόνα». Αλλά τότε γιατί ήταν αναγκαίος πάνω στο Σταυρό; Δεν ήταν αρκετό για έναν από την Τριάδα να ζήσει σαν άνθρωπος πάνω στη γη, να σκέπτεται, να αισθάνεται και να επιθυμεί σαν ένας άνθρωπος, χωρίς να πρέπει επίσης να πεθάνει σαν άνθρωπος;

Σ' ένα κόσμο που δεν θα είχε πέσει, η Ενσάρκωση του Χριστού πραγματικά θα ήταν αρκετή σαν τέλεια έκφραση της αγάπης του Θεού που εκτείνεται προς τα έξω. Αλλά μέσα σ' ένα πεσμένο και αμαρτωλό κόσμο η αγάπη του έπρεπε να φτάσει ακόμη πιο πέρα. Εξ αιτίας της τραγικής παρουσίας της αμαρτίας και του κακού, το έργο της αποκατάστασης του ανθρώπου χρειαζόταν μια θυσιαστική πράξη θεραπείας, μια θυσία τέτοια που μόνον ένας οδυνώμενος και σταυρωμένος Θεός μπορούσε να προσφέρει.

Η Ενσάρκωση, έχει ειπωθεί, είναι μια πράξη ταύτισης και μετοχής. Ο Θεός μας σώζει καθώς ταυτίζεται μαζί μας, γνωρίζοντας την ανθρώπινη εμπειρία μας εκ των ένδον. Ο Σταυρός συμβολίζει με τον πιο τέλειο και απόλυτο τρόπο, ότι αυτή η πράξη της μετοχής φτάνει ως τα έσχατα όρια. Ο ενσαρκωμένος Θεός εισχωρεί σ' όλες μας τις εμπειρίες.

Ο Ιησούς Χριστός, ο σύντροφός μας, δεν μετέχει μόνο σ' ολόκληρη την ανθρώπινη ζωή αλλά και σ'ολόκληρο τον ανθρώπινο θάνατο: «ούτος τας αμαρτίας ημών φέρει και περί ημών οδυνάται» (Ησ. 53,4) -σ' όλες τις θλίψεις μας, όλες τις λύπες μας.

«Το απρόσληπτον και αθεράπευτον»· ο Χριστός, όμως, ο γιατρός μας, έχει επωμισθεί το κάθε τι, ακόμη και το θάνατο.

Ο θάνατος έχει και φυσική και πνευματική όψη, και από τις δυο η πνευματική είναι η πιο τρομερή. Φυσικός θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής του ανθρώπου από το σώμα του - πνευματικός θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το Θεό. Όταν λέμε ότι ο Χριστός έγινε «υπήκοος μέχρι θανάτου» (Φιλ. 2,8), δεν πρέπει να περιορίσουμε αυτά τα λόγια μόνο στο φυσικό θάνατο. Δεν θάπρεπε ν' αναλογιζόμαστε μόνο τις σωματικές οδύνες που ο Χριστός υπέφερε στο Πάθος του -το μαστίγωμα, το τρέκλισμα κάτω απ' το βάρος του Σταυρού, τα καρφιά, τη δίψα και τη ζέστη, το μαρτύριο του να κρέμεται τεντωμένος πάνω στο ξύλο. Το αληθινό νόημα του Πάθους πρέπει να βρεθεί όχι μόνο μέσα σ' αυτό, αλλά πιο πολύ μέσα στην πνευματική οδύνη- στο συναίσθημα της αποτυχίας, της απομόνωσης και της έσχατης μοναξιάς, τον πόνο της αγάπης που προσφέρθηκε κι αποκρούστηκε.

Τα Ευαγγέλια είναι, δικαιολογημένα επιφυλακτικά όταν μιλούν γι' αυτή την εσωτερικήν οδύνη, αλλά μας δίνουν ορισμένες νύξεις. Πρώτα, υπάρχει η Αγωνία του Χριστού στον κήπο της Γεθσημανή, όπου κατακλύζεται από τρόμο και απόγνωση, όταν προσεύχεται με αγωνία στον Πατέρα του, «ει δυνατόν παρελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο» (Ματθ. 26,39), και όταν ο ιδρώτας του πέφτει στο έδαφος «ωσεί θρόμβοι αίματος» (Λουκ. 22,44). Η Γεθσημανή, καθώς τόνισε ο Μητροπολίτης Αντώνιος του Κιέβου, δίνει το κλειδί για όλο το δόγμα της εξιλαστήριας θυσίας του Θεού. Εδώ ο Χριστός έρχεται αντιμέτωπος με μια εκλογή. Δίχως νάναι καταναγκασμένος να πεθάνει, διαλέγει ελεύθερα να το κάνει· και μ' αυτή την πράξη της εκούσιας αυτοπροσφοράς μεταβάλλει αυτό που θα μπορούσε να είχε γίνει μια αυθαίρετη βία, μια δολοφονία από δικαστική πλάνη, σε μια λυτρωτική θυσία. Αλλ' αυτή η πράξη της ελεύθερης εκλογής είναι τρομερά δύσκολη. Αποφασίζοντας να προχωρήσει στη σύλληψη και τη σταύρωση, ο Ιησούς νιώθει την εμπειρία, με τα λόγια του William Law, «του γεμάτου αγωνία τρόμου μιας χαμένης ψυχής... της πραγματικότητας του αιώνιου θανάτου». Πρέπει να δοθεί πολύ βάρος στα λόγια του Χριστού στη Γεθσημανή: «Περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου» (Ματθ. 26,38). Ο Ιησούς αυτή τη στιγμή αποκτά ολοκληρωτική εμπειρία του πνευματικού θανάτου. Αυτή τη στιγμή ταυτίζεται μ' ολόκληρη την απόγνωση και την πνευματική οδύνη της ανθρωπότητας κι αυτή η ταύτιση είναι πολύ πιο σημαντική για μας από τη συμμετοχή του στο φυσικό μας πόνο.

Μια δεύτερη νύξη μας δένεται στη Σταύρωση, όταν ο Χριστός φωνάζει δυνατά: «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες;» (Ματθ. 27,46). Άλλη μια φορά, μεγάλη σημασία θάπρεπε να δοθή σ' αυτά τα λόγια. Εδώ είναι το έσχατο σημείο της απελπισίας του Χριστού, όταν νιώθει αποδιωγμένος όχι μόνο από τους ανθρώπους αλλά κι απ' το Θεό. Δεν μπορούμε ν' αρχίσουμε να εξηγούμε πώς είναι δυνατόν, για κάποιον που είναι ο ίδιος ο ζωντανός Θεός, να χάσει την επίγνωση της θείας παρουσίας. Αλλά τουλάχιστον αυτό είναι φανερό. Στο Πάθος του Χριστού δεν παίζεται θέατρο, δεν γίνεται τίποτε για εξωτερική επίδειξη. Η κάθε λέξη από το Σταυρό εννοεί αυτό που λέει. Κι αν η κραυγή: «Θεέ μου, Θεέ μου...» θέλει κάτι να δείξει, πρέπει να σημαίνει ότι αυτή τη στιγμή ο Ιησούς αληθινά νιώθει την εμπειρία του πνευματικού θανάτου που είναι ο χωρισμός από το Θεό. Δεν χύνει μόνο το αίμα του για μας, αλλά για χάρη μας δέχεται ακόμη και την απώλεια του Θεού.

«Κατήλθεν εις τον Άδην» (Αποστ. Σύμβολο). Αυτό σημαίνει απλώς ότι ο Χριστός πήγε να κηρύξει στα πνεύματα των κεκοιμημένων, στο διάστημα ανάμεσα στη Μ. Παρασκευή και την Κυριακή του Πάσχα (βλ. Α' Πετρ. 3,19); Σίγουρα έχει κι ένα βαθύτερο νόημα. Η κόλαση είναι ένα σημείο όχι μέσα στο χώρο αλλά μέσα στην ψυχή. Είναι ο τόπος όπου δεν βρίσκεται ο Θεός. (Κι όμως ο Θεός βρίσκεται παντού!) Αν στ' αλήθεια ο Χριστός «κατήλθεν εις τον Άδην», αυτό σημαίνει ότι κατέβηκε στα βάθη της απουσίας του Θεού. Ολοκληρωτικά, ανεπιφύλακτα, ταυτίστηκε με όλη την αγωνία και την αλλοτρίωση του ανθρώπου. Την προσέλαβε και προσλαμβάνοντάς την τη γιάτρεψε. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να τη γιατρέψει παρά κάνοντάς την δική του.

Αυτό είναι το μήνυμα του Σταυρού στον καθένα μας. Όσο μακριά κι αν πρέπει να ταξιδέψω μεσ' από την κοιλάδα της σκιάς του θανάτου, δεν είμαι ποτέ μόνος. Έχω ένα σύντροφο. Κι αυτός ο σύντροφος δεν είναι μόνο ένας αληθινός άνθρωπος όπως εγώ, αλλά και Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού. Τη στιγμή της πιο βαθειάς ταπείνωσής του πάνω στο Σταυρό, ο Χριστός είναι ο ίδιος αιώνιος και ζωντανός Θεός όπως στη Μεταμόρφωσή του μέσα σε δόξα στο Όρος Θαβώρ. Ατενίζοντας το σταυρωμένο Χριστό, δεν βλέπω μόνο έναν οδυνώμενο άνθρωπο αλλά ένα Θεό οδυνώμενο.


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΑΝ ΝΙΚΗ

Ο θάνατος του Χριστού πάνω στο Σταυρό δεν είναι μια αποτυχία που αποκαταστάθηκε κάπως μετά την Ανάστασή του. Ο ίδιος ο θάνατος πάνω στο Σταυρό είναι μια νίκη. Νίκη τίνος πράγματος; Μόνο μια απάντηση μπορεί να υπάρξει: Η νίκη της οδυνώμενης αγάπης. «Κραταιά ως θάνατος αγάπη...ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην» (Άσμα Ασμ. 8, 6-7). Ο Σταυρός μας δείχνει μιαν αγάπη που είναι δυνατή σαν το θάνατο, μιαν αγάπη ακόμη πιο δυνατή.

Ο άγ. Ιωάννης κάνει την εισαγωγή της διηγήσης του για το Μυστικό Δείπνο και το Πάθος μ' αυτά τα λόγια: «...αγαπήσας τους ιδίους τους εν τω κόσμω, εις τέλος ηγάπησεν αυτούς» (Ιω. 13,1). Το ελληνικό κείμενο λέει εις τέλος, που σημαίνει «ως το τέλος», «ως το έσχατο σημείο». Κι αυτή η λέξη τέλος επαναλαμβάνεται αργότερα στην τελευταία κραυγή του Χριστού πάνω στο Σταυρό: «Τετέλεσται» (Ιω. 19,30). Αυτό πρέπει να εννοηθεί όχι σαν κραυγή αυτοεγκατάλειψης ή απόγνωσης, αλλά σαν κραυγή νίκης: Τελείωσε, κατορθώθηκε, εκπληρώθηκε!

Τι εκπληρώθηκε; Απαντάμε: Το έργο της οδυνώμενης αγάπης, η νίκη της αγάπης πάνω στο μίσος. Ο Ιησούς, ο Θεός μας, αγάπησε τους δικούς του ως το έσχατο σημείο. Από αγάπη δημιούργησε τον κόσμο, από αγάπη γεννήθηκε σαν άνθρωπος μέσα σ' αυτό τον κόσμο, από αγάπη πήρε πάνω του τη διασπασμένη ανθρώπινη φύση μας και την έκανε δική του. Από αγάπη ταυτίστηκε μ' όλη μας την απελπισία. Από αγάπη πρόσφερε τον εαυτό του θυσία, διαλέγοντας στη Γεθσημανή να πάει εκούσια προς το Πάθος του: «...την μου τίθημι υπέρ των προβάτων... ουδείς αίρει αυτήν απ' εμού, αλλ' εγώ τίθημι αυτήν απ' εμαυτού» (Ιω. 10: 15,18). Ήταν θεληματική αγάπη κι όχι καταναγκασμός αυτό που έφερε τον Ιησού στο θάνατό του. Στην αγωνία του μέσα στον κήπο και στη Σταύρωσή του οι σκοτεινές δυνάμεις του επιτίθενται μ' όλη τους την ορμή, αλλά δεν μπορούν ν' αλλάξουν τη συμπόνια του σε μίσος· δεν μπορούν να εμποδίσουν την αγάπη του να συνεχίσει να είναι η ίδια. Η αγάπη του δοκιμάζεται ως το έσχατο σημείο, αλλά δεν καταπνίγεται. «Το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν» (Ιω. 1,5. Στη νίκη του Χριστού πάνω στο Σταυρό θα μπορούσαμε να εφαρμόσουμε τα λόγια που ειπώθηκαν από κάποιο Ρώσο ιερέα, όταν απελευθερώθηκε από το στρατόπεδο συγκεντρώσεως: «Ο πόνος έχει καταστρέψει τα πάντα. Ένα μόνο πράγμα έχει μείνει σταθερό, η αγάπη».

Ο Σταυρός σαν νίκη μας θέτει το παράδοξο της παντοδυναμίας της αγάπης. Ο Dostoevsky πλησιάζει την αληθινή έννοια της νίκης του Χριστού με μερικά λόγια, που βάζει στο στόμα του στάρετς Ζωσιμά:

Μπροστά σε μερικές σκέψεις ο άνθρωπος στέκεται μπερδεμένος, ιδίως μπροστά στη θέα της ανθρώπινης αμαρτίας, και αναρωτιέται αναρωτιέται αν θα την πολεμήσει με βία ή με ταπεινή αγάπη.

Παντα ν' αποφασίζεις: «Θα την πολεμήσω με ταπεινή αγάπη». Αν αποφασίσεις πάνω σ' αυτό μια για πάντα, μπορείς να κατακτήσεις ολόκληρο τον κόσμο. Η γεμάτη αγάπη ταπείνωση είναι μια τρομερή δύναμη: είναι το πιο δυνατό απ' όλα τα πράγματα και δεν υπάρχει τίποτε άλλο σαν κι αυτή.

Η γεμάτη αγάπη ταπείνωση είναι μια τρομερή δύναμη· όποτε θυσιάζουμε κάτι ή υποφέρουμε όχι μ' αίσθηση επαναστατικής πίκρας, αλλά με τη θέλησή μας και από αγάπη, αυτό μας κάνει πιο δυνατούς κι όχι πιο αδύνατους. Αυτό σημαίνει προπάντων στην περίπτωση του Ιησού Χριστού. «Η αδυναμία του ήταν από δύναμη», λέει ο άγ. Αυγουστίνος. Η δύναμη του Θεού φαίνεται όχι τόσο πολύ μέσα στη δημιουργία του κόσμου ή μέσα στα θαύματά του, όσο στο γεγονός ότι από αγάπη ο Θεός «εκένωσεν εαυτόν» (Φιλ. 2,7), πρόσφερε τον εαυτό του, με γενναιόδωρη αυτοδιάθεση, με τη δική του ελεύθερη εκλογή συγκατανεύοντας να υποφέρει και να πεθάνει. Κι αυτό το άδειασμα του εαυτού είναι συνάμα μία πλήρωση: η κένωση είναι πλήρωση. Ο Θεός δεν είναι ποτέ τόσο δυνατός, όσο όταν βρίσκεται στην έσχατη αδυναμία.

Η αγάπη και το μίσος δεν είναι απλώς υποκειμενικά συναισθήματα που επηρεάζουν το εσωτερικό σύμπαν αυτών που τα αισθάνονται, αλλά είναι και αντικειμενικές δυνάμεις που αλλάζουν τον κόσμο έξω από μας. Αγαπώντας ή μισώντας τον άλλο, τον κάνω, ως ένα σημείο, να γίνει αυτό που εγώ βλέπω μέσα του. Όχι μόνο για τον εαυτό μου, αλλά και για τις ζωές όλων γύρω μου, η αγάπη μου είναι δημιουργική, έτσι όπως το μίσος μου είναι καταστροφικό. Κι αν αυτό αληθεύει για τη δική μου αγάπη, αληθεύει σε ασύγκριτα μεγαλύτερη έκταση για την αγάπη του Χριστού. Η νίκη της γεμάτης πόνο αγάπης του πάνω στο Σταυρό δεν είναι απλώς ένα παράδειγμα για μένα που μου δείχνει τι θα μπορούσα να πετύχω εγώ ο ίδιος αν μπορούσα να τον μιμηθώ με τις δικές μου δυνάμεις. Πολύ περισσότερο απ' αυτό, η πονεμένη του αγάπη έχει πάνω μου ένα δημιουργικό αποτέλεσμα, μεταμορφώνοντας την καρδιά μου και τη θέλησή μου, ελευθερώνοντάς με από τα δεσμά, ολοκληρώνοντάς με, κάνοντας δυνατό για μένα ν' αγαπώ μ' ένα τρόπο που θα ήταν τελείως περ' από τις δυνάμεις μου, αν πρώτα δεν ειχ' αγαπηθεί απ' αυτόν. Γιατί μέσα στην αγάπη ταυτίστηκε μαζί μου· και η νίκη του είναι νίκη μου. Κι έτσι ο θάνατος του Χριστού πάνω στο Σταυρό είναι πράγματι, όπως τον περιγράφει η Λειτουργία του Μ. Βασιλείου, ένας «ζωοποιός θάνατος».

Επομένως η οδύνη του Χριστού και ο θάνατος έχουν αντικειμενική αξία· έκανε για μας κάτι που θάμασταν τελείως ανίκανοι να κάνουμε δίχως αυτόν. Ταυτόχρονα δεν θάπρεπε να λέμε ότι ο Χριστός υπέφερε «αντί για μας», αλλ' ότι υπέφερε για χάρη μας. Ο Υιός του Θεού υπέφερε «έως θανάτου», όχι για ν' απαλλαγουμ' εμείς απ' την οδύνη, αλλά για νάναι η οδύνη μας σαν τη δική του. Ο Χριστός δεν μας προσφέρει ένα δρόμο που παρακάμπτει την οδύνη, αλλά ένα δρόμο μέσα απ' αυτήν· όχι υποκατάσταση, αλλά λυτρωτική συμπόρευση.

Αυτή είναι η αξία του Σταυρού του Χριστού για μας. Αν τη συνδέσουμε με την Ενσάρκωση και τη Μεταμόρφωση που προηγήθηκε, και με την Ανάσταση που την ακολουθεί -γιατί όλ' αυτά είναι αχώριστα μέρη μιας μοναδικής πράξης ή «δράματος»- η Σταύρωση πρέπει να κατανοηθή σαν ύψιστη και τέλεια νίκη, θυσία και πρότυπο. Και σε κάθε περίπτωση η νίκη, η θυσία και το πρότυπο είναι της αγάπης που πάσχει. Έτσι βλέπουμε το Σταυρό:

την τέλεια νίκη της ταπείνωσης που ξέρει ν' αγαπάει πάνω στο μίσος και το φόβο·
την τελεία θυσία ή την εκούσια αυτοπροσφορά της συμπόνιας που ξέρει ν'αγαπάει·
το τέλειο πρότυπο της δημιουργικής δύναμης της αγάπης.
Με τα λόγια της Julian του Norwich:
Θάθελες να μάθεις το νόημα του Κυρίου σου πάνω σ' αυτό το πράγμα; Μάθε το καλά: Η αγάπη ήταν το νόημά του. Ποιος στο έδειξε; Η αγάπη. Τι σου έδειξε εκείνος; Αγάπη. Γιατί στο έδειξε; Από αγάπη. Κρατήσου απ' αυτό και θα μάθεις περισσότερα. Αλλά ποτέ δεν θα ξέρεις ούτε θα μάθεις μέσα σ' αυτό τιποτ' άλλο.

Τότε είπε ο καλός μας Κύριος Ιησούς Χριστός: Είσαι ευχαριστημένος που υπέφερα για σένα; Είπα: Ναί, Κύριέ μου, σ' ευχαριστώ· ναι, Κύριέ μου, ας είσαι ευλογημένος. Τότε είπε ο Ιησούς, ο Κύριος: Αν εσύ είσαι ευχαριστημένος, είμαι κι εγώ ευχαριστημένος: είναι μια χαρά, μια ευδαιμονία, μια ατέλειωτη ικανοποίηση για μένα το ότι κάτι υπέφερα για σένα· κι αν μπορούσα να υποφέρω περισσότερο, θα υπέφερα περισσότερο.


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Επειδή ο Χριστός, ο Θεός μας, είναι αληθινός άνθρωπος, πέθανε μ' ένα πλήρη και γνήσιο ανθρώπινο θάνατο πάνω στο Σταυρό. Αλλά επειδή δεν είναι μόνο αληθινός άνθρωπος αλλά και αληθινός Θεός, επειδή είναι η ίδια η ζωή και η πηγή της ζωής, αυτός ο θάνατος δεν ήταν, και δεν θα μπορούσε να είναι, το τελικό κλείσιμο.

Η ίδια η Σταύρωση είναι μια νίκη· αλλά ενώ τη Μ. Παρασκευή η νίκη είναι κρυμένη, το πρωΐ του Πάσχα διακηρύσσεται. Ο Χριστός ανασταίνεται από τους νεκρούς και με την ανάστασή του μας λυτρώνει από την αγωνία και τον Τρόμο· η νίκη του Σταυρού βεβαιώνεται, η αγάπη φανερώνεται ανοιχτά, ότι είναι πιο δυνατή απ' το μίσος και η ζωή πιο δυνατή απ' το θάνατο. Ο ίδιος ο Θεός πέθανε και αναστήθηκε από τους νεκρούς κι έτσι δεν υπάρχει πια θάνατος· ακόμη κι ο θάνατος γέμισε από το Θεό. Αφού ο Χριστός αναστήθηκε, δεν είναι ανάγκη πια να φοβόμαστε καμιά σκοτεινή ή δαιμονική δύναμη μέσα στο σύμπαν. Όπως διακηρύττουμε κάθε χρόνο στην Πασχαλινή λειτουργία τα μεσάνυχτα, με λόγια που αποδίδονται στον άγ. Ιωάννη το Χρυσόστομο:

Μηδείς φοβείσθω θάνατον·
ηλευθέρωσε γαρ ημάς ο του Σωτήρος θάνατος·
Ανέστη Χριστός, και πεπτώκασι δαίμονες·
Ανέστη Χριστός, και χαίρουσιν άγγελοι...

Εδώ, όπως και αλλού, η Ορθοδοξία τονίζει το απόλυτο. Επαναλαμβάνουμε με τον Απ. Παύλο, «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις ημών» (Α' Κορ. 15,14). Πώς θα συνεχίσουμε να είμαστε Χριστιανοί, αν πιστεύουμε ότι ο Χριστιανισμός έχει θεμελιωθεί πάνω σε μια πλάνη; Έτσι, όπως δεν είναι σωστό ν' αντιμετωπίζουμε το Χριστό απλώς σαν ένα προφήτη ή δάσκαλο ηθικής και όχι σαν ενσαρκωμένο Θεό, έτσι δεν είναι αρκετό να ερμηνεύουμε την Ανάσταση, λέγοντας ότι «το πνεύμα» του Χριστού κατά κάποιο τρόπο συνέχισε να ζει ανάμεσα στους μαθητές του. Κάποιος που δεν είναι «Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού», που δε νίκησε το θάνατο πεθαίνοντας και ανασταίνοντας τον εαυτό του από τους νεκρούς, δεν μπορεί να είναι η σωτηρία μας και η ελπίδα μας. Εμείς οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι υπήρξε αληθινή ανάσταση εκ των νεκρών, με την έννοια ότι το ανθρώπινο σώμα του Χριστού ξαναενώθηκε με την ανθρώπινη ψυχή του και ότι ο τάφος βρέθηκε αδειανός. Για μας τους Ορθόδοξους, όταν ασχολούμεθα με «οικουμενικούς» διαλόγους, μια από τις πιο σημαντικές διαιρέσεις ανάμεσα στους σύγχρονους Χριστιανούς ειν' εκείνη μεταξύ αυτών που δεν πιστεύουν.

«Υμείς δέ εστε μάρτυρες τούτων» (Λουκ. 24,48). Ο αναστημένος Χριστός μας στέλνει μέσα στον κόσμο να μοιραστούμε με άλλους τη «μεγάλη χαρά» της Ανάστασής του. Ο πατήρ Alexander Schmeman γράφει:

Από την αρχή-αρχή ο Χριστιανισμός υπήρξε η διακήρυξη της χαράς, της μόνης δυνατής χαράς πάνω στη γη... Δίχως τη διακήρυξη αυτής της χαράς ο Χριστιανισμός είναι ακατανόητος. Μόνον ως χαρά η Εκκλησία έγινε νικήτρια μέσα στον κόσμο· κι έχασε τον κόσμο όταν έχασε τη χαρά, όταν έπαψε να είναι μάρτυρας αυτής της χαράς. Απ' όλες τις κατηγορίες εναντίον των Χριστιανών, η πιο τρομερή εκφράστηκε από τον Nietzsche όταν είπε ότι οι Χριστιανοί δεν είχαν χαρά ... «Μη φοβείσθε· ιδού γαρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην» -έτσι αρχίζει το ευαγγέλιο και τελειώνει: «και αυτοί προσκυνήσαντες αυτόν υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλης...» (Λουκ. 2,10,24,52). Κι εμείς πρέπει να επανακτήσουμε το μήνυμα της μεγάλης χαράς.

***

"Ένας γέροντας συνήθιζε να λέει: Πρόφερε το όνομα του Χριστού με ταπείνωση και με καθαρή καρδιά· δείξε του την αδυναμία σου, και αυτός θα γίνει η δύναμή σου."
(Αποφθέγματα των Πατέρων της Ερήμου)

"Πόσο εύκολο είναι να λες με κάθε αναπνοή: «Κύριε Ιησού μου, ελέησέ με! Σ' ευλογώ, Κύριε, Ιησού μου, βοήθησέ με!» "
(Αγ. Μακάριος Αιγύπτιος)

"Μέσα στο μαύρο, ανοιχτό τάφο πετούν όλες οι ελπίδες, τα σχέδια, οι συνήθειες, οι υπολογισμοί, και - πάνω απ' όλα- το νόημα: το νόημα της ζωής. Το νόημα έχει χάσει το νόημά του, και κάποιο άλλο ακατανόητο Νόημα έκανε να φυτρώσουν φτερά στην πλάτη...
Και σκέπτομαι ότι, όποιος απόκτησε αυτή την εμπειρία της αιωνιότητας μόνο μια φορά· όποιος έχει καταλάβει το δρόμο που βαδίζει, μόνο μια φορά· όποιος έχει δει τον Ένα που πηγαίνει μπροστά του, μόνο μια φορά -ένα τέτοιο πρόσωπο θα το βρει πολύ σκληρό να παρεκκλίνει απ' αυτό το μονοπάτι· σ' αυτόν όλες οι ανέσεις θα φαίνονται εφήμερες, όλοι οι θησαυροί δίχως αξία, όλοι οι σύντροφοι αχρείαστοι, αν ανάμεσά τους δεν μπορεί να δει τον Ένα Σύντροφο που φέρει το Σταυρό του".

(Μοναχή Μαρία των Παρισίων -κομάτι γραμένο μετά το θάνατο του παιδιού της)

"Για μας η Αλήθεια δεν είναι ένα σύστημα σκέψης. Η Αλήθεια δεν δημιουργείται. Η Αλήθεια υπάρχει. Ο Χριστός είναι η Αλήθεια. Η αλήθεια είναι ένα πρόσωπο. Η Αλήθεια δεν περιορίζεται ως εκεί που εμείς την κατανοούμε. Η αλήθεια μας ξεπερνάει· ποτέ δεν μπορούμε ν' αποκτήσουμε πλήρη αντίληψη της Αλήθειας.
Η έρευνα για την Αλήθεια είναι η αναζήτηση του προσώπου του Χριστού.
Η Αλήθεια είναι το Μυστήριο του προσώπου του Χριστού· και, επειδή είναι πρόσωπο, το Μυστήριο είναι αναπόσπαστα δεμένο με το γεγονός: το γεγονός της συνάντησης. Το Μυστήριο και το γεγονός είναι ένα πράγμα.
Το Μυστήριο, για το Ορθόδοξο πνεύμα, είναι μια ακριβής και αυστηρή πραγματικότητα. Είναι ο Χριστός κι είναι και το να συναντήσουμε το Χριστό."

(Μοναχή Μαρία της Normandy)

"Ο Κύριος έχει γίνει το παν για σένα· και συ πρέπει να γίνης το παν για τον Κύριο."
(Άγ. Ιωάννης της Κροστάνδης)

"Ολόκληρος ο άνθρωπος δεν θα είχε σωθεί παρά μόνο όταν Αυτός είχε επωμισθεί όλο τον άνθρωπο."
(Ωριγένης)

"Παράδοξον Μυστήριον οικονομείται σήμερον! Καινοτομούνται φύσεις, και Θεός άνθρωπος γίνεται· όπερ ην μεμένηκε, και ο ουκ ην προσέλαβεν, ου φυρμόν υπομείνας, ουδέ διαίρεσιν. Πώς εξείπω το μέγα Μυστήριον; ο άσαρκος σαρκούται· ο Λόγος παχύνεται· ο αόρατος οράται· και ο αναφής ψηλαφάται· και ο άναρχος άρχεται. Ο Υιός του Θεού Υιός ανθρώπου γίνεται· Ιησούς Χριστός, χθες και σήμερον ο αυτός, και εις τους αιώνας."
(Από τον Εσπερινό της ημέρας των Χριστουγέννων)

"Ποιόν έχουμε, Κύριε, σαν εσένα,
Τον Μεγάλο που έγινε μικρός, τον Άγρυπνο που κοιμήθηκε,
τον Καθαρό που βαφτίστηκε, τον Ζωντανό που πέθανε,
Το Βασιλιά που ταπεινώθηκε για να εξασφαλίσει σ' όλους τιμή,
Ευλογημένη ας είναι η δόξα σου!
Είναι δίκαιο να γνωρίζει ο άνθρωπος τη θεότητά σου,
Είναι δίκαιο οι ουράνιες υπάρξεις να λατρεύουν την ανθρωπότητά σου.
Οι ουράνιες υπάρξεις θαμπώθηκαν όταν είδαν πώς έγινες μικρός,
και οι γήϊνες, όταν είδαν πώς εξυψώθηκες."

(Άγ. Εφραίμ ο Σύρος)

"Επειδή ο Χριστός είναι τέλεια Αγάπη, η ζωή του πάνω στη γη δεν μπορεί να γίνει ποτέ μια ζωή παρελθόντος. Παραμένει παρών σ' όλη την αιωνιότητα. Τότε ήταν μόνος και βάσταξε τις αμαρτίες των ανθρώπων όλων μόνος. Αλλά, στο θάνατο, μας πήρε όλους στο έργο του. Γι'αυτό το Ευαγγέλιο είναι τώρα εδώ μαζί μας. Μπορούμε να μπούμε μέσα στη θυσία του."
(Μοναχή Μαρία της Normandy)
"Φοβερόν και παράδοξον μυστήριον σήμερον ενεργούμενον καθοράται· ο αναφής κρατείται· δεσμείται ο λύων τον Αδάμ της κατάρας· ο ετάζων καρδίας και νεφρούς αδίκως ετάζεται· ειρκτή κατακλείεται ο την άβυσσον κλείσας· Πιλάτω παρίσταται, ω τρόμω παρίστανται ουρανών αι δυνάμεις· ραπίζεται χειρί του πλάσματος ο Πλάστης· ξύλω κατακρίνεται ο κρίνων ζώντας και νεκρούς· τάφω κατακλείεται ο καθαιρέτης του Άδου. Ο πάντα φέρων συμπαθώς και πάντας σώσας της αράς, ανεξίκακε Κύριε, δόξα σοι."
(Από τον Εσπερινό της Μ. Παρασκευής)
"Η βαθειά προέλευση της ελπίδας και της χαράς που χαρακτηρίζουν την Ορθοδοξία και που εισχωρούν σ' όλη τη λατρεία της είναι η Ανάσταση. Το Πάσχα, το κέντρο της Ορθόδοξης Λατρείας, είναι μία έκρηξη χαράς, είναι η ίδια χαρά που ένιωσαν οι Απόστολοι όταν είδαν τον αναστημένο Σωτήρα. Είναι η έκρηξη της χαράς του σύμπαντος στο θρίαμβο της ζωής, έπειτα από τη συντριπτική θλίψη για το θάνατο -το θάνατο που ακόμη και ο Κύριος της ζωής έπρεπε να υποφέρει όταν έγινε άνθρωπος. «Ουρανοί μεν επαξίως ευφραινέσθωσαν, γη δε αγαλλιάσθω· εορταζέτω δε κόσμος, ορατός τε άπας και αόρατος· Χριστός γαρ εγήγερται, ευφροσύνη αιώνιος». Τώρα όλα τα πράγματα έχουν γεμίσει με τη βεβαιότητα της ζωής, ενώ πριν όλα πήγαιναν σταθερά προς το θάνατο.
Η Ορθοδοξία δίνει έμφαση με ιδιαίτερη επιμονή στην πίστη του Χριστιανισμού για το θρίαμβο της ζωής."

(π. Δημήτριος Staniloae)

"Μόνον όταν είναι κανείς φυλακισμένος για θρησκευτικές πεποιθήσεις σ' ένα Σοβιετικό στρατόπεδο, μπορεί πράγματι να καταλάβει το μυστήριο της πτώσης του πρώτου ανθρώπου, το μυστικό νόημα της απολύτρωσης όλης της δημιουργίας, και τη μεγάλη νίκη του Χριστού πάνω στις δυνάμεις του κακού. Μόνο όταν υποφέρουμε για τα ιδανικά του Ευαγγελίου μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε την αμαρτωλή μας αδυναμία, και την αναξιότητά μας σε σύγκριση με τους μεγάλους μάρτυρες της πρώτης Χριστιανικής Εκκλησίας. Μόνο τότε μπορούμε να συλλάβουμε την απόλυτη αναγκαιότητα της βαθειάς υποταγής και ταπείνωσης, χωρίς τα οποία δεν μπορούμε να σωθούμε· μόνο τότε μπορούμε ν' αρχίσουμε να διακρίνουμε την περαστικήν εικόνα του ορατού, και την αιώνια ζωή του Αόρατου.
Την ημέρα του Πάσχα, όλοι εμείς που είχαμε φυλακιστεί για τις θρησκευτικές μας πεποιθήσεις, ενωθήκαμε μέσα στη μόνη χαρά του Χριστού. Όλοι συνεπαρθήκαμε από ένα συναίσθημα, από έναν πνευματικό θρίαμβο, δοξάζοντας τον ένα αιώνιο Θεό. Δεν υπήρχε πανηγυρική Πασχαλινή λειτουργία με τα χτυπήματα της καμπάνας, δεν υπήρχε δυνατότητα στο στρατόπεδό μας να συγκεντρωθούμε για τη λατρεία, να ντυθούμε διαφορετικά για τη γιορτή, να ετοιμάσουμε τα Πασχαλινά φαγητά. Αντίθετα υπήρχε ακόμη πιο πολύ δουλειά και περισσότερη παρέμβαση από τη συνηθισμένη. Όλοι οι φυλακισμένοι εδώ για θρησκευτικές πεποιθήσεις, οποιουδήποτε δόγματος, ήταν περικυκλωμένοι από περισσότερη κατασκοπεία, από περισσότερες απειλές της μυστικής αστυνομίας.
Κι όμως, το Πάσχα ήταν εκεί: μεγάλο, άγιο, πνευματικό, αξέχαστο. Ήταν ευλογημένο από την παρουσία του αναστημένου μας Χριστού ανάμεσά μας -ευλογημένο από τα ήσυχα άστρα της Σιβηρίας και από τις θλίψεις μας. Πώς χτυπούσαν χαρούμενα οι καρδιές μας συμμετέχοντας στη μεγάλη Ανάσταση! Ο θάνατος νικήθηκε, δεν υπάρχει πια φόβος, μας δόθηκε ένα αιώνιο Πάσχα! Γεμάτοι απ' αυτό το θαυμάσιο Πάσχα, σας στέλνουμε από το στρατόπεδο-φυλακή μας το νικηφόρο και χαρούμενο νέο: Χριστός ανέστη!"

(Γράμμα από ένα Σοβιετικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως).