Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2007

* ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΗΘΟΥΣ Μ.Μεσογαίας & Λαυρεωτικής Νικόλαου

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΔΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΝ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΗΘΟΥΣ

Ομιλία του Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεω­τικής κ. Νικολάου σε Πρόσφατον Σύναξιν Ιερέων.

Σεβαστοί και αγαπητοί πατέρες,

Σε λίγες μέρες συμπληρώνεται ένας χρόνος από τη μέρα, πού ή Αγία και Ιερά Σύνοδος της Εκκλη­σίας μας με έφερε στην ευλογημέ­νη αυτήν επαρχία. Κατά την περίο­δο αυτήν, σεβόμενος τον τόπο και τα πρόσωπα και φοβούμενος τον Άγιο Θεό, δεν παρενέβην πολύ στην όλη ζωή της Μητροπόλεως και δεν νομίζω ότι αισθανθήκατε μεγάλες αλλαγές. Σε τούτο, βε­βαία, συνετέλεσε και ή ανάθεση σε μένα της τοποτηρητείας της Ιεράς Μητροπόλεως Αττικής. Το πλήθος των προβλημάτων και υποχρεώσε­ων, πού προέκυψαν από τις συνα­φείς με αυτό ευθύνες μου, με εξανάγκασε και σε μια πλημμελή αντα­πόκριση στις υποσχέσεις και τις αρμοδιότητες μου. Ή επικοινωνία μας δυσκολεύθηκε υπερβολικά, ό χρόνος ενασχόλησης με τα επιμέ­ρους θέματα και τα προσωπικά σας προβλήματα περιορίσθηκε, οι απ­αιτούμενες αλλαγές και προσαρ­μογές αναβλήθηκαν.

Παρά ταύτα, οι ανάγκες για βαθιές τομές στη ζωή και μαρτυρία μας ως προσώπων και Εκκλησίας είναι αδυσώπητες. Ή ταχύτατη οι­κονομική και πληθυσμιακή ανάπτυξη της περιοχής μας, οι πρόσφατες εξε­λίξεις στον εκκλησιαστικό χώρο και ό συναφής με αυτές προκληθείς μεγά­λος σκανδαλισμός, οι δυστυχώς συνεχιζόμενες αφορμές απρόσε­κτης ζωής ορισμένων εξ ημών, έχουν κάνει τους πιστούς κριτικούς της ζωής μας και απαιτητικούς και μας υποχρεώνουν σε μια ανανέωση της χάριτος της ιεροσύνης μας. Ή Εκ­κλησία μας, δεν μπορεί να επιτελεί την αποστολή της με συμβιβασμούς, διαρκείς υποχωρήσεις, υποβιβασμό των κριτηρίων, νοθευμένο φρόνημα, κουρασμένο λόγο, δίχως χάρι ζωή.

1. Γενικά

Θεωρώ, λοιπόν, ότι απαιτούνται μερικές άμεσες χειρουργικές επ­εμβάσεις στη ζωή μας, πού θα δώ­σουν το ν χαρακτήρα μιας πεντακά­θαρης εκκλησιαστικής μαρτυρίας. Τέτοιες, πού θα διαλύσουν κάθε αμφιβολία για την συνέπεια των λό­γων και των έργων μας και την ασυμβίβαστη διάθεση μας. Είναι αδιανόητο ή Μητρόπολη να κατακλύζεται από διαμαρτυρίες του κόσμου που μας εγκαλούν για φιλο­χρηματία, για θράσος, αμετροέ­πεια, προσβλητικότητα και σκληρή συμπεριφορά, για στάση, πού δικαι­ολογεί υποψίες αμφίβολου, α­πρόσεκτου και ανάρμοστου σε ιε­ρείς —μάλιστα ιερομόναχους— ήθους. Δεν μπορεί γα επιτελέσει κανείς την αποστολή του εν τη Εκκλησία με επιπολαιότητες, μειονε­ξίες, μικρότητες, εγωισμούς, ψευδολογία, ραδιουργίες, ύποπτες με­θοδεύσεις, ακάθαρτο βίο κ.λπ.

Ή Εκκλησία μας πρέπει να δίνει μαρτυρία αγιότητας, υψηλής ποι­ότητος ήθους καί κρυστάλλινης και πεντακάθαρης ζωής. Ό ιερέας πρέπει να θεωρείται πρόσωπο σε­βάσμιο, άλλης λογικής και νοοτροπίας. Κάθε τι, πού υποβιβάζει την εικόνα της ιεροσύνης, πρέπει να απομακρυνθεί δίχως άλλο. Συστηματικός και συνειδητός υποβιβα­σμός του ρόλου και του κύρους της Εκκλησίας δεν πρόκειται να δικαι­ολογηθεί με κανέναν τρόπο στη Μητρόπολη μας.

Μέσα σε έναν κόσμο, πού βασανίζεται από άπειρα καί τεράστια προ­βλήματα, πού κυριαρχούν οι αιρέσεις, οι πλάνες και οι πάσης φύ­σεως πνευματικές απειλές, πού δι­ψασμένος περιμένει από μας την επαλήθευση της μικρής, αλλά βαθιάς πίστης του όσο ίσως ποτέ άλ­λοτε, σε έναν κόσμο και μία εποχή με σπάνιες ευκαιρίες και απεριόριστες δυνατότητες, πού είμαστε ταγμένοι να εκπροσωπούμε τον αληθινό Θεό και να μαρτυρούμε τη βασιλεία Του, δεν μας επιτρέπεται και δεν δικαι­ολογούμαστε να Τον καταργούμε στις ψυχές των ανθρώπων.

Αντιλαμβάνομαι ότι τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Δεν ζητούμε, ό­μως, χαρισματικές καταστάσεις, άλ­λα το αυτονόητο. Ανάμεσα σας υ­πάρχουν θαυμαστά παραδείγματα αξιόλογων Ιερέων, με φόβο Θεού, σεμνή διακονία και ταπεινή μαρ­τυρία, πού τιμούν πραγματικά το ρά­σο τους. Αυτούς θα τους στηρί­ξουμε με όλη μας τη δύναμη. Θα τους υπηρετήσουμε στο ιερό έργο, πού με πολλές ασφαλώς δυσκολίες,, επιτελούν.

Υπάρχουν, όμως, καί περιπτώ­σεις είτε ένοχης αδιαφορίας είτε προκλητικής στάσης και ζωής, πού ερεθίζουν το ποίμνιο και σκανδαλί­ζουν τον λαό. Αυτοί, αν δεν έχουν διάθεση αλλαγής, καλό είναι να καταλάβουν ότι δεν χωρούν στη Μητρόπολή μας. Ή Εκκλησία είναι πολύ επιεικής με τον λαό, αλλά ιδιαίτερα απαιτητική από τους Ιερείς.

2. Ή απαξίωση της ιεροσύνης

Αν μπορούσαμε να προσδιορί­σουμε τα βασικά στοιχεία της ζωής ,δεικνύουν την ακαταλληλότητα μας ως ιερέων, θα τα συνοψίζαμε στα έξης πέντε:

Α) Σκληρότητα. τραχύτητα και αγένεια απέναντι του κόσμου

Ή σχέση μας με τους στενούς συνεργάτες μας καί τον κόσμο δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται από βαναυσότητα, αγένεια, απειλές, εκ­βιασμούς, ανόητα αστεία, φλυαρία, απρόσεκτες εκφράσεις και ύβρεις. Ό πιστός; αλλά ακαλλιέργητος λαός στο πρόσωπο μας προσδοκά να αντικρίσει τον πατέρα, πού συγ­χωρεί, τον φίλο, πού αναπαύει, το πρότυπο, πού εμπνέει, τον ιερέα, πού μυσταγωγεί και θυσιάζεται, αυ­τόν, πού σέβεται όλους ως εικόνες του Θεού. Στο πρόσωπο μας πε­ριμένει να δει υπομονή, ταπείνωση, αγάπη, ανωτερότητα, απαντοχή, πραότητα, γλυκύτητα, σεμνότητα, υποχωρητικότητα.

Όταν είμαστε καχύποπτοι, ερι­στικοί, σπερμολόγοι, κουραστικοί με τη στάση μας, πώς είναι δυνατόν να κηρύξουμε την μετάνοια; πώς να βοηθήσουμε στη σωτηρία; πώς να εμπνεύσουμε την αγιότητα; Όταν, αντί να προσφέρουμε κή­ρυγμα, πού ανακουφίζει και φωτί­ζει την ψυχή, εμείς ωρυόμαστε από την Ωραία Πύλη και εκστομίζουμε δημόσια βαρείες, προσβλητικές κουβέντες, τότε τι σχέση μπορεί να έχει ή ιεροσύνη μας με την αρχιεροσύνη του «πράεως και τα­πεινού τη καρδία» (Ματθ. ια' 29) Κυρίου και των σοφών της Εκκλη­σίας μας Πατέρων;

Έφθασαν στα αυτιά μας καταγ­γελίες για ιερείς, πού συμπεριφέ­ρονται με θρασύτητα παρουσία, μάλιστα τοπικών αρχόντων και βου­λευτών, για περιστατικά ιερέων, πού αντάλλαξαν ακατονόμαστες ύβρεις, για ιερείς, πού μηνύουν και προσέφυγαν στη δικαιοσύνη για εντελώς ασήμαντες αιτίες, για κά­ποιους, πού βγαίνουν από την πόρ­τα του ιερού και καπνίζουν ή τε­λούν ακολουθίες με το κινητό στο χέρι ή πού ζητούν καφέ από τον νε­ωκόρο την ώρα της ακολουθίας ή πού τελούν το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως πίνοντας αναψυκτικό, εμφανώς δυσφορώντας, εκδηλώνοντας την βιασύνη τους, η απαντώντας σε τηλεφωνήματα ή δίχως το πετραχήλι Υπάρχουν Περιπτώσεις, πού συνεφημέριοι αλληλοκατηγορούν­ται για δήθεν ηθικές εκτροπές ή οικονομικές ατασθαλίες και αφή­νουν να διαρρεύσουν ό ένας για τον άλλον σοβαρά υπονοούμενα μεταξύ του Ιερού σώματος των πι­στών, Άλλοι πάλι προκλητικά αρνούνται να συμμετέχουν στις ιερατικές μας συνάξεις, κάποιοι δε επιμελώς αποφεύγουν να διαβά­ζουν τις εγκυκλίους του Μητροπο­λίτου στον λαό. Σε μία περίπτωση κάποιος αρνήθηκε να διαβάσει την εγκύκλιο, πού εξέδωσα για τα ανα­στάσιμα τρισάγια, με αποτέλεσμα οι πονεμένοι άνθρωποι, πού έχασαν τους και τις συζύγους τους ή τα παιδιά τους με πολύ πικρία να μου παραπονεθούν για τον Ιερέα τους και να εκφράσουν τον πόνο τους, πού δεν συμμετείχαν στα τρισάγια του Πάσχα. Οι τοιούτοι Ιερείς καλό θα είναι, αν δεν έχουν διάθεση συμμορφώσεως, εντός του καλοκαιριού να δρουν άλλη Μητρόπολη, πού θα δικαιολογεί το θράσος και την ασέβειά τους.

Β) Τεμπελιά, αδιαφορία και απραξία

Ή Μητρόπολη μας έχει ένα πολύ μεγάλο ποίμνιο, πού τα Σαββατοκύριακα αυξάνει κατά 50% και το καλοκαίρι περίπου τριπλασιάζεται. Μάλιστα εκτιμάται ότι σε 15 χρόνια ό μόνιμος πληθυσμός της θα διπλασιασθεί. Το ποίμνιο μας είναι πολυποίκιλο, με τεράστιες ανάγ­κες πάσης φύσεως και ποιμαντικές και πνευματικές απαιτήσεις υ­ψηλές. Κατόπιν τούτου, ή διακονία στη Μητρόπολη μας είναι πολυδιά­στατη, κοπιώδης και δύσκολη και προϋποθέτει όραμα. Όλοι μας ο­νομαζόμαστε «εργάτες του Ευαγ­γελίου», για να θυμόμαστε ότι κεν­τρικό στοιχείο της διακονίας μας είναι ή συνεχής προσπάθεια και το ανύστακτο ενδιαφέρον.

Με πολλή μου λύπη διαπίστωσα ότι, πλην ελαχίστων επαινετών εξαιρέσεων, στους ναούς μας δεν τελούνται καθημερινές ακολου­θίες ούτε εσπερινοί τα Σάββατα και τις εορτές, το κατηχητικό έργο είναι πλημμελές, το κήρυγμα φτω­χό, ή φιλανθρωπία ελλιπής, με το απαράδεκτο αιτιολογικό ότι είτε δεν ανταποκρίνεται ό κόσμος είτε δεν έρχονται τα παιδιά είτε δεν έχουμε χρήματα και προϋποθέ­σεις. Γνωρίζω ότι αρκετοί εξ υμών πηγαίνετε στους ναούς σας μόνον την Κυριακή ή σε κάποια εορτή. Έχουμε μάλιστα έγγραφες καταγ­γελίες ότι πιστοί ζήτησαν να τελε­σθεί Θεία Λειτουργία σε μεγάλες γιορτές και οι ιερείς αρνήθηκαν διαμαρτυρόμενοι ότι έχουν άλλες ασχολίες. Άλλοι πάλι δικαιολο­γούνται ότι μένουν μακριά και δυ­σκολεύονται να προσέρχονται επί καθημερινής βάσεως στο ναό τους. Κατόπιν τούτου, θα ήθελα πολύ να παρακαλέσω, όποιος αδυ­νατεί να ανταποκριθεί στις τουλά­χιστον 40 ώρες εβδομαδιαίας δια­κονίας, πού απαιτεί ή μισθολογική αμοιβή του ως δημοσίου υπαλλή­λου, να εξετάσει μήπως του ταιριά­ζει κάποια άλλη Μητρόπολη πιο ανεκτική από τη δική μας.

Προς μεγάλη μου έκπληξη έχω διαπιστώσει ότι πολλών εξ υμών το μυαλό υπεραπασχολείται με τις άδειες, ιδίως κατά τους θερινούς μήνες. Όπως εύκολα αντιλαμβά­νεσθε, ή Μητρόπολη μας είναι κυρίως καλοκαιρινή Μητρόπολη. Για τον λόγο αυτόν και προκειμέ­νου να οικονομηθεί ή κατάσταση, κατά το τρίμηνο Ιουνίου—Ιουλίου — Αυγούστου κανένας εκ των Ιε­ρομόναχων δεν θα παίρνει άδεια, παρεκτός λόγου ειδικής ανάγκης και κατόπιν ενδελεχούς εξετάσε­ως του αιτήματος του. Επίσης οϊ υμών οικογενειάρχες (με μικρά παιδιά) προτρέπονται να ζητούν άδεια 10—20 ήμερων το καλοκαίρι και το υπόλοιπο αργότερα


Ή σύγκριση με λαμπρούς κλη­ρικούς μας, πού οι ναοί τους αστρά­φτουν, πού γεννούν πολλούς, ανιδιοτελείς και πρόθυμους συνεργά­τες, πού τελούν υποδειγματικές ακολουθίες, θαυμάσιες αγρυπνίες, πού ό λαός τους εμπιστεύεται, τους σέβεται και τους αγαπά, από μόνη της καταργεί κάθε δικαιολογία και δείχνει σε όλους την πορεία μας.

Αργόσχολος ιερέας, πού το μυαλό του είναι μόνον στα τυχερά, στα δώρα και στις άδειες, πού μόλις τελειώσει την ακολουθία, ή πρώτη του σκέψη είναι να ανάψει το τσι­γάρο και να αρχίσει την άργολογία, δεν είναι κατάλληλος για την απο­στολή του ούτε για τον μισθό του.

Γ Ψέμα και ανειλικρίνεια

Πώς επίσης είναι δυνατόν να είμαστε κήρυκες της αληθείας και ιερείς Αυτού, πού τόνισε ότι Αυτός είναι «ή αλήθεια και ή ζωή» (Ίω. ιδ' 6), όταν είμαστε προκλητικά ανα­κόλουθοι, διαρκώς αυτοδιαψευδομένοι, ύποπτα ασαφείς και αόρι­στοι, συνεχώς δικαιολογούμενοι; Διαμαρτύρεται ό λαός μας ότι πολ­λές φορές ως ιερείς είμαστε δί­γλωσσοι, άλλα λέμε μπροστά και άλλα από πίσω, άλλα τη μία μέρα και άλλα την άλλη, άλλα στον ένα και άλλα στον άλλον. Μας λείπει συχνά το θάρρος της ομολογίας ενός σφάλματος μας και ό ηρω­ισμός της ανάληψης των ευθυνών μας. Πώς μετά να γίνει πιστευτός ό λόγος μας; πώς να εμπνεύσει την εμπιστοσύνη το παράδειγμα μας;

Το μήνυμα του Ευαγγελίου και του κηρύγματος μας είναι κήρυγμα κρυστάλλινης αλήθειας και παρα­δειγματικού ηρωισμού. Γι' αυτό και ό ιερέας δεν έχει καμιά σχέση με την θόλωση των γεγονότων, ακόμη και με τα κατά συνθήκη λεγόμενα ψεύ­δη και τον εσωτερικό συμβιβασμό.

Είναι διάχυτη ή εντύπωση, πώς χρειάζεται μια αλλαγή στο ήθος μας και ότι είναι τόσα τα στραβά, πού οπωσδήποτε κάτι πρέπει να γίνει. Είναι φοβερός, όμως, ό λόγος του λάου ότι «ό δεσπότης δεν θα κατα­φέρει τίποτε γιατί δεν θα τον αφή­σουν οι παπάδες». Αύτη είναι ή εικόνα μας. Ή φήμη της Μητρο­πόλεως μας είναι ότι το επίπεδο του κλήρου μας είναι τέτοιο, πού οι άλλες Μητροπόλεις αρνούνται να δεχθούν κληρικούς από την επαρ­χία μας. Οργιάζει το κουτσομπολιό, οι φήμες, οι απειλητικές δια­δόσεις, οι υπερβολές, οί φαντασιώ­σεις, πού πηγή τους έχουν κάποι­ους εκ των κληρικών μας, πού μάλι­στα υποτίθεται ότι γνωρίζουν κάτι παραπάνω. Αυτοί τροφοδοτούν με δήθεν «ακριβείς πληροφορίες» τις εφημερίδες και τα έντυπα της πε­ριοχής και κάνουν τις «εμπιστευ­τικές διαρροές». Άνθρωποι, μέσα από την Μητρόπολη μας, στενοί συνεργάτες, πού τους εμπιστευθή­καμε, λειτουργούν ως σπερμολόγοι, ύπουλοι και συκοφαντικοί μυθοπλάστες, επικίνδυνοι αλλοιωτές της αλήθειας. Διερωτάται κανείς· πώς είναι δυνατόν μια τέτοια συμ­περιφορά να συνταιριάζει με την ευλογημένη ιδιότητα του ιερέως; Τι σχέση έχει αυτή ή στάση με την εξαγιαστική αποστολή μας ή με το «μέτρον ηλικίας του πληρώματος τού Χριστού» (Εφ. δ' 13), πού εξαγγέλλουμε;

Δ) Ηθικά έκτροπα ή προ­κλητική ζωή

Ερχόμαστε τώρα σε ένα πολύ ευαίσθητο κεφάλαιο, πού άφ' ενός μεν λειτουργεί καταστροφικά για την ψυχή μας, άφ' έτερου δε επι­κίνδυνα τροφοδοτεί τον σκανδαλισμό των πιστών και το περιεκκλησιαστικό κουτσομπολιό. Είναι το θέμα των ηθικών σκανδάλων και του απρόσεκτου βίου, πού περισ­σότερο ακουμπά την ζωή των ιερο­μόναχων, άλλα δεν αφήνει αμέτο­χους και τους εκ των κληρικών μας εγγάμους.

Ιερείς με θηλυπρεπείς συμπερι­φορές, κοσμικές τάσεις, παρεξηγήσιμες διαχύσεις, έντονα αρώμα­τα, πολυτελή άμφια, ψυχολογική μοναξιά, είναι εντελώς αδύνατον να ταυτίσουν την έκφραση τους με το μυστήριο της ιεροσύνης. Αν για κάποιον λόγο έχουν παρασυρθεί, ας μετανοήσουν και ας αλλάξουν τρόπο ζωής. Αν είναι αδύνατοι και δυσκολεύονται στον κόσμο, ας κατευθυνθούν σε κάποιο μοναστήρι. Αν κακώς έγιναν κληρικοί, ας πάρουν τώρα τις σοβαρές αποφά­σεις τους. Αν τέλος επιμένουν στην προκλητική διαστροφή και απροσεξία τους, ας κατανοήσουν ότι τα θυσιαστήρια των ναών και των ψυχών της Μητροπόλεως μας δεν δέχονται να φιλοξενούν τέτοι­ους λειτουργούς. Όποιος δυσκο­λεύεται να ενστερνισθεί αυτό το φρόνημα, θα διευκολυνθεί να βρει άλλη Μητρόπολη πιο ανεκτική σε τέτοιες επιλογές. Εδώ, σας προειδοποιώ, θα δυσκολέψει, αλλά και θα δυσκολευθεί πάρα πολύ.

Στη δύναμη της Μητροπόλεως μας υπάρχει νεαρός αρχιμανδρί­της, πού δημόσια καυχάται ότι έχει 42 κεντητές στολές, πού μπαίνει στα γραφεία μας και αφήνει το ά­ρωμα του για ολόκληρο εικοσιτετράωρο, πού σχολιάζει σαρκαστικά τους εξ υμών νεωτέρους, πού επι­λέγουν την παραδοσιακότερη εμ­φάνιση· άλλος, πού δημόσια εκ­φράζει τις αμφιβολίες της πίστεως του, τις επιφυλάξεις του για τα θαύματα, τις διαφορές του με την Ορθόδοξη παράδοση.

Δυστυχώς οι πρόσφατες ανακρί­σεις της τακτικής δικαιοσύνης έ­φεραν στο προσκήνιο και κληρι­κούς της δικής μας επαρχίας. Επειδή εγώ διεξάγω τις εκκλησια­στικές ανακρίσεις και συνεπώς γνωρίζω πολλά, τους προτρέπω να απομακρυνθούν αμέσως. Γνωρίζω ονόματα και γεγονότα πλέον.

Λυπούμαι αφάνταστα, πού θα το πω, άλλα στον τομέα αυτόν φαίνε­ται πώς έχουν εκτραπεί και έγγαμοι κληρικοί μας. Πατέρες μου, θα αλλάξουμε ζωή. Ή Μητρόπολη μας έχει περισσότερους από 130 κληρικούς. Και το έργο μας είναι τόσο ελλιπές· οι κλήσεις περιορισμένες, οι νεανικοί τομείς άτονοι, τα αναλό­για φτωχά, το ποίμνιο γηρασμένο, ή έμπνευση και το όραμα σχεδόν ανύπαρκτα ό κόσμος πονεμένος και διψασμένος. Καλύτερα να ήμασταν οι μισοί με φόβο, όμως, Θεού. Καλύτερα μία πόλη να έχει δύο ιε­ρείς, πού επιβεβαιώνουν τον Θεό και τελούν μία Λειτουργία τον μή­να, πού Τον κατεβάζει στις ψυχές μας, παρά δέκα, πού Τον διαψεύ­δουν και Τον ακυρώνουν κάθε στιγμή. Ό κόσμος, ή εποχή μας, ό Θεός, ή Εκκλησία, κανένας μας δεν αντέχει αυτόν τον σκανδαλισμό.

Είναι ιδιαίτερα παρήγορο το γε­γονός ότι περισσότεροι από δέκα νέοι —ή και κάποιοι μεστωμένοι στην ηλικία— με προσόντα, πλού­σια καλλιέργεια, ενάρετη ζωή και φόβο Θεού χτυπούν την πόρτα της Ιεράς Μητροπόλεως μας και ζη­τούν να γίνουν μέτοχοι της χάριτος και της ευλογίας του θείου μυστη­ρίου της ιεροσύνης. Άλλοι τόσοι δε ευλαβείς κληρικοί από άλλες μητροπόλεις ζητούν να συνδεθούν με τη δική μας. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι δυνατότητες εμπλουτισμού της ευρύτερης Ιερατικής μας οικο­γένειας είναι μεγάλες και ή χαρά μας ανάλογη. Ή Μητρόπολη μας έχει χώρο και πολύ μάλιστα για όποιον επιθυμεί να διακονήσει με φόβο Θεού, αταλάντευτη πίστη, σεβασμό στην παράδοση, πνεύμα θυσίας, συνέπεια στη ζωή.

Ε) Φιλοχρηματία και πλου­τισμός

Αυτός είναι ένας άλλος τομέας, πού εκφράζει βαθιές και ριζωμένες στον χρόνο και την κακομαθημένη φύση μας αδυναμίες και αποδυνα­μώνει αποφασιστικά τη μαρτυρία μας. Είναι αλήθεια ότι πολλά από όσα ακούγονται, δεν _ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά χαρακτηρίζονται από εμφανή τάση υπερβολής. Είναι, όμως, παράλ­ληλη και ή αλήθεια ότι ή οικονομική αρρώστια μας είναι ευρύτερα δια­δεδομένη και πνευματικά περισ­σότερο από όσο φαίνεται κατα­στροφική. Δυστυχώς θεωρούμε ως δεδομένο και κεκτημένο υλιστικό δικαίωμα κάτι, πού είναι απόλυτα ξένο προς την λογική του Ευαγγε­λίου και εντελώς αδικαιολόγητο στην κοινή αντίληψη.

Παρά τα όσα εσχάτως ακούγον­ται, χωρίς καμιά αναστολή,: με­ρικοί έχουν τόσο υποταχθεί στην κακή συνήθεια τους, ώστε ακόμη και σήμερα να μη προσέχουν και να εκθέτουν μαζί με τον εαυτό τους και την Εκκλησία. Είναι αδιανόητο ένας ιερέας να απαιτεί 300 εύρώ για την τέλεση ενός απλού μυστηρίου. Όταν σε ένα ζευγάρι, πού έρχονται να ενώσουν τη ζωή τους στην Εκ­κλησία, προσφέρουν τα δώρα της αγάπης τους οι συγγενείς, οι φίλοι, οι γείτονες, οι συνάδελφοι, πώς μπορεί ή Εκκλησία, αντί να δίνει, να απλώνει άκομψα το χέρι της μικρόνοιας, της μικρόψυχος και της μικροκαρδίας; Πώς είναι δυνατόν μία Κηδεία, ένα Ευχέλαιο, ένας Αγιασμός να «κοστίζουν»; Ποια λογική μας λέει ότι ένα μυστήριο πληρώνεται; Ποιο επιχείρημα μας πεί­θει ότι εμείς δικαιούμεθα οικονο­μικό συμπλήρωμα στο μισθό μας, κάτι, πού κανένας Έλληνας πολί­της δεν μπορεί να διεκδικεί;

Ή Εκκλησία είναι άσχετη με το χρήμα, το συμφέρον, τις οικονο­μικές συμφωνίες. Γνωρίζει την ε­κούσια πτώχεια, την προσφορά και την θυσία. Εφόσον και συγγνώμη, πού το αναφέρω, εγώ ποτέ απο­λύτως δεν λαμβάνω χρήματα για οποιαδήποτε αιτία —ούτε και από τους πλουσιότερους—, τα δε δικά μου εισοδήματα στο ακέραιο κατα­τίθενται στο ταμείο της Μητρο­πόλεως μας, είναι αυτονόητο ότι καλείστε όλοι σε ανάλογου φρονή­ματος —όχι ασφαλώς ίδια— συμ­περιφορά. Διαφορετικά, στη κα­λύτερη περίπτωση, σε λίγο καιρό θα σας κατασπαράξει ή κριτική και ή κατακραυγή του λαού.

Οι περιπτώσεις Ιερέων, πού απέ­κτησαν πολυκατοικίες ή διαμερί­σματα, πού κυκλοφορούν με ακριβά αυτοκίνητα, πού τελούν χλιδάτους γάμους για τα παιδιά τους, πού εμφανίζονται με πολυτελή άμ­φια, πού μόνο ζητούν και ποτέ δεν δίνουν, δεν έχουν σχέση με την μαρτυρία του σταυρικού εκκλη­σιαστικού λόγου, αλλά το μόνον, πού καταφέρνουν είναι να ακυρώ­σουν τον λόγο τους και να διαψεύ­δουν την χάρι της ιεροσύνης τους. Αυτοί οι Ιερείς μαζεύουν χρήματα, αλλά διώχνουν το Άγιο Πνεύμα. Αυτοί ανήκουν στη Μητρόπολη, αλλά δεν έχουν σχέση με την Εκ­κλησία. Αυτοί φορούν ράσα, αλλά έχουν διώξει την ιεροσύνη από πά­νω τους. Αυτοί τελούν Ιεροπραξίες και μυστήρια, αλλά αγνοούν το μέ­γα μυστήριο του Θεού. Αυτοί εκπροσωπούν τον Θεό, αλλά ο Θεός «απεστρέψατο το πρόσωπον του απ' αυτών» (Ψαλμ. ρμα' 7).

3) Ή καταξίωση της ιεροσύνης

Αγαπητοί μου, πατέρες,

Ό κάθε ένας μας δεν κατα­ξιώνεται ως ιερέας στον ρόλο του ηγέτου ούτε φυσικά στον ρόλο του δασκάλου ούτε πάλι στον ρόλο ενός δραστήριου κοινωνικού εργάτου. Αυτά και άλλοι μπορούν να τα κάνουν. Αυτό πού μας κατα­ξιώνει στα μάτια του λαού και στο πρόσωπο του Τριαδικού Θεού είναι ή τιμή καί ή αξιοποίηση της αγίας ιεροσύνης μας.

Είναι τόσο μεγάλη ή ευλογία να είμαστε ιερείς στην εποχή και στον τόπο μας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αποστολή από το να «κηρύσσωμεν Ιησού Χριστόν και τούτον εσταυρωμένον» (Α' Κορ. α' 23). Κανείς δεν είναι τόσο επίκαιρος καί σύγχρονος όσο αυτός, πού μαρτυρεί καί διακη­ρύσσει την αιωνιότητα. Κανείς δεν είναι τόσο αναγκαίος όσο αυτός, πού προαναγγέλλει την Βασιλεία του Θεού. Κανείς δεν είναι τόσο ση­μαντικός όσο αυτός, πού συνοδεύ­ει το περί του αληθινού Θεού Ορθόδοξο κήρυγμα του με την απόδειξη της αγίας ζωής καί του υγιούς φρο­νήματος του.

Η πρόκληση της αυθεντικής ιεροσύνης είναι ο ευλογημένος μο­νόδρομος μας. Καλούμεθα όλοι μας να αντικαταστήσουμε την εικόνα μας ως επαγγελματιών με την αγγε­λική πολιτεία μας. Ο λόγος μας δεν μπορεί παρά να είναι «εν χάριτι αλά­τι ηρτυμένος» (Κολ. δ' 6). Η στάση μας ιεροπρεπής, μια, πού «και γέλως οδόντων και βήμα ποδός δείκνυσι περί του ανδρός» (Σοφ. Σειρ. ιθ' 30). Το όλο μας «πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχον» (Φιλ. γ' 20).

Η αδιαφορία και η αδράνεια μας, όπως και η εγωκεντρική ανασφά­λεια μας, πρέπει να δώσουν τη θέ­ση τους στο πνεύμα της θυσίας. Οι άγιοι απόστολοι όργωσαν πραγμα­τικά την οικουμένη. Εμείς καλούμεθα να οργώσουμε, να καλλιεργή­σουμε, να αυξήσουμε εις Χριστόν, να «νουθετούμε νύκτα και ήμερα ένα έκαστο» (Πράξ. κ' 31) εκ του εμπιστευθέντος ημίν ποιμνίου. «Αι χώραι λευκοί εισί προς θερισμόν ήδη»(Ίω.δ'35).

Ό λόγος μας πρέπει να είναι θε­ολογικός καί Χριστοκεντρικός, η ζωή μας να είναι, όπως λέγει ο άγι­ος Ιωάννης ό Χρυσόστομος, καθα­ρότερη καί από τις ακτίνες του ηλί­ου, η πολιτεία μας να αποτελεί «σημείον» του Θεού, η σχέση μας μ την ύλη, την καθημερινότητα, την κοσμική λογική όση και η σχέση των αγίων, που επικαλούμεθα, των ύμνον, που ψάλλουμε, των ευχών, πού διαβάζουμε, του Θεού, που κηρύσσουμε και πιστεύουμε.

Όλοι ανεξαιρέτως ποθούμε να αξιωθούμε της «ητοιμασμένης ημίν Βασιλείας από καταβολής κόσμου» (Ματθ. κε' 34) και των «επηγγελμένων ήμιν αγαθών». Η χο­ρεία των αγίων περιλαμβάνει μάρ­τυρες, περιρρεόμενους με τα άγια αίματα τους, τεκμήρια της προς τον Θεόν αγάπης τους· οσίους κεκοσμημένους με τα θαυμαστά κα­τορθώματα και τους ασκητικούς Ίδρωτες τους, πειστήρια του ανυποχώρητου ζήλου και του πνευ­ματικού φιλότιμου τους θεοφόρους Πατέρες λαμπρυσμένους α­πό το θείο λόγο και τον φωτισμένο θεολογικό νου τους. Στην κορυφή ό Κύριος ως «Αρνίον εσφαγμένον» ('Αποκ. ε' 12), περιβαλλόμενος από την Παναγία Μητέρα Του, τον Τίμιο Πρόδρομο και τους Άγιους Απο­στόλους Του. Κάπου εκεί θα ψά­χνουμε κι εμείς τη θέση μας. Τι σχέση άραγε έχουμε εμείς, με αυτόν τον κόσμο; τι συγγένεια με αυτό το φρόνημα; Τι κοινωνία με αυτών τη ζωή; Αυτό είναι το ερώ­τημα, πού περιμένει την απάντηση μας. Αυτή δε η απάντηση περιγρά­φει την στάση μας απέναντι του Κυρίου και της Εκκλησίας Του. Και αυτή ή στάση προσδιορίζει το μέλ­λον του καθενός μας σε αυτήν την ευλογημένη Μητρόπολη.

Είναι πράγματι μοναδική η απο­στολή μας. Γι' αυτό και είναι ψηλές και μεγάλες οι απαιτήσεις μας. Δεν βρισκόμαστε σε έναν δευτερεύοντα χώρο. Με πολλή χαρά καλούμα­στε να ανταποκριθούμε στη μεγαλύτερη για τον κόσμο και τον άν­θρωπο κλήση μας. Η θέση μας εί­ναι εκεί, πού κρίνονται και δοκιμά­ζονται οϊ ψυχές των ανθρώπων, εκεί, πού κατεβαίνει και εμφανίζε­ται ο Θεός, εκεί που παίζονται οι τύχες αυτού του κόσμου· είναι το εξομολογητήριο, στο Ιερό θυσια­στήριο, στην προσευχή. Είμαστε μικροί, πολύ μικροί για κάτι τέτοιο. Αλλά δεν μας καλεί ο Θεός να γί­νουμε αυτό, που δεν είμαστε ούτε να κάνουμε αυτό, που δεν μπο­ρούμε. Απαιτεί, όμως, να γίνουμε από ασυνεπείς αγωνιζόμενοι, από ράθυμοι κατά τα έργα δημιουργικοί κατά την προαίρεση, από μικροί και στενοί κατά την καρδία αγνοί και καθαροί κατά τη ζωή.

Αυτό, πού από τον καθένα μας ζητάει ο Θεός είναι η καλή προαί­ρεση και η συναίνεση στο προσκλητήριο, πού μας κάνει. Αν αυτά υπάρχουν, τότε δεν πτοούμαστε από τους πειρασμούς, διότι «μεί­ζων ο εν ήμιν ή ο εν τω κοσμώ» (Ίω. δ' 4)· δεν φοβούμαστε τις ελλεί­ψεις, διότι «ή θεία χάρις τα ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί»· δεν δειλιάζουμε μπροστά στην ανεπάρκεια μας, διότι «και το θέλειν και το ενεργεί ν εκ του Θεού εστίν» (Φιλ. 6' 13).

Εμπρός, λοιπόν, «δεύτε αριστήσατε» (Ίω. κα' 12)· «πάντες απο­λαύσατε του συμποσίου της πίστε­ως· πάντες απολαύσατε του πλού­του της χρηστότητας»· ας εισέλ­θουμε όλοι στο δείπνο της θείας προσφοράς.

«Τω δε Θεώ ημών πρέπει πάσα τιμή, προσκύνήσις, δόξα και κρά­τος εις τους αιώνας. Αμήν».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ 30-09-2005

Δεν υπάρχουν σχόλια: