Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2007

* Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΨΩΜΙΟΥ π. Αντωνίου Καλλιγέρη

H «δικτατορία» του ψωμιού

του π. Αντωνίου Καλλιγέρη

Εισαγωγή

Αφορμή για το κείμενο αυτό με τον περίεργο τίτλο είναι πρόσωπα νέων ανθρώπων που αποτυπώθηκαν στις φωτογραφίες των εφημερίδων από τις αρχές του καλοκαιριού, που άρχισαν οι απολυτήριες και οι εισαγωγικές στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση εξετάσεις, μέχρι και τις αρχές του Σεπτεμβρίου, που ανακοινώθηκαν τα ονόματα των εισακτέων σε αυτή.

Πρόσωπα άλλοτε χαμογελαστά και άλλοτε με την πίκρα του ερωτήματος «και τώρα τι;» ζωγραφισμένη σε αυτά. Πρόσωπα που ακόμα και σε στιγμές επιτυχίας δήλωναν την αβεβαιότητά τους για το μέλλον θεωρώντας την εισαγωγή τους στο Πανεπιστήμιο είσοδο στον προθάλαμο ενός διαδρόμου με αδιόρατη έξοδο.

Μια ακόμα αφορμή είναι και οι στατιστικές που δείχνουν ότι η ηλικία των νέων ανθρώπων που εγκλωβίζονται σε κάθε λογής ψυχοτρόπα συνεχώς μικραίνει.

Όλα αυτά και πολλά ακόμα, που δεν είναι δυνατό να απλωθούν σε μερικές σελίδες χαρτί, μου θυμίζουν το στίχο του Ελύτη: « οι νέοι με τα πληγιασμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες». Σήμερα παραλλάζοντας το στίχο θα μπορούσε να γραφεί: « οι νέοι με τις πληγωμένες καρδιές που τους έλεγαν αλήτες», καταγράφοντας ίσως σε μια μόνο γραμμή το αδιέξοδο των κοινωνιών μας που κρίνει αρνητικά τους νέους τους οποίους η ίδια περιθωριοποιεί.

Αισθάνομαι ότι αρκετά συχνά ζητάμε από τα παιδιά πράγματα που δεν είναι σε θέση να προσφέρουν. Αναρωτιόμαστε γιατί δεν γνωρίζουν Ιστορία ή ποίηση ή γιατί σκέπτονται με ένα συγκεκριμένο τρόπο, αλλά δεν διατυπώνουμε σωστά το ερώτημα. Τα παιδιά εκπαιδεύονται ή μορφώνονται; Εμείς τι πραγματικά ζητάμε από αυτά; Από το ζευγάρι Εκπαίδευση ή Μόρφωση τι ιεραρχούμε πρώτο και με τι τρόπο αγωνιζόμαστε ώστε όλα να έχουν ίσες ευκαιρίες;

Θέτουμε αυτά τα ερωτηματικά επειδή αποδεδειγμένα οι κοινωνίες της τρίτης χιλιετίας που μόλις ανέτειλε είναι οι πρώτες στην ανθρώπινη ιστορία οι οποίες δεν έχουν μέθοδο ένταξης των νέων μελών στον ιστό τους. « …Ένας νέος άνθρωπος ζει εν μέσω μιας ποικιλίας ετερογενών συστημάτων αξιών που συναγωνίζονται εντονότατα για την κυριαρχία και τα οποία είναι αποτέλεσμα του πρόσφατου κοινωνικού τεμαχισμού. Κανένα από αυτά δεν μπορεί να διεκδικήσει την επίσημη υπεροχή. Οι παραδοσιακές βάσεις νομιμοποίησης έχουν είτε εξασθενήσει είτε αμφισβητηθεί.... Αυτό οδηγεί τον έφηβο σε έναν επικίνδυνο εκλεκτικισμό, ο οποίος δεν είναι έτοιμος να διεκδικήσει την ωριμότητα που συχνά χρειάζεται ώστε να ανοίξει το δρόμο του μέσα από επικίνδυνα μονοπάτια του κύκλου της ζωής.»[1]

2. Η αποτύπωση της πραγματικότητας σε αριθμούς

Αυτή η δύσκολη πραγματικότητα για έναν νέο γίνεται ακόμα δυσκολότερη, επειδή ο βασικός άξονας της διαπαιδαγώγησής του είναι η οικονομική άνεση και η εξασφάλιση ενός καλού επιπέδου σπουδών, περιορίζοντας την έννοια «αγωγή» στην εκπαίδευση και την έννοια μέλλον, στην εξασφάλιση μιας θέσης εργασίας.

Είναι όμως όλα αυτά αρκετά για να ζήσει ένας άνθρωπος με αξιοπρέπεια;

Τα αποτελέσματα μιας έρευνας που έγινε στη Θεσσαλονίκη το 1996 παρουσιάζουν με ενάργεια το βασικό σκοπό της αγωγής των παιδιών μας σήμερα.

«167 παντρεμένοι νέοι, εκ των οποίων οι 120 είχαν αποκτήσει παιδί, ερωτήθηκαν σε ποιους τομείς θα δώσουν περισσότερη σημασία προκειμένου να διαπαιδαγωγήσουν το παιδί τους. Οι σημαντικότερες απαντήσεις αφορούσαν:

1. Την παροχή οικονομικής βοήθειας ( 61%)

2. Την άποψη ότι θα κάνουν τα πάντα για να σπουδάσει το παιδί τους ( 21,6%).

Αξίζει να σημειωθεί ότι μόλις το 16% των ερωτηθέντων απάντησε ότι θα έδινε σημασία σε ηθικές αξίες.

Β. Από τους 47 παντρεμένοι νέους που δεν είχαν αποκτήσει ακόμα παιδί το 95,7% απάντησε ότι σκοπεύουν να αποκτήσουν παιδί ή παιδιά.

Οι περισσότεροι από τη δεύτερη υποομάδα του δείγματος συμφωνούσαν στις παρακάτω απόψεις:

1. Η απόκτηση του παιδιού προϋποθέτει οικονομική άνεση

2. Η απόκτηση του παιδιού απαιτεί μεγάλη φροντίδα

3. Προέχει η επαγγελματική σταδιοδρομία από την απόκτηση του παιδιού

Σύμφωνα με την ερευνήτρια « τα βασικά συμπεράσματα της ερώτησης αυτής είναι ότι η οικονομική άνεση και η φροντίδα του παιδιού φαίνεται να απασχολούν ιδιαίτερα αυτούς που πρόκειται να αποκτήσουν παιδιά».[2]

Το ίδιο ισχύει και για την πρώτη υποομάδα. Η οικονομική βοήθεια είναι ο κυρίαρχος στόχος της αγωγής των παιδιών.

Οι απαντήσεις εκείνων που συμμετείχαν στην έρευνα αυτή μας φέρνουν πρόσωπο με πρόσωπο με την πραγματικότητα που τη γνωρίζουμε, τη φοβόμαστε λίγο, ιδιαίτερα όταν συμβαίνουν γεγονότα που μας αποκαλύπτουν ολοκάθαρα ότι οικοδομούμε κοινωνίες δυναμοκεντρικές, ανταγωνιστικές χωρίς άλλες αξίες, αλλά τις θεωρούμε «φυσιολογικές», αφού, όπως πολλοί από εμάς παραδέχονται: «Έτσι είναι ο κόσμος, εμείς δεν μπορούμε να τον αλλάξουμε»!

Παρ’ όλα αυτά τα παιδιά μας θορυβούν πολύ για να μας πείσουν ότι έχουν αμφιβολίες για τις επιλογές μας και για τη βεβαιότητα που διαθέτουμε, παρά το γεγονός ότι ομολογούμε πως ζούμε σε κοινωνίες ρευστότητας. Οι διαμαρτυρίες τους, έντονες, αποτυπώνονται στα συνθήματα των τοίχων, στην ενδυμασία τους, στη μουσική που ακούν, στον τρόπο με τον οποίο εκφράζονται.

Πολλοί κοινωνικοί επιστήμονες[3] θεωρούν ότι οι έφηβοι των ημερών μας θα απαλλαγούν από την κόλαση της Ιστορίας ή της αγοράς, αλλά θα αντιμετωπίσουν την κόλαση που θα ονομάζεται οριοθέτηση νοήματος ή επεξεργασία ορίων και προτύπων.[4]

Για το νόημα αυτό η ψυχή του ανθρώπου διψά. Παρά το γεγονός ότι εδώ και πολλές δεκαετίες ο νεωτερικός άνθρωπος κηρύττει την απουσία ή το «θάνατο» του Θεού, ανταλλάσει τη δίψα αυτή είτε με το κυνήγι της προσωρινά απαστράπτουσας οικονομικής ευμάρειας όπως φανερώνουν οι απαντήσεις των ανθρώπων που έλαβαν μέρος στην έρευνα είτε γίνεται οπαδός των θρησκειών των σύγχρονων κοινωνιών, που είναι η απολυτοποίηση του πρωτόγνωρου και του θαυμαστού[5] και η θεοποίηση της ηδονής, της ευτυχίας και της επιτυχίας.

Δημιουργήσαμε έναν πολιτισμό του «ψωμιού». Αυτόν διδάσκουμε στα παιδιά μας παρουσιάζοντάς τον ως τη μόνη τους επιλογή. Στην προσπάθειά μας αυτή, που κυριαρχείται από τη βεβαιότητα του «ορθού», συμβαίνει το «αναπάντεχο» γεγονός της αμφισβήτησης. Η απάντηση των μεγαλυτέρων δυστυχώς δεν είναι ο διάλογος αλλά η ύψωση στερεοτύπων του τύπου «οι νέοι δεν έχουν όνειρα», «μοιάζουν απαθείς», «φαίνεται να έχουν αποσυρθεί από τα κοινά προβλήματα που μας απασχολούν».

Στο ερώτημα των νέων «τι ποιήσω…» απαντάμε με τα αγαθά. Αγωνιζόμαστε να προσφέρουμε πολλά, αλλά δεν ακούμε ότι δεν μας ζητούν τόσο την άνεση όσο την παρουσία μας, δεν μας ζητούν να μετατρέψουμε τις δυσκολίες τους σε ασφαλτοστρωμένους δρόμους αλλά να σταθούμε από τις μέριμνές μας και να ακούσουμε. Μας φωνάζουν με τον τρόπο με τον οποίο διαλέγει σε κάθε εποχή ένας νέος να διαμαρτυρηθεί ότι πεινούν και διψούν και εμείς τους προσφέρουμε απλόχερα ψωμί γιατί είναι το μόνο εύκολο. Ίσως γιατί, μαθητεύοντας στη σιωπή των ανθρωπίνων σχέσεων δυσκολευόμαστε να επικοινωνήσουμε ( ιδιαίτερα να ακούσουμε και κριτική για τις πράξεις μας στις στιγμές που νιώθουμε παντοδύναμοι, αυτάρκεις) να ανοίξουμε την ψυχή μας αφού από φόβο μήπως πληγωθεί ο εαυτός μας τον μάθαμε να είναι ερμητικά κλειστός.

Ένας δημοσιογράφος σχολίασε εύστοχα σε ένα κείμενό του που δημοσιεύθηκε πολύ πρόσφατα: « Τα παιδιά μας, δέκα, δώδεκα, δεκαπέντε χρονώ, αλλάζουν ρούχα και παπούτσια κάθε λίγο και λιγάκι κι όχι άπαξ το δεκαήμερο ή το μήνα όπως μια φορά και έναν καιρό( δηλαδή πριν από είκοσι χρόνια). Στα πέντε τους αποκτούν το πρώτο τους γουόκμαν, στα εφτά το ντίσκμαν, στα οκτώ το βίντεο γκέιμ που στο εξάμηνο πάνω το βαριούνται και το αλλάζουν με πλέιστέισον, στα ένδεκα το κινητό τους, μην τύχει και αργήσουν δέκα λεπτά στο σχολείο. Ναι, είναι “γεμάτα”, μπουκωμένα. Κι όμως, είναι ηττημένα. Γιατί μεγαλώνουν μόνα τους. Ξοδευόμαστε σε δυο-τρεις δουλειές για να τα κουτσοκαταφέρνουμε, για να μπορούμε να τα εφοδιάζουμε με ό,τι επιβάλλει η ανάγκη, αλλά κι η μόδα, η μίμηση και η δική μας ενοχική ανασφάλεια, καθώς και για να πληρώνουμε τα φροντιστήρια, κι όταν μας ζητούν ένα χαμόγελο, όταν ζητιανεύουν ένα δεκάλεπτο χωρίς μούτρα και ξεφυσήματα, τότε σκοντάφτουν ακριβώς στο ημερήσιο ξόδεμά μας. “ Άσε τα λέμε αύριο ή καλύτερα το Σαββατοκύριακο που θα’χουμε λίγο χρόνο παραπάνω”, ψελλίζουμε και εξαγοράζουμε την απουσία μας μ΄ ένα καινούργιο δώρο, εντελώς αχρείαστο…»[6]

Ίσως να είναι δύσκολο ξαφνικά και μάλιστα μπροστά σε έναν νέο που μας αμφισβητεί με επιχειρήματα ( καμία φορά εξωφρενικά) να παραδεχθούμε όχι αναγκαστικά ότι σφάλαμε, αλλά ότι και εμείς έχουμε ανάγκη από τη θαλπωρή της σχέσης μας που την υποβαθμίσαμε επειδή «το παιδί πρέπει να τα έχει όλα». Η απάντηση τις περισσότερες φορές είναι υπεκφυγή από το πρόβλημα: «Θυσίασα τη ζωή μου για να σου τα προσφέρω όλα και αμφισβητείς την αγάπη μου». Η λύση είναι και πάλι η τροφή. Στην πείνα και τη δίψα των νέων ανθρώπων απαντούμε με την παροχή τροφών.

Αν θυμηθούμε ότι ο πρώτος πειρασμός που έθεσε ο διάβολος στον Χριστό κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην έρημο ήταν η μετατροπή των πετρών σε ψωμί, είναι σαφές ότι έχουμε υποκύψει στον πειρασμό της μετατροπής αυτής. Στο «πειράζον πνεύμα» ο Χριστός αρνήθηκε αυτή τη διαστρέβλωση. Ο πολιτισμός μας όμως την αποδέχθηκε, δημιουργώντας μια έρημο που όλο μεγαλώνει.

Ο Αγ. Γρηγόριος ο Νύσσης γράφει: « Πολλά και παντός είδους πράγματα βρίσκονται μπροστά μας για φαγητό, στα οποία ο άνθρωπος στρέφει την τάση της όρεξης. Γι’αυτό μας χρειάζεται πολλή γνώση, ώστε να είμαστε σε θέση να διακρίνουμε από τα τρόφιμα αυτά και το θρεπτικό και το δηλητηριασμένο, μήπως αυτό που φαίνεται στην ψυχή ότι το παίρνει ως μέρος της τροφής, επιφέρει σε μας το θάνατο και την καταστροφή από τη ζωή…Ο Κύριος κοινώνησε με μας καθόλα, εκτός από την αμαρτία, και συμμετέσχε με μας στα ίδια παθήματα. Δε θεώρησε την πείνα, ούτε απέκλεισε από την πείρα του το σχετικό μ’αυτήν πάθος, αλλά αποδέχθηκε την ορεκτική διάθεση της φύσης που αποβλέπει στην τροφή. Γιατί, αφού παρέμεινε σαράντα ημέρες χωρίς τροφή, τελικά πείνασε. Γιατί έδωκε, όταν θέλησε, στην ανθρώπινη φύση Του την ευκαιρία να ενεργήσει τις δικές της λειτουργίες. Αλλά ο εφευρέτης των πειρασμών, όταν αντιλήφθηκε ότι εμφανίσθηκε το πάθος της πείνας και στον Ιησού, Τον παρότρυνε να ικανοποιήσει την όρεξη με τις πέτρες. Κι αυτό σήμαινε να εκτρέψει την επιθυμία από τη φυσική τροφή έξω από τη φύση. Γιατί πρότεινε: “ Δώσε εντολή να γίνουν αυτές οι πέτρες ψωμί” (Ματθ.4.3)… Αυτά λέγει μέχρι σήμερα[7] σ’αυτούς που πειράζονται από τη δική τους όρεξη. Και λέγοντας αυτά, πείθει τις περισσότερες φορές εκείνους που τον ακούνε ότι από τις πέτρες γίνεται ψωμί. Γιατί όταν η όρεξη βγαίνει από τα αναγκαία όρια, τι άλλο είναι εκτός από συμβουλή του διαβόλου, που τότε πλαστογράφησε την τροφή των καρπών και έστρεψε την όρεξη της φύσης προς τα έξω; Από πέτρες τρώνε όσοι παραθέτουν το ψωμί της πλεονεξίας… Τι είναι το πάθος της πείνας; Δεν είναι η επιθυμία του απαραίτητου;… Όταν λοιπόν κάποιος πλησιάσει στο στόμα χρυσό αντί για ψωμί ικανοποιεί την ανάγκη; Κι όταν κανείς επιδιώκει πριν από τα τρόφιμα τα υλικά εκείνα που δεν τρώγονται ασχολείται αποκλειστικά με τις πέτρες…»[8]

Ο πολιτισμός μας πειθάρχησε στη λογική του «άρτου», η οποία για να υπάρξει χρειάζεται το ψεύδος, την απάτη που μας εξορίζει από την πραγματική δημιουργία, από τη σχέση μας με το Δημιουργό μας, από την επικοινωνία μας με τους συνανθρώπους μας, από τη συζυγία μας, από τη ζωή μας με τα παιδιά μας.

«Έτσι, όσο προχωρεί αυτή η φοβερή απογύμνωση της εσωτερικότητας του ανθρώπου, αντιλαμβανόμαστε ολοένα και περισσότερο το νόημα της άρνησης του Χριστού. Προπαντός, βιώνουμε τις τραγικές επιπλοκές της. Τα φθηνά βιομηχανικά προϊόντα τα πληρώνουμε με το πολυτιμότερο νόημα. Με την ψυχή μας. Και δεν γίνεται αντιληπτό».[9]

Αυτή η γυμνότητα κυριαρχεί στην αγωγή των παιδιών μας.

Το απόσπασμα από το έργο του Αγ.Γρηγορίου, πιστεύουμε ότι φανερώνει με σαφήνεια: 1. Την εξάρτησή μας από κάτι που είναι έξω από τη Δημιουργία και 2. Ότι η διαπαιδαγώγηση που ασκούμε πειθαρχεί στην εξάρτησή μας στην πέτρινη τροφή. Αυτή η εξάρτηση από την πέτρινη τροφή, από τα αγαθά, από την ευμάρεια ερμηνεύει την αντίδραση των νέων. Διότι με κανένα τρόπο δεν απαντάμε στο γνήσιο αίτημα που μας θέτουν: της πείνας και της δίψας της ψυχής τους. Αντιδρούμε σαν να μην ειπώθηκε ποτέ από τον Κύριό μας η φράση: “ …Ο άνθρωπος δε ζει μόνο με ψωμί αλλά με κάθε λόγο που βγαίνει από το στόμα του Θεού”( Λουκ. 4,4-5).

Εάν διαβάσουμε καλά την Καινή Διαθήκη, θα διαπιστώσουμε ότι ο Κύριός μας διατυπώνει, σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, διαφορετική άποψη για τις ανάγκες μας από αυτή που αρκετά συχνά έχουμε και διδάσκουμε στα παιδιά μας:

“…Μην κοπιάζετε για τη φθαρτή τροφή, που προσωρινά συντηρεί, αλλά για την τροφή που τρέφει μόνιμα για την αιώνια ζωή. Αυτήν την τροφή θα σας τη χαρίσει ο Υιός του Ανθρώπου… Εγώ είμαι αυτό το ψωμί, ο άρτος της ζωής. Όποιος έρχεται σ’εμένα δε θα πεινάσει, κι όποιος πιστεύει σε μένα, δε θα διψάσει ποτέ”. ( Ιωαν. 6.27,35)

Οι νέοι μας έχουν τη γνησιότητα να βλέπουν αυτή την εξάρτηση στη ζωή των μεγάλων και να αντιδρούν όταν ετοιμαζόμαστε να τους θέσουμε κάτω από το ζυγό της τυραννίας της πέτρινης τροφής. Έχουν ακόμα την καθαρότητα που απαιτείται για να θέλουν και να μπορούν να παλέψουν τις συνέπειες αυτής της τυραννίας δηλαδή την αυτάρκεια και το θάνατο της ψυχής. Αναζητούν μια υπέρβαση, που λίγοι γνωρίζουν αληθινά ότι δίδεται ουσιαστικά μέσα στην καρδιά των Μυστηρίων της Εκκλησίας μας, που είναι η Θ. Ευχαριστία εκεί που το ψωμί, δεν είναι μόνο φυσική και εν τέλει θνήσκουσα τροφή αλλά ο ίδιος ο Χριστός. Στην υπέρβαση αυτή κρύβεται η ουσία της απάντησης στο ερώτημα των νέων μας αλλά και κάθε ανθρώπου που αναζητά σταθερό έδαφος στους ρευστούς καιρούς στους οποίους ζούμε.

« Ο Θεός δωρίζει τον κόσμο στον άνθρωπο, ο δε άνθρωπος απαντά σε αυτή την αγαπητική πράξη του Θεού με μια δική του κίνηση αγάπης. Μεταμορφώνει το δώρο και το αντιπροσφέρει. Και ο Θεός το μεταμορφώνει ξανά, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο την κοινωνία αγάπης μεταξύ τους».[10]

Αυτό που λείπει από τη σύγχρονη αγωγή που προσφέρουμε είναι η συμμετοχή. Πιστεύουμε ότι όλα κερδίζονται με τον ανταγωνισμό, με την επιδίωξη της ατομικής επιτυχίας, με την οικονομική ευμάρεια, κλείνοντας ερμητικά τα όρια του εαυτού μας σε ό,τι μπορούμε να αντιληφθούμε ως σωστό. Αυτόν τον κόσμο πλάθουμε και γι’αυτόν ετοιμάζουμε τους νέους μας.

Η Εκκλησία με τη ζωή της μας διδάσκει ότι η τροφή, η οικονομική άνεση δεν είναι μια απλή επιδίωξη, αλλά μπορεί να γίνει αφορμή κοινωνίας, εάν η ζωή μας στρέφεται γύρω από τον Άρτο της ζωής».

Σε αυτό το επίπεδο η χριστιανική αγωγή, είναι αγωγή της ελευθερίας, που αντιστέκεται και παλεύει κάθε ειδωλολατρία που θέτει στη θέση του αληθινού Θεού, αξίες απόψεις, αντιλήψεις οι οποίες αλλοτριώνουν το ανθρώπινο πρόσωπο, που αγκαλιάζει κάθε άνθρωπο και ιδιαίτερα τους νέους, που θεωρούν ότι « ουτοπία είναι να πιστεύεις ότι δεν μπορεί να αλλάξει ο κόσμος».

Τη στιγμή που εμείς αναζητούμε αγαθά για να ξεκουράσουμε τη συνείδησή μας, πιστεύοντας ότι κάναμε το χρέος απέναντι στα παιδιά μας, οι νέοι επιθυμούν να ζήσουν ζωή σε έναν κόσμο που θέλουν να αλλάξει σε πείσμα των απόψεων των ειδικών ότι δεν μπορεί να αλλάξει, επειδή όλα έχουν γίνει ή επειδή η εξειδίκευση είναι τέτοια ώστε να μην επιτρέπει τέτοια οράματα. Επιθυμούν έναν κόσμο που θα αναφέρεται, θα σχετίζεται, που θα είναι δώρο και προσφορά και αυτά τα μεγέθη είναι άγνωστα (ευτυχώς) στα εγχειρίδια των οικονομικών επιστημών και πολύ συχνά (δυστυχώς) από τη αγωγή που διδάσκουμε στους νέους μας.



[1] Νικ.Τάτσης (1994) «Σε αναζήτηση ομάδας αναφοράς: Έλληνες έφηβοι και πολιτιστικός πλουραλισμός» σσ29- 34, στο Εφηβεία: «Ένα μεταβατικό στάδιο σε ένα μεταβαλλόμενο κόσμο» Καστανιώτης, Αθήνα

[2] Τεπέρογλου: « Οικογένεια, Γάμος, Θεσμοί: Απόψεις και αντιλήψεις των εγγάμων νέων» στο Σύγχρονη Οικογένεια: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις, ΕΚΚΕ τχ 98-99 Αθήνα 1999, σελ 221-256

[3] πρβλ Αγραφιώτης 1992: 27

[4] πρβλ Αγραφιώτης 1992: 27

[5] Αγραφιώτης 1992: 24

[6] Π.Μπουκάλα: «Γύρω στα δώδεκα…», Εφημ. Καθημερινή, 26-9-02, σελ 13

[7] Η έμφαση από τον γράφοντα

[8] Αγ.Γρηγορίου Νύσσης: Λόγοι εις τους Μακαρισμούς, Λόγος Δ, Εισαγωγή, κείμενο, Σχόλια, Μετάφραση, Αρχιμ Παγκράτιος Προύσαλης, εκδ Αποστ.Διακονία, σελ 121

[9] Χρ.Μαλεβίτση: Λόγος προοιμιακός, στο Ν.Μπερντιάεφ: Αλήθεια και Αποκάλυψη, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια, Χρ.Μαλεβίτση, Εκδ. Δωδώνη, Αθήνα χ.χρ

[10] Στ.Φωτίου Η Εκκλησία στο σύγχρονο κόσμο, εκδ.Αρμός, Αθήνα χ.χρ. σελ 108

Δεν υπάρχουν σχόλια: