Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2007

* Η Μεγάλη Εβδομάδα στη Λευκάδα του Ιωάννου Ζαμπέλη

Η Μεγάλη Εβδομάδα στη Λευκάδα

Του Γιάννη Ζαμπέλη

Πρώτη δημοσίευση: εβδομαδιαία εφημερίδα «Τα Νέα της Λευκάδας» (Πάσχα 2005)

Εισαγωγικό σημείωμα α΄μέρους

Η εβδομάδα πριν το Πάσχα ονομάστηκε Μεγάλη από τους πρώτους κιόλας χριστιανικούς αιώνες, διότι μεγάλα και κοσμοσωτήρια γεγονότα συνέβησαν στη διάρκειά της. Κέντρο αυτών των γεγονότων είναι βεβαίως τα άγια Πάθη, η θεόσωμη Ταφή και η ένδοξη Ανάσταση του Κυρίου.

Καθεμιά από τις μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας είναι αφιερωμένη σε κάποιο πρόσωπο ή γεγονός. Η υμνολογία και τα αγιογραφικά αναγνώσματα, ιδιαιτέρως κατανυκτικά, συνταιριάζουν και μας βοηθούν να κατανοήσουμε και να βιώσουμε αληθινά τα Πάθη και την Ανάσταση του Κυρίου. Λεει χαρακτηριστικά ένας ύμνος: «Συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν… ίνα και συζήσωμεν αυτώ…»

Το σύντομο αυτό αφιέρωμα των «Ν.τ.Λ.» δεν είναι παρά ένα ημεροδρόμιο της Μεγάλης Εβδομάδας. Ξεκινώντας από το Σάββατο του Λαζάρου και κλείνοντας με την Κυριακή του Πάσχα, θα προσπαθήσουμε i. να προσεγγίσουμε το τιμώμενο κάθε μέρα πρόσωπο ή γεγονός, ii. να μάθουμε (οι νεώτεροι) ή να θυμηθούμε (οι παλιότεροι) πώς γιορτάζονταν οι «άγιες μέρες» στην Λευκάδα παλιότερα (κυρίως στην πόλη, την Αγια-Μαύρα) και iii. να ενημερωθούμε για το πώς θα γιορτάσουμε φέτος τα Πάθη και την Ανάσταση του Θεανθρώπου στη Λευκάδα.

Κέντρο αυτού του «οδοιπορικού» είναι η Θεία Λατρεία. Και τούτο διότι Μεγάλη Εβδομάδα χωρίς λατρευτική ζωή δεν έχει κανένα νόημα. Στην Εκκλησία σταυρώνεται ο Χριστός και ανασταίνεται. Εκεί γίνεται η αληθινή γιορτή. Εκεί παρατίθεται το αληθινό Δείπνο, της Ευχαριστίας. Όλα τα άλλα (έθιμα, διατροφικές συνήθειες κτλ.) γύρω από την εκκλησιαστική ζωή περιστρέφονται και απ’ αυτήν νοηματοδοτούνται. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως δεν θα αναφερθούμε στα μεγαλοβδομαδιάτικα και τα πασχαλινά έθιμα -όσα επιβιώνουν κι όσα χάθηκαν.

Ζητούμε την κατανόηση των αναγνωστών για τις ατέλειες του αφιερώματος και περιμένουμε τις υποδείξεις σας για τη βελτίωσή του.

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη μαχαίρα

Μεγάλη Τρίτη – Μεγάλη θλίψη (ή ο Χριστός εκρίθη)

Μεγάλη Τετάρτη – Μεγάλο χάλι (ή ο Χριστός στον Άδη)

Μεγάλη Πέμπτη – Μεγάλο ντέρτι (ή ο Χριστός επέμφθη)

Μεγάλη Παρασκευή – Μεγάλη και φοβερή (ή μεγάλη υπομονή)

Μεγάλο Σαββάτο – Χαρές γιομάτο (ή Μέγα Σάββα – μέγα θαύμα)

Σάββατο του Λαζάρου

Το Σάββατο της εβδομάδας πριν την Κυριακή των Βαΐων η Εκκλησία τιμά την Ανάσταση του Λαζάρου. Ο Λάζαρος ήταν φίλος αγαπημένος του Χριστού. Αρρώστησε όμως βαρειά και πέθανε. Τέσσερις μέρες μετά το θάνατό του, φτάνει ο Ιησούς με τους μαθητές Tου στην πατρίδα του Λαζάρου, τη Βηθανία. Οι αδερφές του τετραήμερου νεκρού, Μάρθα και Μαρία, Τον υποδέχονται. Του δείχνουν πού είναι θαμμένος ο αδερφός τους.

Ο Ιησούς δακρύζει, ως ένδειξη της ανθρώπινης φύσης του, αλλά και επειδή θλίβεται ως Θεός, βλέποντας το πλάσμα του παραδομένο στην εξουσία του θανάτου. Φωνάζει στο νεκρό από την είσοδο του μνημείου (μιας σπηλιάς): «Λάζαρε, δεύρο έξω». Και ο τετραήμερος νεκρός, υπακούοντας στο πρόσταγμα του Ζωοδότη Δημιουργού Του, βγαίνει σαβανωμένος όπως ήταν. Έδειξε έτσι ο Χριστός ότι ο Λόγος του Θεού υπερισχύει της δύναμης της φθοράς. Ο θάνατος φανερώνεται έτσι ότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από έναν μεγάλο ύπνο. Ο Ιησούς πιστοποίησε με το θαύμα του αυτό ότι είναι «ζωής ο κυριεύων και του θανάτου». Και διαβεβαίωσε τους μαθητές Του ότι, καθώς ανέστησε τον Λάζαρο, θα μπορέσει και ο ίδιος να αναστηθεί από τους νεκρούς, με τη δική Του εξουσία.

Το Σάββατο του Λαζάρου παρέες παιδιών περιδιαβαίνουν τη Χώρα και τα χωριά «για να πούνε το Λάζαρο», το τραγούδι δηλ. με την ιστορία του Λαζάρου και, στο τέλος, παινέματα για τους νοικοκυραίους του σπιτιού. Κρατούν καλάθι στολισμένο με ανοιξιάτικα άνθη απ’ την ολάνθιστη λευκαδίτικη φύση. Μέσα στο καλάθι θα βάλουν ό,τι φιλοδωρήματα τους δώσουν: χρήματα ή αυγά. Παλιότερα, που η οικονομία ήταν λιγότερο εκχρηματισμένη, τα αυγά ήταν σύνηθες φιλοδώρημα, χρήσιμα εξάλλου για να βαφτούν για την Ανάσταση. Τον Λάζαρο τον έλεγαν στα χωριά το βράδυ της Παρασκευής και κατέβαιναν στη Χώρα, για να τον πουν κι εκεί το Σάββατο. Σήμερα, οι παρέες των παιδιών τον ψέλνουν το πρωΐ του Σαββάτου. Την ίδια μέρα, λειτουργούν όλες οι εκκλησίες.

Ο ΛΑΖΑΡΟΣ

(όπως τραγουδιόταν στον Κάβαλλο – βλ. Πανταζή Κοντομίχη, Δημοτικά Τραγούδια Λευκάδας, εκδ. Γρηγόρη)

Αν είναι με το θέλημα και με τον ορισμό σας

να πούμε και τον Λάζαρο εδώ στ' αρχοντικό σας.

Αγαπητοί μου Χριστιανοί κι αδέρφια του Λαζάρου,

ακούστε θαύμα πούειδανε οι κάτοικοι του Άδου.

Τετάρτη μέρα ήτανε η ώρα η πρωΐα

που ο Λάζαρος επέθανε κάτω στη Βηθανία.

Κι οι άγιες αδερφάδες του, η Μάρθα κι η Μαρία,

τον έκλαψαν, τον θρήνησαν, καθώς ήτανε χρεία.

Ομίλησαν και του Χριστού να πάει να τον σηκώσει

και στις θλιμμένες αδερφές παρηγοριά να δώσει.

Κι ο Κύριος εκαρτέρεσε ακόμα τρεις ημέρας

να ιδεί τις αδερφάδες του αν είχαν τέτοιο σέβας.

Και το Σαββάτο το πρωί φτάνει στη Βηθανία.

Εβήκε, τον προσδέχτηκε η Μάρθα κι η Μαρία.

Προσπίπτουνε στους πόδας του· ζητούν το έλεός Του

κι Αυτός ο Πολυεύσπλαγχνος δακρύζει μοναχός Του.

Τους είπε να Του δείξουνε πού ήτανε θαμμένος

και κίνησε και πάγαινε με δάκρυα βρεγμένος.

Εκεί στον τάφο πόφτασε και με τους μαθητάς του

εκύλισε τον λίθον του που ήταν πλακωμένος.

Ο Κύριος εφώναξε με μια φωνή μεγάλη:

"Για έβγα έξω, Λάζαρε, για να σε ιδούν κι οι άλλοι".

Κι ο Λάζαρος εξέρχεται τα χέρια σταυρωμένος

κι ας ήταν τετραήμερος δεν ήταν βρωμισμένος.

Γιατ' ήταν άγιος άνθρωπος και φίλος του Δεσπότου

κι αυτός ποτέ δεν έλειψε κοντά απ' το πλευρό του.

Αυτό το θαύμα είδανε παράνομοι Ιουδαίοι

και τότε έβαλαν βουλή μαζί γερόντοι, νέοι,

για να σταυρώσουν τον Χριστό, τον πάντων Βασιλέα.

Κι ο Κύριος ανεχώρησε μαζί με τ'ς μαθητάς Του

γιατί δεν ήταν η ώρα Του να λάβ' τας μάστιγάς Του.

Κι αυτός ο άγιος Λάζαρος στην Κύπρο δραπετεύει

κι αφού σαν άγιος έζησε, εκεί αρχιερεύει.

Εδώ σε τούτ' τη γειτονιά κλήμα είναι φυτεμένο·

να ζήσει το παιδάκι σας το μοσχαναθρεμμένο.

Δώσ' μας, κυρά μ', τα δεκαοχτώ να πάμε και παρέκει

και το φεγγάρι ψήλωσε κι η ώρα δεν μας στέκει.

Εδώ που τραγουδήσαμε πέτρα να μη ραΐσει

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει.

Να ζήσει χρόνους εκατό και να τους διαπεράσει

κι από τους εκατό κι εμπρός, ν' ασπρίσει να γεράσει.

Ν' ασπρίσει σαν το πρόβατο, σαν τ' άγριο περιστέρι

να περβατεί να χαίρεται χειμώνα- καλοκαίρι.

Κυριακή των Βαΐων

Την τελευταία Κυριακή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής εορτάζουμε τη θριαμβευτική είσοδο του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα. Ο λαός, έκπληκτος από το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου που είχε προηγηθεί, υποδέχτηκε τον Χριστό κρατώντας τα «βαΐα των φοινίκων», δηλ. τα τρυφερά κλαδιά από τους φοίνικες. Ήταν ο ίδιος λαός, που λίγες μέρες αργότερα δεν θα δυσκολευτεί να κραυγάσει προς τον Πιλάτο: «Άρον, άρον, σταύρωσον Αυτόν».

Τα βαΐα («βάγια» τα λέμε στη Λευκάδα) είναι σύμβολα της νίκης του Χριστού πάνω στο θάνατο με την ανάσταση του Λαζάρου. Προαναγγέλουν την οριστική νίκη με τον δικό του, σταυρικό θάνατο, την κάθοδό Του στον Άδη και την Ανάστασή Του. Αυτή τη μέρα κρατάμε κι εμείς «βάγια». Υποδεχόμαστε τον Κύριο όχι σαν ένα θριαμβευτή, κοσμικό βασιλιά, όπως τον φαντάζονταν οι Ιουδαίοι, αλλά σαν αιώνιο, πνευματικό βασιλιά.

Η είσοδος, όμως, του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα ήταν και η αρχή της πορείας Του προς το Πάθος. Ήδη οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι είχαν αποφασίσει τη θανάτωσή Του και ο Ιούδας την προδοσία.

Τα «βάγια» ευλογούνται με ειδική ευχή στον Όρθρο της Κυριακής των Βαΐων και μοιράζονται σε όλους τους πιστούς. Το κάθε «βάι» αποτελείται από ένα κλωνάρι φοίνικα, δεμένο μαζί με δεντρολίβανο και δάφνη. Σε κάποιες ενορίες προσθέτουν αλιφασκιά και ελιά. Τα βάγια ετοιμάζουν την προηγούμενη εβδομάδα ο/η νεωκόρος ή, αφιλοκερδώς, ευλαβείς ενορίτισσες. Παλιότερα τα βάγια τα μοίραζαν με κόφες οι επίτροποι ή τα παιδιά του ιερού στα σπίτια των ενοριτών. Σήμερα (και ορθά) μοιράζονται απ’ τον ιερέα στην εκκλησία.

Την ημέρα αυτή προβλέπεται «κατάλυσις ιχθύος», δηλ. τρώμε ψάρι (συνήθως μπακαλιάρο με σκορδαλιά ή παλαμήδι), για να ενισχυθούμε πριν την αυστηρή νηστεία της Μεγ. Εβδομάδας –που την τηρούν ακόμη και όσοι δεν «κράτησαν» όλη τη Μεγάλη Σαρακοστή.

Η Κυριακή των Βαΐων είναι ταυτόχρονα και η έναρξη της Μεγάλης Εβδομάδας. Η εκκλησία στολίζεται πένθιμα και οι ιερείς φορούν σκουρόχρωμα άμφια (μωβ ή μαύρα) σε ένδειξη πένθους. Το απόγευμα της Κυριακής, στις 7.30 μ.μ. αρχίζουν οι «αγρυπνιές», δηλ. η ακολουθία του Όρθρου της επόμενης μέρας. Το βράδυ της Κυριακής ψέλνεται ο Όρθρος της Μεγάλης Δευτέρας –ή αλλιώς η «ακολουθία του Νυμφίου».

Διαβάζονται «εμμελώς» οι «Βασιλικοί ψαλμοί» (Επακούσαι σου Κύριος εν ημέρα θλίψεως… και Κύριε εν τη δυνάμει σου ευφρανθήσεται ο βασιλεύς…) και ο ιερέας θυμιατίζει το ναό με το «κατζίο». Σε λίγο οι ψάλτες θα πουν αργά και κατανυκτικά το «Αλληλούϊα» και σε λίγο τον παρακάτω ύμνο: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός και μακάριος ο δούλος, όν ευρήσει γρηγορούντα ανάξιος δε πάλιν, όν ευρήσει ραθυμούντα. Βλέπε ούν, ψυχή μου, μή τω ύπνω κατενεχθης, ίνα μή τω θανάτω παραδοθής και της βασιλείας έξω κλεισθής, αλλά ανάνηψον κράζουσα: Άγιος, άγιος, άγιος ει ο Θεός, διά της Θεοτόκου ελέησον ημάς.»

Ταυτόχρονα ο ιερέας λιτανεύει την εικόνα του Νυμφίου Χριστού, που είναι ντυμένος με την πορφυρά χλαμμύδα, κρατάει τον κάλαμο και φοράει το ακάνθινο στεφάνι. Η εικόνα τοποθετείται στο μέσον του ναού.

Αργότερα ψάλλεται το εξαποστειλάριο: «Τον νυμφώνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ. Λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, Φωτοδότα, και σώσον με».

Μεγάλη Δευτέρα

Η υμνολογία της Αγίας και Μεγάλης Δευτέρας έχει κατ’ αρχήν χαρακτήρα εισαγωγικό στη Μεγάλη Εβδομάδα. Η Μεγάλη Δευτέρα είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Αγ. Ιωσήφ του Παγκάλου, γιου του πατριάρχη Ιακώβ. Τα αδέλφια του Ιωσήφ τον φθονούσαν, γι’ αυτό τον έριξαν μέσα σ’ ένα λάκκο και κατόπιν τον πούλησαν σε Αιγυπτίους εμπόρους. Υπέφερε πολλά, όμως στο τέλος δοξάστηκε κι έγινε άρχοντας της Αιγύπτου. Ο Ιωσήφ θεωρείται τύπος του Χριστού για τα παθήματα, την αρετή του, την πραότητα και την ανεξικακία του. Και ο Κύριος φθονήθηκε από τους αρχιερείς, τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους και αφού υπέφερε πολλά για τη σωτηρία μας δοξάστηκε με την Ανάστασή Του.

Επίσης τη Μ. Δευτέρα τελείται ανάμνηση της ξηρανθείσης συκής. Σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, το θαύμα αυτό έγινε την επομένη της εισόδου του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα. Ο Χριστός βλέποντας στο δρόμο μια συκιά, πήγε κοντά της, μα δε βρήκε παρά μόνο φύλλα. Της λεει τότε: «Ποτέ πια μην ξαναβγάλεις καρπό!» Κι αμέσως ξεράθηκε η συκιά. Εκείνη η άκαρπη συκιά συμβόλιζε τη συναγωγή των Ιουδαίων που δεν είχε να παρουσιάσει πνευματικούς καρπούς και γι’ αυτό καταδικάστηκε από τον Κύριο. Συμβόλιζε ακόμα και κάθε άνθρωπο που δεν έχει πνευματική καρποφορία.

Το Ευαγγέλιο του Όρθρου της Μ. Δευτέρας αφηγείται όχι μόνο το επεισόδιο της συκής αλλά και τις παραβολές των δύο γιων (Ματθ. 21, 28-32) και των κακών γεωργών (Ματθ. 21, 33-46) μέσο των οποίων ο Κύριος προείπε την απόρριψη Του ισραηλιτικό λαό. Οι παραβολές αυτές ελέχθησαν την ημέρα μετά την Κυριακή των Βαΐων και γι’ αυτό η Εκκλησία όρισε να διαβάζονται την Μ. Δευτέρα.

Τα τελευταία χρόνια, το πρωΐ της Μεγ. Δευτέρας τελείται η ακολουθία των Ωρών, Προηγιασμένη Θ. Λειτουργία και το ιερό Ευχέλαιο στον Ι. Ναό της Ευαγγελιστρίας (Μητροπόλεως). Η ακολουθία αρχίζει στις 7.30 π.μ.

Το απόγευμα, ώρα 7.30 μ.μ., ψάλλεται στους ναούς ο Όρθρος της Μεγ. Τρίτης. Και σήμερα στο μέσον του ναού είναι ο Νυμφίος Χριστός, ενώ οι ψάλτες θα ξαναπούν το «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται» και το «Τον νυμφώνα Σου βλέπω».

Είναι πράγματι κατανυκτικές αυτές οι ακολουθίες. Όσοι μάλιστα γνωρίζουν, σιγοψέλνουν κι αυτοί τους θεσπέσιους ύμνους των μεγαλοβδομαδιάτικων ακολουθιών. Οι παλιότεροι θυμούνται τον «παπα-Πρόσφυγα» (π. Δημήτριο Θωματζίδη), τον ευλαβή εφημέριο της Αγίας Παρασκευής να δίνει το σύνθημα για να ψάλλει όλος ο λαός και να ψέλνει ο ίδιος την τρίτη φορά τον ύμνο «Τον νυμφώνα Σου βλέπω» στα τουρκικά.

Παλιότερα, τα παιδιά του Δημοτικού συνήθιζαν να παίρνουν καλαμένια «κριτσόνια» μαζί τους στις «αγρυπνιές». Μόλις τελείωνε η ακολουθία, τα παιδιά πετάγονταν γλήγορα έξω από την εκκλησία. Στριφογύριζαν τα κριτσόνια κι έτσι ακουγόταν σ’ όλη τη γειτονιά ή σ΄όλο το χωρίό μια εκκωφαντική πολυφωνία. Έφταναν έτσι, παίζοντας, στα σπίτια τους, για να δεχτούν τα «Χρόνια πολλά» απ’ τους δικούς τους.

Μεγάλη Τρίτη

Είναι αφιερωμένη στην παραβολή των δέκα παρθένων (Ματθ. 25, 1 – 13). Λέει ο Χριστός στην παραβολή:

«Ο ερχομός της βασιλείας του Θεού θα είναι όμοιος με ό,τι έγινε με δέκα κοπέλες, που πήραν τα λυχνάρια τους και βγήκαν να προϋπαντήσουν το γαμπρό. Πέντε απ' αυτές ήταν συνετές και πέντε άμυαλες. Οι άμυαλες πήραν τα λυχνάρια τους, μα δεν πήραν μαζί τους και λάδι. Απεναντίας, οι συνετές πήραν μαζί με τα λυχνάρια τους και λάδι στα δοχεία τους.

Επειδή όμως ο γαμπρός αργοπορούσε, όλες νύσταξαν και κοιμήθηκαν. Κατά τα μεσάνυχτα ακούστηκε μια φωνή: "Ο γαμπρός έρχεται· βγείτε να τον προϋπαντήσετε!" Όλες οι κοπέλες σηκώθηκαν και τακτοποίησαν τα λυχνάρια τους. Οι άμυαλες είπαν τότε στις συνετές: "Δώστε μας από το λάδι σας, γιατί τα λυχνάρια μας σβήνουν". Οι συνετές όμως τους απάντησαν: "Όχι, γιατί δε θα φτάσει και για μας και για σας· καλύτερα, πηγαίνετε στους πωλητές ν' αγοράσετε για τον εαυτό σας".

Αλλά ενώ πήγαιναν ν' αγοράσουν λάδι, ήρθε ο γαμπρός· οι έτοιμες μπήκαν μαζί του στη γιορτή του γάμου, κι η πόρτα έκλεισε. Ύστερα από λίγο φτάνουν και οι υπόλοιπες κοπέλες και λένε: "Κύριε, κύριε, άνοιξε μας". Αυτός όμως τους αποκρίθηκε: "Αλήθεια σας λέω, δε σας ξέρω". Αγρυπνάτε λοιπόν, γιατί δεν ξέρετε ούτε την ημέρα ούτε την ώρα που θα έρθει ο Υιός του Ανθρώπου».

Οι Φρόνιμες παρθένες είχαν προνοητικότητα και ακλόνητη θέληση να δουν το νυμφίο (Χριστό). Είχαν πνευματική ωριμότητα και σταθερότητα. Αντίθετα, οι μωρές (ανόητες) παρθένες δεν είχαν πάρει τα απαραίτητα εφόδια μαζί τους. Φέρθηκαν ανώριμα και επιπόλαια μπροστά στον ερχομό του νυμφίου.

Νυμφίος είναι ο Κύριος (ο Νυμφίος της Εκκλησίας), που ανέλαβε τη σωτηρία του ανθρώπου μέσα στην Εκκλησία και γάμος είναι η Βασιλεία του Θεού, η αιώνια απόλαυση των πνευματικών αγαθών που ο Θεός χαρίζει στους έτοιμους και έξ-υπνους πνευματικά. Ο πνευματικός ύπνος συνεπάγεται πνευματικό θάνατο. Αντίθετα η νήψη και η ετοιμότητα για την Βασιλεία του Θεού, μας κάνει άξιους για τον πνευματικό και αιώνιο «γάμο». Χρειάζεται, λοιπόν, διαρκής αγώνας για να μην σβήσει ο πόθος μας να ενωθούμε με το Θεό, να μην χαμηλώσει το φως της πίστης μας και να μην εισχωρήσει στην ψυχή μας ο,τιδήποτε μπορεί να την κρατήσει μακριά απ’ το Νυμφίο Χριστό (αμαρτία, αμφιβολία, απιστία, κοσμικές μέριμνες).

Οι ύμνοι της ημέρας αναφέρονται και στην παραβολή των ταλάντων (Ματθ. 25, 14 – 30) καθώς και στη μέλλουσα κρίση (Ματθ. 25, 31 – 46).

Οι τρεις αυτές παραβολές αποτελούν μέρος μιας μεγάλης διδασκαλίας που έκανε ο Χριστός κατ’ ιδίαν στους μαθητές Του στο Όρος των Ελαίων λίγες μέρες πριν από το Πάθος Του. Σ’ αυτή την ομιλία περιλαμβάνονται σπουδαίες και βαρυσήμαντες προβλέψεις για την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και τη συντέλεια του κόσμου. Ο Κύριος τόνισε ακόμα πως πρέπει να ήμαστε πάντα έτοιμοι να Τον υποδεχτούμε γιατί θα έρθει σε άγνωστο χρόνο.

Το πρωΐ της Μεγ. Τρίτης καθιερώθηκε να τελείται η ακολουθία των Ωρών, Προηγιασμένη Θ. Λειτουργία και το ιερό Ευχέλαιο στους Ι. Ναούς της Αγ. Παρασκευής και του Αγ. Νικολάου. Η ακολουθία αρχίζει στις 7.30 π.μ.

Το απόγευμα, ώρα 7.30 μ.μ., ψάλλεται στους ναούς ο Όρθρος της Μεγ. Τετάρτης. Και σήμερα στο μέσον του ναού είναι ο Νυμφίος Χριστός, ενώ οι ψάλτες θα ξαναπούν το «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται» και το «Τον νυμφώνα Σου βλέπω». Ο ύμνος που δεσπόζει όμως τη βραδιά αυτή είναι το λεγόμενο «τροπάριο της Κασσιανής», από το όνομα της ποιήτριάς του. Πρόκειται για αριστούργημα της βυζαντινής ποίησης και μουσικής. Είναι το δοξαστικό των αποστίχων. Αναφέρεται στην Πόρνη που έπλυνε με βαρύτιμο μύρο τα πόδια του Ιησού, λίγο πριν το Πάθος. Προσοχή όμως! Δεν πρόκειται για την Αγία Μαρία τη Μαγδαληνή, όπως αντίθετα υποστηρίζει η (τόσον εκμεταλλευμένη εμπορικά) δυτική παράδοση. Το κείμενο του θαυμάσιου αυτού ύμνου έχει ως εξής:

Το «τροπάριο της Κασσιανής»

«Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σην αισθομένη θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει. Οίμοι, λέγουσα, ότι νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας. Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ. Κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει. Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις. Ων εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν, κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη. Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μη με την σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το μέγα έλεος».

Είναι μια συγκλονιστική κραυγή μετανοίας, στην πορεία προς την κορύφωση του Θείου Δράματος.

Περίφημος ψάλτης στις αρχές του κ΄αι. ήταν ο Ηλίας Γουριώτης. Έτρεχε πλήθος κόσμου στον Άγιο Νικόλαο να ακούσει το «τροπάριο της Κασσιανής» απ’ την χορωδία (κόρο) του Ηλία Γουριώτη.

Εξάλλου, τις πρώτες μέρες της Μεγ. Βδομάδας οι νοικοκυρές ασχολούνται με τη γενική καθαριότητα των σπιτιών τους. Στα παλιά, μικρά σπιτάκια της Χώρας και των χωριών, ανάμεσα στα άλλα, ασβέστωναν τους εξωτερικούς τοίχους, τα πεζούλια, τις αυλές, για να ‘ναι όλα «παστρικά» τις καλές μέρες. Εισικά τη Μεγ. Τρίτη ζύμωναν τα αυγοκούλουρα για τη Λαμπρή. Πολλές νοικοκυρές φύλαγαν το πρώτο κουλούρι στα «’κονίσματα».

Μεγάλη Τετάρτη

Το συναξάρι της Μ. Τετάρτης αναφέρει ως θέμα την άλειψη του Κυρίου με μύρο από μια γυναίκα πόρνη, γεγονός που συνέβη λίγο πριν από το πάθος Του. Ήδη το βράδυ της Μεγ. Τρίτης (Όρθρος Μεγ. Τετάρτης) έχει ψαλεί το, σχετικό με το θέμα, «τροπάριο της Κασσιανής».

Η υμνογραφική παράδοση συγκρίνει την μετάνοια της πόρνης με το φοβερό ολίσθημα του Ιούδα και παραλληλίζει τις δύο ψυχικές καταστάσεις. Η πόρνη ελευθερώνεται από την αμαρτία και μετανοεί, ενώ ο Ιούδας αιχμαλωτίζεται από τη φιλαργυρία και αποχωρίζεται απ’ το Θεό.

Επίσης, η υμνολογία φέρνει στη μνήμη μας και τη σύγκληση του Συνεδρίου (Σανχεδρίν), δηλ. του ανώτατου δικαστηρίου των Ιουδαίων, το οποίο και αποφάσισε τη σύλληψη και την καταδίκη του Κυρίου. Επίσης, γίνεται αναφορά στην απόφαση του Ιούδα να παραδώσει τον Κύριο και στη συμφωνία του με τους αρχιερείς.

Σύμφωνα με συνήθεια παλαιά, το πρωΐ της Μεγ. Τετάρτης τελείται στον Ι. Ν. των Αγίων Αναργύρων η ακολουθία των Ωρών, Προηγιασμένη Θ. Λειτουργία (τελευταία για φέτος) και το μυστήριο του ιερού Ευχελαίου, «εις ίασιν ψυχής και σώματος». Η ακολουθία αρχίζει στις 7.30 π.μ.

Το απόγευμα, ώρα 7.30 μ.μ., ψάλλεται στους ναούς ο Όρθρος της Μεγ. Πέμπτης. Την θέση της εικόνας του Νυμφίου θα πάρει η εικόνα του Μυστικού Δείπνου. Ο ιερέας θα την λιτανεύσει μέσα στο ναό. Η Μεγ. Πέμπτη εξάλλου θα είναι αφιερωμένη στον Μυστικό Δείπνο και την παράδοση της Θείας Ευχαριστίας.

Το απολυτίκιο της Μεγ. Πέμπτης είναι το εξής: «Ότε οι ένδοξοι Μαθηταί εν τω Νιπτήρι του Δείπνου εφωτίζοντο, τότε Ιούδας ο δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας εσκοτίζετο. Και ανόμοις κριταίς, Σε τον δίκαιον Κριτήν παραδίδωσι. Βλέπε, χρημάτων εραστά, τον δια ταύτα αγχόνη χρησάμενον. Φεύγε ακόρεστον ψυχήν, την διδασκάλω τοιαύτα τολμήσασαν. Ο περί πάντας αγαθός, Κύριε, δόξα Σοι».

Το απόγευμα της Μεγ. Τετάρτης συνηθίζεται να πηγαίνουν «λειτουργιές» (πρόσφορα) στις εκκλησίες για την ανάπαυση των ψυχών –όπως τα Ψυχοσάββατα. Διατηρείται όμως κι ένα λαϊκό έθιμο: Αποβραδίς τη Μεγ. Τετάρτη, ξημερώνοντας τη Μεγ. Πέμπτη έβαζαν πίσω απ’ την πόρτα κερί ή καντήλι και λιβανιστήρι μέσα σε ένα πιάτο, για τις ψυχές που πίστευαν ότι θα επισκέπτονταν το σπίτι τους τη μέρα εκείνη.

Πολλοί ήταν και όσοι εξομολογούνταν μέχρι τη Μεγ. Τετάρτη για να κοινωνήσουν τη Μεγ. Πέμπτη τα άχραντα μυστήρια, την ημέρα που τιμάμε την παράδοσή τους από τον Χριστό στους Μαθητές Του, κατά τον Μυστικό Δείπνο.

Εισαγωγικό σημείωμα β΄μέρους

Ενώ η Μεγάλη Εβδομάδα βρίσκεται σε εξέλιξη και η πορεία των Χριστιανών προς το Πάσχα φτάνει στην κορύφωσή της, τα «Ν.τ.Λ.» δημοσιεύουν το β΄ μέρος του αφιερώματος στις μεγάλες αυτές γιορτές της Χριστιανοσύνης.

Το α΄μέρος κάλυπτε την περίοδο από το Σάββατο του Λαζάρου μέχρι και την Μεγάλη Τετάρτη. Παρακολουθήσαμε τον Χριστό να ανασταίνει τον Λάζαρο, να εισέρχεται θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα, να προετοιμάζει τους Μαθητές Του με παραβολές για τη Βασιλεία του Θεού και λόγους παραμυθίας για το επερχόμενο Πάθος Του. Τον προσκυνήσαμε ως «Νυμφίο». Τον είδαμε να προεικονίζεται στο πρόσωπο του Παγκάλου Ιωσήφ (της Παλαιάς Διαθήκης). Θαυμάσαμε το ύψος της φιλανθρωπίας Του, όταν καταδέχτηκε να Του μυρώσει τα πόδια μια πόρνη. Βλέπουμε, τέλος, τον Ισκαριώτη Ιούδα να προσεγγίζει το ιουδαϊκό Συνέδριο, «ίνα αυτοίς παραδώση Αυτόν».

Το συγκλονιστικότερο μέρος του Θείου Δράματος ξεδιπλώνεται από την σημερινή Μεγάλη Πέμπτη. Θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε το βηματισμό του Θεανθρώπου «μέχρι Σταυρού και Ταφής», αλλά και θα αποπειραθούμε να ψαύσουμε «άκρω δακτύλω» το υπέρλογο και μέγιστο θαύμα της Ανάστασής Του. Παράλληλα, στόχος του αφιερώματος παραμένει η αναδρομή στα λευκαδίτικα έθιμα παλιότερων χρόνων και η ενημέρωση των αναγνωστών μας για τον φετινό εορτασμό στις εκκλησίες της Λευκάδας.

Κέντρο του αφιερώματος είναι η ζωή της Εκκλησίας. Μέσα σ’ Αυτήν ο Χριστός σταυρώνεται και ανασταίνεται. Τα έθιμα και οι παραδόσεις μας μόνο υπ’ αυτό το πρίσμα μπορούν να κατανοηθούν. Εορτασμός ξεκομμένος απ’ την λειτουργική ζωή καταντά ένα μουσειακό απολίθωμα, χωρίς συμβολισμούς και χωρίς αναφορά στο παρόν. Μόνο ένας απόηχος κάποιου μακρινού παρελθόντος. Χρόνο παρελθοντικό χρησιμοποιούμε μόνο για πρόσωπα και συνήθειες που δεν υφίστανται σήμερα. Εξάλλου, η παράθεση λογοτεχνικών κειμένων βοηθάει νομίζουμε στην καλύτερη ενημέρωση του αναγνώστη.

Ενημερωτικά σημειώνουμε ότι κάθε απόγευμα, στις 7.30 μ.μ. γίνονται οι «αγρυπνιές» (όπως έλεγαν οι παλιοί Λευκαδίτες), δηλ. η ακολουθία του Όρθρου της επόμενης μέρας. Έτσι το βράδυ της Μεγ. Πέμπτης ψάλλεται ο Όρθρος της Μεγ. Παρασκευής κ.ο.κ. Αυτό σημαίνει ότι οι ύμνοι αναφέρονται στο γεγονός που γιορτάζουμε την επόμενη μέρα. Αυτό καθιερώθηκε για διευκόλυνση όλων των πιστών –μήπως και για πιο κατανυκτική ατμόσφαιρα, με τη βοήθεια του σκοταδιού;

Ζητούμε και πάλι την κατανόηση των αναγνωστών για τις ατέλειες του αφιερώματος και περιμένουμε τις υποδείξεις σας για τη βελτίωσή του.

Μεγάλη Πέμπτη

Τα γεγονότα που τιμάμε την Μ. Πέμπτη είναι κατά σειρά τα εξής:

1.Ο Ιερός Νιπτήρας. Ο Χριστός έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του και τα σκούπισε με το «λεντίον» (πετσέτα) που είχε ζωστεί, σε ένδειξη της μέγιστης ταπείνωσής Του. Παράλληλα τους είπε: «αν, λοιπόν, εγώ ο Κύριος κι ο Διδάσκαλος σας έπλυνα τα πόδια, έχετε κι εσείς την υποχρέωση να πλένετε ο ένας τα πόδια του άλλου»..

2.Ο Μυστικός Δείπνος. Ο Χριστός παρέθεσε στον όμιλο των μαθητών το τελευταίο Δείπνο πριν τον σταυρικό θάνατό Του. Δεν ονομάζουμε όμως τον Δείπνο αυτόν «μυστικό», επειδή… έγινε χωρίς να το γνωρίζουν άλλοι, αλλά επειδή ο Χριστός μύησε τους Μαθητές Του στο «Μυστήριο των Μυστηρίων», την Θεία Ευχαριστία. Τους παρέδωσε το Σώμα Του και το Αίμα Του, την αιώνια πνευματική τροφή, που παραθέτει η Εκκλησία στους πιστούς σε κάθε λειτουργική σύναξη. Τους είπε, λοιπόν, δείχνοντας το ψωμί: «Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το Σώμα μου, το υπέρ υμών κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών». Μετά το δείπνο, έλαβε το ποτήρι με το κρασί και είπε: «Πίετε εξ αυτού πάντες. Τούτο εστί το Αίμα μου, το της Καινής Διαθήκης, το υπέρ υμών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών».

3.Η «υπερφυής προσευχή», δηλ. η εναγώνια προσευχή του Κυρίου στον κήπο της Γεθσημανή πριν τη σύλληψή Του.

4.Η προδοσία του Ιούδα. Ο Ιούδας παρέδωσε τον Κύριο στους Ιουδαίους για το ευτελές ποσό των «τριάκοντα αργυρίων», δίνοντάς του συνθηματικά έναν ασπασμό και λέγοντας ειρωνικά «Χαίρε, ραββί».

Το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης γίνεται η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Κοινωνούν πολλοί πιστοί, κατάλληλα προετοιμασμένοι με εξομολόγηση και νηστεία. Η Θ. Λειτουργία αρχίζει (κατευθείαν, αφού ο Όρθρος διαβάστηκε το προηγούμενο βράδυ) στις 7.30 π.μ. και τελειώνει περίπου στις 9 π.μ. Την ίδια μέρα, μετά την Θ. Λειτουργία, πηγαίνουν στους τάφους των προσφιλών τους προσώπων και διαβάζουν τρισάγιο. Παλιότερα, την Μ. Πέμπτη πήγαιναν όσοι είχαν «βαρύτερο» και πιο πρόσφατο πένθος την Μ. Πέμπτη και οι υπόλοιποι την Μ. Παρασκευή. Τώρα πηγαίνουν και τις δύο ημέρες αδιακρίτως.

Για όσους νηστεύουν αυστηρά τη Μεγ. Βδομάδα (χωρίς λάδι), η Μεγ. Πέμπτη καταλύεται. Δηλ. τρώμε λάδι, καθώς γιορτάζουμε την παράδοση της Θ. Ευχαριστίας από τον Χριστό στην Εκκλησία και τιμάμε ξεχωριστά την ημέρα αυτή. Γι’ αυτό συνήθιζαν οι Λευκαδίτισσες νοικοκυρές να φτιάχνουν λαχανόπιτα την Μεγ. Πέμπτη.

Την ίδια μέρα βάφουν τα πασχαλινά κόκκινα αυγά. Η παράδοση αναφέρει ότι η Αγία Μαρία την Μαγδαληνή πήγε στη Ρώμη και διαμαρτυρήθηκε στον Αύγουστο για το έγκλημα του Πιλάτου, αναφέροντας παράλληλα τα σχετικά με την Ανάσταση του Χριστού. Επειδή όμως ο Αύγουστος δυσπιστούσε, εκείνη τον καλέσει να πιστέψει στην Ανάσταση, αν κοκκίνιζε μόνο του το αυγό που κρατούσε στα χέρια της. Όπως και έγινε. Τα αυγά τα βράζουν σε νερό, όπου έχουν διαλύσει την κόκκινη βαφή, ανακατεμμένη με ξύδι. Τα σκουπίζουν με καθαρή πετσέτα και τα γυαλίζουν με λάδι. Το πρώτο κόκκινο αυγό το βάζουν στα «κονίσματα».

Από την Ενετοκρατία και μέχρι τις αρχές του κ΄ αι. στην Κεντρική Πλατεία ο κλήρος της πόλεως με επικεφαλής τον επίσκοπο έκανε την «τελετή του Ιερού Νιπτήρα» Αναπαριστούσαν δηλ. το νίψιμο των ποδιών των μαθητών από τον Χριστό. Διάβαζαν το σχετικό Ευαγγέλιο. Ο επίσκοπος ή ο πρώτος τη τάξει ιερέας ανελάμβανε τον ρόλο του Χριστού. Ζωνόταν πετσέτα και έπλενε τα πόδια των υπολοίπων, που είχαν το ρόλο ενός μαθητή ο καθένας. Η τελετή αυτή γινόταν στο μόνιμο βάθρο που υπήρχε στο μέσον της Κεντρικής Πλατείας.

Το βράδυ (ώρα 7.30 μ.μ.) στους ναούς ψάλλεται η «ακολουθία των Αγίων Παθών» ή αλλιώς «τα Δώδεκα Ευαγγέλια». Είναι ο Όρθρος της Μεγ. Παρασκευής, αφιερωμένος στα συγκλονιστικά και σωτήρια γεγονότα της Σύλληψης, των Παθών και της Σταύρωσης του Χριστού. Οι ιερείς φορούν μαύρα άμφια. Από την Ωραία Πύλη διαβάζουν τα έντεκα Ευαγγέλια (σε όσες εκκλησίες έχουν άμβωνα, δηλ. Ευαγγελίστρια και Άγιο Μηνά) και το δωδέκατο το διαβάζει ο ιερέας με στόμφο και αργά από τον άμβωνα. Παλιότερα, ενώ διαβάζονταν τα δώδεκα Ευαγγέλια, δεξιά κι αριστερά στην Ωραία Πύλη, υπήρχαν δύο κηροπήγια με έξι κεριά το καθένα, αναμμένα. Για κάθε Ευαγγέλιο που διάβαζε ο ιερέας, έσβηνε ένα κερί. Έτσι ήξεραν οι πιστοί σε ποιο Ευαγγέλιο βρισκόταν η ακολουθία.

Μετά το πέμπτο Ευαγγέλιο γίνεται η συγκλονιστική λιτάνευση του Εσταυρωμένου μέσα στην εκκλησία. Ο ιερέας κρατάει τον Εσταυρωμένο και απαγγέλλει αργά και με ύφος Αποστόλου τον εξής ύμνο:

«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι τήν γην κρεμάσας.

Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται ο των αγγέλων Βασιλεύς.

Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται ο περιβάλλων τόν ουρανόν εν νεφέλαις.

Ράπισμα κατεδέξατο ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τόν Αδάμ.

Ήλοις προσηλώθη ο Νυμφίος της Εκκλησίας.

Λόγχη εκεντήθη ο Υιός της Παρθένου.

Προσκυνούμεν σου τα Πάθη, Χριστέ.

Δείξον ημίν καί τήν ένδοξόν σου ανάστασιν».

Νεκρική σιγή απλώνεται στο ναό. Η καμπάνα χτυπάει πένθιμα. Γονατιστοί οι πιστοί, κρατώντας κεριά αναμμένα, παρακολουθούν τον Ιησού στην πορεία Του προς τον Γολγοθά, «προς το εκούσιον Πάθος».

Μετά την ακολουθία οι γυναίκες ξενυχτούν τον Εσταυρωμένο. Έχουν καντήλι αναμμένο, θυμιατό, κεριά και προσεύχονται. Σε κάποιους ναούς στολίζουν αποβραδίς τον Επιτάφιο, για να ‘ναι έτοιμος στην Αποκαθήλωση να δεχτεί το Σώμα του Χριστού. Στο ναό της Μητροπόλεως, ενώ τα κορίτσια στολίζουν τον Επιτάφιο, ψέλνουν τους Χαιρετισμούς του Τιμίου Σταυρού.

Μεγάλη Παρασκευή

Ο Χριστός, αφού εμπαίχθηκε και βασανίσθηκε από τον ιουδαϊκό όχλο και τους Πραιτωριανούς του Πιλάτου, πορεύεται την «Οδό του Μαρτυρίου». Στον Γολγοθά σταυρώνεται σαν κακούργος, μαζί με τους δύο ληστές. «Γολγοθά» σημαίνει «κρανίου τόπος», κατά την παράδοση του κρανίου του Πρωτοπλάστου Αδάμ, που απεικονίζεται στη βάση του Σταυρού. Και στον Σταυρό ακόμη δέχεται τον ονειδισμό των στρατιωτών. Όταν θα πει «Διψώ», θα γευτεί χολή και ξίδι. Παρακαλεί τον Ουράνιο Πατέρα Του να συγχωρήσει τους σταυρωτές Του. Συγχωρεί τον Ευγνώμονα και μετανιωμένο Ληστή, ανοίγοντάς του τις πύλες του Παραδείσου.

Την ενάτη ώρα της ημέρας λέει το «Τετέλεσται». Η θεία ψυχή Του κατεβαίνει στον Άδη. Το «πρωτευαγγέλιο», η πρώτη χαρμόσυνη υπόσχεση του Θεού στους πεσμένους Προπάτορες, αρχίζει να εκπληρώνεται. Είχε πει στον όφη ο Θεός: «Έχθραν θήσω αναμέσον σου και αναμέσον του σπέρματός σου και αναμέσον του σπέρματος αυτής (της γυναίκας). Αυτός σου τηρήσει την κεφαλήν, συ δε τηρήσεις αυτού πτέρναν». Τώρα ο διάβολος «πληγώνει την πτέρνα» του Υιού του Ανθρώπου, που θα βρεθεί στα βασίλεια του Άδη για τρεις μέρες. Κατόπιν όμως θα δεχτεί το θανάσιμο χτύπημα στην κεφαλή Του από τον Θεάνθρωπο που θα αναστηθεί. Η Εκκλησία βιώνει διαρκώς αυτήν την σταυροαναστάσιμη ατμόσφαιρα, το κλίμα της χαρμολύπης. Απ’ τη ζωηφόρο πλευρά Του ρέει αίμα και ύδωρ.

Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής και ο κρυφός μαθητής, Νικόδημος παίρνουν άδεια απ’ τον Πιλάτο και κατεβάζουν το θείο Σώμα απ’ τον Σταυρό. Το αποθέτουν, με αρώματα και μύρα, τυλιγμένο με λευκό σεντόνι, στο κενό μνημείο του Ιωσήφ, «ο ην λελατομημένον εκ πέτρας».

Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η κατ’ εξοχήν πένθιμη μέρα του έτους. Οι καμπάνες των εκκλησιών ηχούν όλη τη μέρα πένθιμα (διπλοκαμπανιά). Οι σημαίες κυματίζουν μεσίστιες. Παλιότερα, στα σπίτια της αγοράς κρεμούσαν μαύρα υφάσματα στα μπαλκόνια.

Το πρωί γίνεται στους ναούς γίνεται η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών και αμέσως μετά ο Εσπερινός της Αποκαθήλωσης. Στο τέλος του Ευαγγελίου, ο ιερέας βγάζει τα καρφιά απ’ τον Εσταυρωμένο, κατεβάζει το Σώμα, το αποθέτει σε λευκό σεντόνι, το ραντίζει με «μύρα» (άρωμα), ευλογεί τον λαό και το τοποθετεί στην Αγ. Τράπεζα. Σε λίγη ώρα, λιτανεύει τον «αέρα» (ύφασμα) του Επιταφίου σε όλον το ναό και τοποθετεί πάνω στο ξύλινο κουβούκλιο. Παλιότερα, σε κάποιους ναούς (Αγ. Αναργύρους, Άγ. Μηνά) δε λιτάνευαν ύφασμα με το Σώμα του Χριστού, αλλά ξύλινη αγιογραφημένη παράσταση, ολόγλυφη (τρισδιάστατη). Μπροστά στον επιτάφιο ψέλνουν το «Τον αναβαλλόμενον το φως ώσπερ ιμάτιον».

Ύστερα περνάνε όλοι οι Χριστιανοί να προσκυνήσουν τον επιτάφιο. Αρκετοί περνούν κάτω από το κουβούκλιο γονατιστοί, τρεις φορές σταυρωτά «για ευλογία». Στους περισσότερους ναούς το πρωί στολίζουν οι κοπέλες τον Επιτάφιο. Παλιότερα τα αγόρια ξεχύνονταν στους κήπους της Νεάπολης, στον Κάμπο και σε διάφορα σπίτια για να ζητήσουν απ’ την ανθοστόλιστη λευκαδίτικη φύση τη… δική της συμβολή στο υπέρτατο Πένθος της Κτίσης για τον τριημερεύοντα νεκρό Θεάνθρωπο. Δεν είναι λίγοι κι αυτοί που περνούν απ’ όλες τις εκκλησίες, για να «ξετιμώσουν» ποιος είναι ο καλύτερος Επιτάφιος.

Το πρωί, τα παιδιά βγαίνουν για να πούνε «του Χριστού τα Πάθη», κρατώντας καλάθι στολισμένο με άνθη και ξύλινο σταυρό.

Του Χριστού τα Πάθη

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,

σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.

Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρισκαταραμένοι

για να σταυρώσουν το Χριστό, τον πάντων βασιλέα.

Κι ο Κύριος εθέλησε να μπει σε περιβόλι,

να κάμει δείπνο μυστικό να τον συλλάβουν όλοι.

Κι η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,

τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.

Φωνή της ήρθε εξ ουρανού κι απ’ αρχαγγέλου στόμα:

«Πάψε, Κυρά μ’, τας προσευχάς, πάψε και τας μετάνοιας.

Το Γιόκα Σου τον πιάσανε και στο χαλκιά τον πάνε.

Χαλκιά, χαλκιά φκιάσε καρφιά, φκιάσε τρία περόνια

κι εκείνος ο παράνομος βαρεί και φκιάνει πέντε.

Βάλτε τα δυο στους πόδας του και τ’ άλλα δυό στας χείρας,

το πέμπτο το φαρμακερό μπήξτε το στην καρδιά του

να χύσει αίμα και νερό να πληγωθεί η καρδιά του».

Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε βαριά λιγοθυμάει.

Σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο

για να της έρθει ο λογισμός για να της έρθει ο νους της.

Και σαν της ήρθε ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της

Ζητάει μαχαίρι να σφαεί για το Μονογενή της.

Ζητάει φωτιά για να καεί, ζητάει γκρεμό να πέσει».

Η Μάρθα κι η Μαγδαληνή και του Ιακώβου η μάνα

και του Λαζάρου η αδερφή κι οι τέσσαρες αντάμα

σαν πήραν το στρατί – στρατί, στρατί το μονοπάτι,

το μονοπάτι τα έβγαλε μεσ’ στου Ληστού την πόρτα.

«Άνοιξε πόρτα του Ληστού και πόρτα του Πιλάτου».

Κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.

Κοιτάει δεξά, κοιτάει ζερβά, κανένα δεν γνωρίζει.

Κοιτάει δεξιότερα, βλέπει τον Αη-Γιάννη.

«Αη-Γιάννη, Αη-Γιάννη Πρόδρομε και Βαπτιστά του Γιου μου,

μην είδες τον Υιόκα μου και Σε το δάσκαλό σου;»

«Ποιος έχει γλώσσα να σου πει, χείλη να σου μιλήσει;

Ποιος έχει χεροπάλαμο για να σου τονε δείξει;

Βλέπεις Εκείνο το γυμνό, τον παραπονεμένο;

Εκείνος είν’ ο Γιόκας σου κι εμέ ο δάσκαλός μου…»

(Από το Πινακοχώρι Λευκάδας)

Η Μεγάλη Παρασκευή για τις νοικοκυρές είναι «αργία». «Μήτε βελόνι δεν πιάνουνε» -λένε. Για τα καταστήματα είναι αργία μέχρι να τελειώσει η ακολουθία της Αποκαθήλωσης.

Το μεσημεριανό φαγητό είναι χωρίς λάδι, πρόχειρο. Οι παλαιές ευλαβείς γυναίκες έμεναν εντελώς νηστικές. Κάποιες συνήθιζαν να βάζουν λίγο ξύδι στο στόμα τους, συμμετέχοντας ενεργά στην Άκρα Ταπείνωση του Χριστού («και έδωκαν αυτώ χολήν άμα και όξος»).

Στις 7.30 μ.μ. αρχίζει η ακολουθία του Επιταφίου, δηλ. ο Όρθρος του Μεγ. Σαββάτου. (Στην Ι. Μονή Φανερωμένης αρχίζει στις 4.30 μ.μ.) Ψέλνονται τα εγκώμια. Στο «Έρραναν τον τάφον αι μυροφόροι μύρα λίαν πρωί ελθούσαι» ο ιερέας ραίνει με άνθη (ροδοπέταλα κ.ά.) και άρωμα τον Επιτάφιο και όλο τον λαό. Στο τέλος της δοξολογίας γίνεται η περιφορά του Επιταφίου. Πρώτα βγαίνει ο επιτάφιος του Αγίου Νικολάου. Περνάει από την Αγορά, την Κεντρική Πλατεία και επστρέφει στο ναό από τα στενά. Ακολουθεί της Αγίας Παρασκευής ο επιτάφιος (Μαρκάς – Αγορά – Πλατεία – οδ. Δημάρχου Βερροιώτη) και των Αγίων Αναργύρων (ίδια διαδρομή). Έπεται ο επιτάφιος του Αγίου Μηνά, που διασχίζει την Αγορά και επιστρέφει μέσω Αγ. Παρασκευής και Μαρκά. Τελευταίος, στις 9.30 μ.μ. βγαίνει ο επιτάφιος της Μητροπόλεως, συνοδευόμενος από τον Επίσκοπο, τις αρχές, άγημα της αεροπορίας και, βέβαια, την Φιλαρμονική. Ακολουθεί τη διαδρομή Νοσοκομείο – Αγορά – Πλατεία και επιστρέφει πάλι από την Αγορά. Στην Πλατεία γίνεται δέηση και η Φιλαρμονική παίζει κάποιο κομμάτι (Άμλετ, «Μεγ. Παρασκευή», «Πέτρινο Σταυρό» ή άλλο).

Επιστρέφοντας στο ναό, παλιότερα, οι πόρτες του ήταν κλειστές και οι ιερείς έψελναν το «Άρατε πύλας» για να ανοίξουν. Οι επίτροποι στέκονταν δεξιά κι αριστερά στις πόρτες της εκκλησίας και σήκωναν τον Επιτάφιο ψηλά για να περάσει ο κόσμος αποκάτω. Αυτό σήμερα γίνεται σε ορισμένα χωριά. Ακόμη, ξεστολίζεται ο Επιτάφιος και μοιράζονται στους πιστούς τα άνθη του για ευλογία.

Παλιότερα λειτουργούσαν όλες σχεδόν οι εκκλησίες της πόλης και έβγαιναν περισσότεροι επιτάφιοι. Κάποτε οι επιτάφιοι έβγαιναν τα ξημερώματα του Μεγ. Σαββάτου. Αργότερα, γινόταν «συνάντηση επιταφίων» στην Πλατεία. Όταν περνούσαν οι επιτάφιοι απ’ την Πλατεία, οι φιλοπαίγμονες «Μπρανέλοι» αφορμή ήθελαν για ν’ αρχίσουν τα πειράγματα προς τις άλλες ενορίες. Μόλις έφτανε ο κάθε επιτάφιος στην πλατεία, ακούγονταν τα παρακάτω επιφωνήματα: Για τον επιτάφιο του Αγίου Μηνά: Τσαφ – τσουφ (επειδή στην περιοχή είχαν τα εργατήριά τους οι «χάβροι», οι σιδηρουργοί). Για του Αγ. Γεωργίου και του Αγ. Δημητρίου (από τα «Ψαρέικα», με τους πολλούς ενορίτες, ψαράδες): Γαρίδα – γαρίδα! Για την ενορία των ναυτικώ, τον Άγ. Χαράλαμπο: Όρτσα – Μπόντζα ή Αμόλα σκότα! Για της Αγ. Παρασκευής, με τις φιλόκαλλες ενορίτισσες: Οι φκιασιδούδες έρχονται! Για την ενορία της «μεγαλοοικογένειας» Τσαρλαμπά κ.ά., τον Άγ. Σπυρίδωνα: Τα ψηλά καπέλα! Και για τη Βαγγελίστρα: Ωχ! Βαγγελίστρα μου! Σήμερα ωστόσο αυτά έχουν εκλείψει.


Μεγάλο Σάββατο

Την ημέρα αυτή εορτάζουμε «την θεόσωμον ταφήν και την εις άδου κάθοδον» του Κυρίου. Η ταφή βέβαια έγινε τα απόγευμα της Μ. Παρασκευής. Όμως η Εκκλησία έκρινε ορθό να αφιερώσει ιδιαίτερη μέρα προς τιμήν και μελέτη του μυστηριώδους αυτού γεγονότος.

Ο Χριστός αναπαύεται μέσα στον τάφο, όπως «αναπαύθηκε» όταν πρωτοδημιούργησε τον κόσμο την έβδομη μέρα. Όμως αναπαύεται ως θεάνθρωπος. Το πανάχραντο σώμα Του θάβεται στον τάφο, αλλά πνευματικά ο ίδιος μεταβαίνει στον Άδη και συνεχίζει το σωτηριώδες έργο του. Καλεί κοντά Του όλους τους δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης, από τον Αδάμ και την Εύα μέχρι τους έσχατους ανθρώπους του Θεού, ώστε να μην λείψει κανείς από το παγκόσμιο προσκλητήριο της σωτηρίας, που είναι τελικά μια αναδημιουργία του κόσμου και ολοκλήρωσης της ανθρωπότητας. Η κάθοδος αυτή ήταν το τελειωτικό χτύπημα κατά του θανάτου. Γι’ αυτό ψέλνουμε χαρακτηριστικά: «Ότε κατήλθες πρός τον θάνατον, η ζωή η αθάνατος, τότε τόν άδην ενέκρωσας τη αστραπή της θεότητος”.

Το πρωΐ του Μεγ. Σαββάτου τελείται η Θ. Λειτουργία του Μεγ. Βασιλείου. Ύστερα διαβάζονται οι Προφητείες για την Ανάσταση και ψέλνεται ο Ύμνος των Τριών Παίδων («Τον Κύριον υμνείτε και υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας»). Αποβραδίς έχουν αλλάξει όλα τα πένθιμα καλύμματα του ναού και έχει στολισθεί με κόκκινα, αναστάσιμα. Στο μέσον του ναού, έχει στηθεί το «μπαρδακί», με το προσκυνητάρι και με «μανάλια» για κεριά.

Μετά τον Απόστολο, γίνεται η «πρώτη Ανάσταση». Ο παπάς χτυπάει μ’ ένα σφυρί κάτι ξύλινο και αμέσως ανοίγει την Ωραία Πύλη. Βγαίνει κρατώντας την εικόνα της Ανάστασης και ψέλνοντας: «Ανάστα ο Θεός κρίνων την γην, ότι συ κατακληρονομήσεις εν πάσι τοις έθνεσι». Παράλληλα, σκορπίζει δαφνόφυλλα σ’ όλο το ναό, σύμβολα της νίκης του Χριστού επί του θανάτου και της φθοράς. Αφού λιτανεύσει την εικόνα σε όλο το ναό, την τοποθετεί σε προσκυνητάρι στο κέντρο του.

Μόλις σημάνει η πρώτη καμπάνα του Μεγ. Σαββάτου, οι νοικοκυρές «ρίχνουν το κομμάτι», δηλαδή σπάνε ότι πήλινο «αγγειό» (σκουτέλα, πιάτο, μπότη, πνιάτα κτλ.) τους βρίσκεται. Το έθιμο σχετίζεται με την ψαλμική φράση, που αναφέρεται στην ανάσταση του Χριστού: «Και συντρίψεις αυτούς ως σκεύη κεραμέως».Τότε η Φιλαρμονική γυρνούσε στους δρόμους της πόλης παίζοντας το «Εωθινό». Σήμερα (από το 1997 με πρωτοβουλία του Δήμου) βγαίνει αργότερα στην Αγορά, όπου μοιράζονται πήλινα κεσεδάκια σε όλους για να ρίξουν το κομμάτι.

Όταν λειτουργούσε το «Δημοτικόν Αγορείον» στο Μαρκά, μόλις έπεφτε το «κομμάτι» οι χασάπηδες έσφαζαν τα αρνιά για το πασχαλινό τραπέζι. Άλλοι πήγαιναν στα σπίτια όσων έτρεφαν δικά τους αρνιά, τα έσφαζαν και έκαν τρεις σταυρούς στους παραστάδες της πόρτας με το αίμα του σφαγίου, όπως οι Ισραηλίτες στην Αίγυπτο, για να μην εξολοθρεύσει ο Άγγελος τα παιδιά τους (όπως έκανε στα παιδιά των Αιγυπτίων).

Το βράδυ στις 11 αρχίζει η ακολουθία της Παννυχίδος. Ψέλνεται ο κανόνας «Κύματι θαλάσσης». Ύστερα σβήνουν τα φώτα. Την ώρα αυτή έλεγαν το Ζ΄εωθινό «Ιδού σκοτία και πρωί». Αμέσως μετά βγαίνει ο παπάς με το τρικέρι (τα κεριά είναι προσφορά των ενοριτών) και ψέλνει το «Δεύτε λάβετε φως». Ανάβουν τότε όλοι τις λαμπάδες τους.

Κατόπιν βγαίνουν στην πλατεία της εκκλησίας. Ο παπάς ανεβαίνει σε ειδικό βάθρο. Διαβάζει το Ευαγγέλιο «Διαγενομένου του Σαββάτου» (Β΄εωθινό) και στις 12 τη νύχτα ακριβώς ψέλνουν όλοι μαζί το «Χριστός ανέστη». Οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα. Τα πυροτεχνήματα πέφτουν το ένα μετά το άλλο (επικίνδυνα πολλές φορές). Πιο μετά μπαίνουν στην εκκλησία, ψέλνοντας τον κανόνα της Αναστάσεως, για να συνεχιστεί ο αναστάσιμος Όρθρος και η πανηγυρική Θ. Λειτουργία. Στο τέλος διαβάζεται ο κατηχητικός λόγος του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου: «Ει τις ευσεβής και φιλόθεος…» Σε κάποιες ενορίες, στο τέλος, μοιράζουν κόκκινα αυγά. Οι ευχές δίνουν και παίρνουν: «Χριστός ανέστη!» - «Αληθώς ανέστη!» ή «Αληθώς ο Κύριος!»

Αρκετοί, βέβαια, με τα πρώτα λόγια του παπά μετά το «Χριστός ανέστη…» («Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού…») αναχωρούν για να απολαύασουν το οικογενειακό τραπέζι. (Σημείωση δική μου: Χωρίς το αληθινό Τραπέζι, το Πασχάλιο Δείπνο, που μόνη η Εκκλησία παραθέτει, πώς μπορεί κανείς να γιορτάζει Ανάσταση;) Τελοσπάντων, το βράδυ της Ανάστασης στη Λευκάδα κατά παράδοση τρώμε πατσά ή συκωτάκια (όχι μαγειρίτσα). Η επιστροφή στο σπίτι γίνεται με αναμμένες τις αναστάσιμες λαμπάδες. «Πάμε τ’ Άγιο Φως στο σπίτι». Με την κάπνα της αναμμένης λαμπάδας, μπαίνοντας στο σπίτι, κάνουμε έναν σταυρό στο ανώφλι της πόρτας.

Κυριακή του Πάσχα

«Αύτη η κλητή και αγία ημέρα, η μία των Σαββάτων, η βασιλίς και κυρία.

Εορτών εορτή και πανήγυρις εστί πανηγύρεων…»

Το Πάσχα ήταν αρχαιότατη ιουδαϊκή γιορτή που τελούνταν τη νύχτα της 14ης προς τη 15η του μηνός Νισάν. Οι Ιουδαίοι γιόρταζαν την απελευθέρωσή τους από την δουλεία των Αιγυπτίων κατόπιν της σφαγής των πρωτότοκων των Αιγυπτίων, απ’ την οποία διέφυγαν τα δικά τους πρωτότοκα χάρη στο αίμα του αμνού με το οποίο άλειψαν τις πόρτες των σπιτιών τους. Η λέξη πάσχα (=διάβαση) υπενθυμίζει τη θαυμαστή διάβαση της Ερυθράς θάλασσας από τους Ισραηλίτες και γενικότερα τη διάβασή τους από τη δουλεία στην ελευθερία.

Όμως τα γεγονότα εκείνα ήταν συμβολικά και προφητικά. Το ιουδαϊκό Πάσχα ήταν τύπος του χριστιανικού. Ο πασχάλιος αμνός των Ιουδαίων ήταν σύμβολο και τύπος του αληθινού πασχάλιου αμνού, του Χριστού, που θυσιάστηκε για μας και με το αίμα του εξαγόρασε την ελευθερία μας από την δουλεία της αμαρτίας.

Κατά δε θεία οικονομία η θυσία του Κυρίου συνέπεσε με το ιουδαϊκό πάσχα, που εκείνο το έτος έτυχε να είναι Σάββατο. Ο Κύριος σταυρώθηκε και πέθανε την Παρασκευή, το βράδυ όπου οι Ιουδαίοι έτρωγαν τον πασχάλιο αμνό και αναστήθηκε μετά το Σάββατο, δηλ. την πρώτη μέρα της εβδομάδας η οποία γι’ αυτό το λόγο ονομάστηκε Κυριακή. Το χριστιανικό Πάσχα γιορτάζεται την Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, με απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.

Παλιότερα στη Λευκάδα το πρωί της Κυριακής δεν έψεναν το κατσίκι ή το αρνί. Την πρώτη μέρα έφκιαναν το κρέας σούπα με αυγολέμονο. Ειπώθηκε ότι αυτό γινόταν, επειδή περίμεναν τους κλεφταρματολούς να γιορτάσουν στη Λευκάδα. Μάλλον είναι ανακριβές και η συνήθεια εξηγείται από την πρόνοιά τους να μην πέσουν σε βαρειά για το στομάχι φαγητά απότομα, μετά τη νηστεία της Μεγ. Σαρακοστής. Έψεναν, λοιπόν, τον οβελία τη δεύτερη μέρα του Πάσχα. Σήμερα, οι περισσότεροι ψένουν την πρώτη μέρα –στη σούβλα ή στο φούρνο. Συχνά μαζεύονται περισσότερες οικογένειες, συγγενείς ή γείτονες, και ψένουν μαζί σε κάποια «αδειά».

Το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα τελείται ο Εσπερινός της Αγάπης. Σε άλλες περιοχές, το Ευαγγέλιο διαβάζεται σε όσο το δυνατόν περισσότερες γλώσσες για να κηρυχθεί σ’ όλα τα έθνη ότι «Χριστός εγερθείς εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο». Παλιότερα γινόταν λιτανεία της εικόνας της Ανάστασης από τις εκκλησίες στην Πλατεία. Μάλιστα, έριχναν άσφαιρα πυρά με τα «μάσκουλα» -μικρά κανονάκια.

Όλη τη βδομάδα του Πάσχα (της Διακαινησίμου) μπορούμε να τρώμε τα πάντα. Εξάλλου, τις μέρες αυτές γίνονται και όσα πανηγύρια είχαν αναβληθεί λόγω της Μεγάλης Βδομάδας (Αγίου Γεωργίου, Αγίου Μάρκου, Αγ. Αθανασίου, Αγ. Μαύρας κ.ά.). Την Παρασκευή της Διακαινησίμου γιορτάζει το ξωκλήσι της Παναγίας στη Μεγάλη Βρύση, ενώ παλιότερα την Κυριακή του Θωμά πανηγύριζε και ομώνυμος ναός στο δρόμο προς την Απόλπαινα (ερειπωμένος σήμερα).

Έτσι ολοκληρώνεται ο λαμπρός εορτασμός της Μεγάλης Εβδομάδας και του Πάσχα, σε μια ατμόσφαιρα κατανυκτική και μυσταγωγική. Ο λαός μας, έχοντας ως κέντρο τη ζωή της Εκκλησίας του, βίωνε και βιώνει το μεγαλείο των Παθών του Χριστού και την λαμπρότητα της Ανάστασής Του.

Σχετικά κείμενα:

«Το κομμάτι»

- Δε μ’ λες, μωρ’ θειά (μώρα μου κιόλας) μη (μ)πάει κι έπεσε το κομμάτι, και δε (ν)το πήρα χαμπέρι;…

- Όχι, μαρή θυατέρα, είναι μπονόρα ακόμα, στο (ν)ύπνο σου δα το ειδες;

- Δε (γκ)ξέρω. Εδεκεί π’ σάρωνα, μου κάστ’κε ότ’ άκ’σα τη μουζ’κή.

- Όχι, μαρή κουρεμαδιά, είναι μπονόρα σου λέου. Ύστερα απ’ τσ’ εννιά η ώρα να (ν)το λογαριάζ’ς. Δε μ’ λες τώρα, για να πούμε και τίποτσ’ άλλο, έβαψες πολλά αυγά μαρή;

- Ένα (γ)κόρακα, χριστιανή μου… Δε (γ)ξέρω τι τον ηύρε το (γ)καλοφούρτουνο το ν’κοκύρ’ μου, να (ν)τονε χαρώ, και μου κουβάλ’σε δέκα ντουζίνες, η τζόγια μου, «λες και θα μας κομ-παρίρ’νε οι Αγγλογάλλ’». Κάμε κόντο. Μήτε στα «δώδεκα βαγγέλια» δεν άδειασα να πάου η καψερή, ο Θέος να με σ’χωρέσει.

- Μπα, μαρή κοπέλα μ’… Δε μ’ λες κάνε, τ’ αρνί σας το σφάξατε;

- Μπαααα, θειά μ’. Καρτερώ το μπαρμπα-Χρήστο το Μένιο. Η αφεντιά του μας το σφάζ’ ούλες τσι χρονιές. Είναι φίλος, βλέπ’ς, με το ν’κοκύρ’ μου… Του δίνει και τη (μ)προβιά κάθε χρόνο!

- Εγώ, καψόπαιδο, εφώναξα εχτές το μπάρμπ’ Αργύρ’ και ξεντριγάρ’σα…

- Ναι, είδα τσου «σταυρούς στη (μ)πόρτα» σας. Και του χρόνου να ‘στενε καλά… Δε μ’ λες, αλήθεια, θεια, η αφεντιά σου θα (γ)ξέρ’ς. Τι πράμα είν’ αλήθεια αυτό το κομμάτι; Άκου, να γυρίζ’, λέει, κάθε Μεγασάββα η μουζ’κή στα σοκκάκια και να βαρεί τ’ «διάνα» κι οι ν’κοκυράδες, απ’ όπ’ βρεθούνε, να τσακίζ’νε στσου δρόμ’ς ότ’ παλιαγγειό τσου βρίσκεται. Μπορείς να μ’ πεις η αφεντιά σου, τι σένια είναι, η αφεντιά τσου;

- Εθίματα, μαρή θυατέρα… Παλιά εθίματα των γιορτώνε… Τι θέλ’ς να ‘ναι; Έτσ’ τα ‘βραμε απ’ τσου παλιότερους, έτσ’ τα βαστάμε και στσι μέρες μας. «Μικρή Ανάσταση» μου την είπε, νια μέρα π’ τονε ρώτησα κι εγώ, ο σιορ Πίπ’ς, ο νόντσολος τ’ Άη-Μηνά. Αλλά τώρα, στο (γ)καιρό μας, δεν τα πιεντάνε και πολύ – πολύ. Παλιότερα, καψόπαιδο, ο κοσμάκ’ς τα στ’μάρ’ζε πλειότερο απ’ τσου τωρινούς και μάλ’στα μου πολύ τα χαιρόντανε. Θ’μάμαι νια βολά, σα σήμερα, όπως κατέβαινε η μουζ’κή στο παζάρ’ απ’ τα Χάβρ’κα για τη (μ)πιάτσα, εδεκεί στο σοκκάκι του Μαρκά, πετιέται απ’ το τσαγκάρ’κό του ο Γιώργ’ς ο Κράλ’ς, Θεός σχωρέστονε κι απ’θώνει καταμεσίς του δρόμ’ ένανε θεόρατο μπότη, από κειούς εκεί με τ’ν αλ’φή απόξ’, ξέρ’ς μαρή, π’ βάν’νε το λάδ’, μ’ ένα φ’τίλ’ απάν’ στη μσ’ούδα του, αναμμένο. Οραντίς και το βλέπ’νε οι μουζ’κάντ’δες, σκιαχτήκανε και το βάν’νε στα κοσάκια. Σκορπίσανε και μήτε δ’νήθηκε να (ν)τσου σ΄μασ’ άλλο ο μακαρίτ’ς ο μπάρμπα Νιόνιος ο Τσ’ρώτος, π’ τσόκανε το «δάσκαλο».

- Έτσ’ λ’πόν!… Και δε μ’ λες αλήθεια, θεια. Όλο τι πράντσα λογαριάζεις να ‘τ’μάσεις;

- Τι πράντσα, μαρή κοπέλα μ’, σα (γ)και δε (ν)τα ξέρ’ς, ρωτάς. Απόψε το πατσαλίκι αυγοκομμένο, όπως το καλεί η βραδιά. Αύριο τσότσο κρέας με μανέστρα και τ’ν άλλ’ τ’ αρνί ψ’μένο. Αυτά. Τα ξέρ’ς. Δε (ν)τα ξέρ’ς τώρα;…

- Θα (ν)το ψήσ’τε στο σουβλί;

- Ναίσκε, μαρή. Όξ’ στ’ν αδειά, αντάμα με το (γ)κ’νιάδο μου και το λαλά μου. Κάθε χρόνο έτσ’ κάν’με, από έσπαλε. Θέλ’νε, βλέπ’ς, άμα το σ’κών’νε, να ρίχν’νε και τσι κουμπουριές τσου, για το καλό τα’ χρόνου. Το δ’κό σας θα (ν)το βάλ’τε στο φούρνο, ε; Είδα το δ’κόνε σου, τ’ απολιώρα, πόφερν’ αποκλάδια.

- Τι να κάμ’με, θεια μου; Είμαστε βλέπ’ς κι οι δύο κονκασάδοι.

- Και για Ανάσταση, πού λέτε να πάτε;

- Εδεδώ στ’ (μ)πιάτσα, λέμε να βγούμε, στον Αη-Σπ’ρίδωνα για πιο σιμά… Ας πάου τώρα ν’ αποσώσω κάτ’ δ’λειές που τ’ς έχω στ’ μέση, μη (μ)πάει κι έρτ’ ο μπάρμπα Χρήστος για το καλότ’χο τ’ αρνί.

- Τότενες, γεια σ’ μαρή θυατέρα μου και καλή σας Ανάσταση.

- Αμήν, θεια μου, παρομοίως, με τ’ φαμελιά σου…

Παναγιώτη Τ. Ματαφιά (Νότη Μπρανέλου),

Απ’ τον Αη-Μηνά ίσαμε τον Πόντε, Αθήνα 1992, σελ. 19-20.

Ανάσταση με τη γιαγιά

(απόσπασμα)

…Πρωί – πρωί το Μεγάλο Σάββατο, η μητέρα μας πήγε για τη Θεία Μετάληψη στην εκκλησία κι από κεί, «όπως είμαστε», μ’ έναν αγωγιάτη συντροφιά, ξεκινούσαμε για το απάνω χωριό. Καθώς βγαίναμε απ’ την πόλη, ακούστηκε το κομμάτι να πέφτει. Το «κομμάτι» ήταν ένα περίεργο έθιμο στην πατρίδα μας. Το πρωί το Μεγάλο Σάββατο σε κάθε σπίτι, και με το σύνθημα που θα ‘δινε η καμπάνα, έπρεπε να σπάσουν κάτω στις πλάκες της αυλής ένα πήλινο παλιό σκεύος. Ή στάμνα ή βάζο ή κανάτι ή σκουτέλι ή τσουκάλι ή ακόμα και κεραμίδι. Όλοι μαζί. Ένας ορυμαγδός κι ένας σαματάς παράξενος ακουγόταν για λίγα λεπτά σ’ όλη την μικρή πόλη…

…Το βράδυ εμείς τα παιδιά κοιμηθήκαμε νωρίς. Μονάχα ο παππούς, που δεν του πήγαινε ύπνος, κάθισε στο τζάκι και κάτι μαστόρευε.

Στις δώδεκα η ώρα μας σήκωσε όλους για την Ανάσταση. Η εκκλησία ήταν λίγο πιο έξω απ’ το χωριό. Εκεί κοντά ήταν και τ’ αλώνια, όπου γενόταν το χοροστάσι, πιο πέρα το νεκροταφείο με τα πυκνά τα κυπαρίσσια, κι εκεί στη ράχη ο ανεμόμυλος, που άφηνε τη βαριά του σιλουέτα να γράφεται στο σκούρο ουρανό.

Σα σκιές σιωπηλοί, οι χωριανοί βγαίναν από τις αυλές και τα στενορύμια και μαζεύονταν στην εκκλησιά, που είχε πια γεμίσει. Κι όταν ο παπάς βγήκε στην Ωραία Πύλη με το τρικέρι, ψάλλοντας το Δεύτε λάβετε φως, όλα τα κεριά άναψαν κι όλα τα πρόσωπα έλαμψαν μ’ ένα γλυκό φως και μ’ ένα πιο γλυκό χαμόγελο.

Σε λίγο, ο παπάς ακούστηκε να ψάλλει ζωηρά το Χριστός ανέστη. Μα η φωνή του αμέσως σκεπάστηκε από την ψαλμωδία όλων μας, που το λέγαμε μαζί, κι από τις μπαταριές και τα χαλκούνια, που πέφταν στο προαύλιο. Εκεί ήταν ο αγροφύλακας με την παρέα του και περίμεναν ν’ ακούσουν το χαρούμενο άγγελμα, για να βάλουν «φωτιά στα τόπια».

Στο προαύλιο που βγήκαμε όλοι με τις λαμπάδες, για πολλήν ώρα ανακατευόμαστε με τα «Χριστός ανέστη», «Αληθώς ο Κύριος» και με τους ασπασμούς. Πρώτα άρχισαν οι γεροντότεροι, ύστερα ξεθάρρεψαν οι νέοι…

(Γεράσιμου Γρηγόρη, «Ανάσταση με τη γιαγιά», Φύλλα δάφνης – διηγήματα, εκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα 1992, σελ. 103 επ.)

Πηγές πληροφόρησης:

Βρεττού Βούλη, Εκπομπή για τα έθιμα της Μεγ. Εβδομάδας στο Studio Lefkatas (8-4-1996)

Γρηγόρη Γεράσιμου, Φύλλα δάφνης – διηγήματα, εκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα 1992.

Κοντομίχη Πανταζή, Λαογραφικά Σύμμεικτα Λευκάδας, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1995.

Κουνιάκη Θ. Πάνου, Η νήσος Λευκάς από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς (Ήθη – Έθιμα – Εξέλιξις και Δράσις των πολιτικών αυτής ανδρών), 1928.

Κουνιάκη Θ. Πάνου, Η σύγχρονος Λευκάς (1890-1936), Πάτρα.

Ματαφιά Τ. Παναγιώτη (Νότη Μπρανέλου), Απ’ τον Αη-Μηνά ίσαμε τον Πόντε, Αθήνα 1992.

Μέγα Α. Γεωργίου, Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας, εκδ. της Εστίας, Αθήνα 2003.

Δεν υπάρχουν σχόλια: