Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2007

* Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Τι λοιπόν; Της ζωής μας το σύνορο

θα το δείχνει ένα ορθό κυπαρίσσι;

Κι απ’ό,τι είδαμε ,ακούσαμε, αγγίξαμε

Τάφου γη θα μας χωρίσει;

Σ’ ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε

της ζωής μας ο κόσμος τελειώνει;

Τίποτε άλλο; Στερνό μας απόρριμα

Το κορμί που σκορπιέται και λιώνει;

Μήπως ό,τι θαρρούμε βασίλεμα

γλυκοχάραμ’ αυγής είναι πέρα

κι αντί νάρθει μια νύχτ’αξημέρωτη

ξημερώνει αβράδιαστη μέρα;

Μήπως ειν ’η αλήθεια στο θάνατο

κι η ζωή μήπως κρύβει την πλάνη;

Ό,τι λέμε πως ζει μήπως πέθανε

κι ειν ’αθάνατο ό,τι έχει πεθάνει;

Γ. Δροσίνης

Εισαγωγή

Μ

ετά την πτώση του ο άνθρωπος από τον παράδεισο, από την αρχή της επίγειας φθαρτής ζωής του δοκίμασε και θα δοκιμάζει μέχρι τέλος τον φόβο, την αγωνία και το δέος που φέρνει στην ψυχή ο λογισμός και η ιδέα του θανάτου.Tο γεγονός αυτό ενώ είναι ό,τι πιο σίγουρο και βέβαιο στη ζωή του καθενός - αν και τις περισσότερες φορές φαντάζει σαν ουτοπία - δεν μπορεί να προσπεραστεί ποτέ σαν κάτι το απλό και αναμενόμενο παρά μόνο από ελάχιστους σε αυτόν τον κόσμο.

Πάντοτε οι άνθρωποι χάνοντας αγαπημένα πρόσωπα και βλέποντας τη φθορά των σωμάτων τους δεν αποδέχονταν εύκολα αυτό το τραγικό τέλος. Έτσι έδιναν πάντοτε μια ερμηνεία σχετικά με το που πηγαίνει η ψυχή. Πολιτισμοί ολόκληροι, θρησκείες, φιλόσοφοι αλλά και απλοί ανώνυμοι άνθρωποι ασχολήθηκαν με την μετά θάνατο ζωή και ανέπτυξαν πολλές θεωρίες για τον προορισμό της ψυχής του ανθρώπου.

Στη σημερινή ιδεολογικοκρατούμενη κοσμοπολίτικη εποχή ο σύγχρονος άνθρωπος με την ταχύτητα που αναπτύσσει διαμορφώνοντας το κοινωνικό του προφίλ δεν έχει την πολυτέλεια να σκεφτεί κάτι το οποίο δε βλέπει. Πολλές φορές όμως δεν τον συμφέρει να γνωρίζει ότι η ζωή της ευημερίας και της ηδονής έχει κάποιο τέλος.

Ποιος είδε ή έζησε εμπειρίες τις οποίες θα μπορέσει να διηγηθεί σε οποιονδήποτε και να γίνουν πιστευτές έτσι ώστε να απαντηθούν ερωτήματα όπως: Υπάρχει η ψυχή; Αν υπάρχει πού πηγαίνει; Ποιος είναι ο προορισμός της; Ισχύει η θεωρία του Αναξίμανδρου και άλλων διαφόρων φιλοσόφων περί μετεμψυχώσεως, να ανακυκλώνεται δηλαδή η ψυχή σε άλλο σώμα;

Την απάντηση για ζωή μετά τον θάνατο μας τη δίνει ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός στο Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο. «Είπεν ο Κύριος προς τους εληλυθότας προς αυτόν Ιουδαίους ∙ Αμήν αμήν λέγω υμίν, ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με, έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν». (Ιωάν. Ε’ 24-30)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1Ο

α) Το μυστήριο του θανάτου από τη σκοπιά του καθημερινού ανθρώπου

Κ

αι είδον τα οστά τα γεγυμνωμένα και είπον ∙ άρα τις εστί; βασιλεύς ή στρατιώτης ή πλούσιος ή πένης ή δίκαιος ή αμαρτωλός;[1]

Η ιστορία μας διδάσκει την καθολικότητα του φαινομένου του θανάτου. Ότι ο θάνατος δηλαδή είναι η κοινή μοίρα όλων των ανθρώπων, είτε είναι κάποιος ένδοξος, είτε άδοξος, είτε πλούσιος, είτε φτωχός. Από την ιστορία ξέρουμε ότι στον κόσμο αυτόν έζησαν άνθρωποι που έγιναν περιώνυμοι και ενδοξότατοι που το όνομά τους είναι πασίγνωστο, άλλοι που αιματοκύλισαν την ανθρωπότητα, άλλοι που έγιναν μεγάλοι ευεργέτες του κόσμου με τις επιστημονικές τους ανακαλύψεις, κι’άλλοι υπήρξαν σκαπανείς των επιστημών και του πολιτισμού. Όμως κανένας από αυτούς δεν έμεινε αιώνιος στον κόσμο αυτόν όταν ήρθε η ώρα, εξέτισαν όλων των ανθρώπων το κοινόν χρέος.[2]

Ένας ποιητής περιγράφει την απογοήτευση που νιώθουν μερικοί άνθρωποι όταν αφήνονται να ξεγελαστούν και να πιστέψουν ότι θα διαφύγουν το θάνατο κι αργότερα ανακαλύπτουν την πλάνη τους. «Με γελάσανε τα πουλιά, της άνοιξης τ’αηδόνια, με γέλασαν και μου’πανε ο χάρος δε με παίρνει. Στο παραθύρι έκατσα λίγο να ξανασάνω. Βλέπω το χάρο πόρχεται καβάλα στ’άλογό του.[3]

Εκείνο που δίνει ιδιαίτερη φρίκη στο θάνατο είναι ότι είναι μια πραγματικότητα τελεσίδικη και ανέκκλητη. Όμως το τραγικότερο είναι ο χωρισμός που φέρνει μεταξύ ανθρώπων που συνδέονται με το δεσμό της αγάπης.[4] Ο πόνος του χωρισμού είναι η πιο αβάστακτη συνέπεια του θανάτου.[5]

Ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός λέει στον επικήδειό του για τον αδελφό του Καισάριο: «Έχουμε πληρώσει μέρος του χρέους και θα πληρώσουμε και το υπόλοιπο – όλοι εμείς όσο ζούμε- τιμώντας τη μνήμη του κάθε χρόνο»[6]. Η θλίψη και επομένως το πένθος για το θάνατο ενός προσφιλούς μας προσώπου δεν εξαλείφεται ποτέ ολότελα, αλλά μειώνεται και απαλύνεται με την πάροδο του χρόνου[7].

Όπως δείχνει η λαογραφική παράδοση, ο λαός πιστεύει έντονα ότι ο νεκρός συνεχίζει να υπάρχει και μετά το θάνατο. Φαντάζεται το νεκρό κάνοντας απλούς λογισμούς, να έχει ορισμένες ανθρώπινες ανάγκες και ιδιαίτερα την ανάγκη της στοργής και της επικοινωνίας. Αισθάνεται έντονη την ανάγκη να επικοινωνήσει με τον νεκρό, τον ξαναζωντανεύει στη φαντασία του και τον βλέπει, του μιλάει, τον αγκαλιάζει, τον χαϊδεύει, επαναλαμβάνει παλιές συζητήσεις και αυτό του φέρνει δάκρυα, αλλά και ανακούφιση.

Αν και οι αναμνήσεις οξύνουν τη θλίψη, ανακουφίζεται πραγματικά ο θλιμμένος όταν θυμάται παλιές εμπειρίες με το νεκρό. Εκφράζει μ’αυτό τον τρόπο την αγάπη του γι’αυτόν.

Πολλές φορές βλέπουμε στα κοιμητήρια κατά την ώρα της νεκρώσιμης ακολουθίας καταστάσεις έντονου πόνου και ψυχικής υστερίας με αποκορύφωση την ώρα του ενταφιασμού. Αυτό συμβαίνει όταν ο άνθρωπος έχει δεθεί αρκετά μ’αυτό το πρόσωπο και οι πνευματικές του αναζητήσεις είναι ιδιαίτερα χλιαρές, αφ’ ενός γιατί έχει γνωρίσει μόνο την ύπαρξη των εφήμερων και των φθαρτών και όταν τα χάνει αισθάνεται ότι τα χάνει όλα, αφ’ ετέρου επειδή αισθάνεται ενοχή και εσωτερικό έλεγχο. Όλα αυτά δείχνουν ότι ο άνθρωπος γενικότερα θέλει να πιστεύει ότι δεν έχει ημερομηνία λήξεως.

β) Το μυστήριο του θανάτου από τη σκοπιά της επιστήμης

Η επιστήμη προκειμένου να καταλήξει σ’αυτό που λέμε επιστημονικό πόρισμα, χρησιμοποιεί τρεις μεθόδους: α) την παρατήρηση, β) το πείραμα και γ) τον μαθηματικό λογισμό οπότε και δίνει τον δικό της απλό ορισμό: «Λύσις βιολογικού συνδέσμου».Όμως αυτό δεν ικανοποιεί τις βαθιές μας αναζητήσεις. Το ζήτημα της μετά θάνατον ζωής δεν υπόκειται σ’αυτά τα τρία μέσα που διαθέτει ο επιστήμονας. Ούτε καν υπόκειται σε καμία λογική επεξεργασία διότι πρόκειται για ζήτημα καλυμμένο από μυστήριο. Ένας μέσος σκεπτόμενος άνθρωπος δεν μπορεί να νοηθεί ότι γεννήθηκε απλώς για να πεθάνει, ζώντας ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα, χρησιμοποιώντας μάλιστα της δυνατότητες του μυαλού για να δημιουργεί πολιτισμό, συγχρόνως να στοχάζεται και να ανταλλάσσει συναισθήματα. Καμία επιστήμη όσο κι αν παίρνει το ρόλο μεταφυσικών δυνατοτήτων δεν μπορεί να αποδείξει ότι δεν υπάρχει θεός, ότι δεν υπάρχει ψυχή και μετά θάνατον ζωή. Οι ίδιοι οι σύγχρονοι επιστήμονες παραδέχονται τελικά ότι δεν είναι πλέον σίγουροι για την απώτερη φύση και τα απώτερα όρια της ύλης, ούτε για το πού αυτή η ύλη παύει να υπάρχει και ξεκινά η ψυχική εξωκόσμια πραγματικότητα.[8]

Σήμερα που ανθεί ένας αμφισβητούμενος από την επιστήμη κλάδος, η παραψυχολογία ισχυρίζεται ότι μπορεί να μας φέρει σε επαφή με την μεταθανάτια πραγματικότητα. Χρησιμοποιεί διάφορες μεθόδους, οι οποίες είναι γνωστές ως πνευματισμός, μέντιουμ, ως ύπνωση, για να εξερευνήσει τάχα μυστήρια της μεταθανάτιας ζωής. Ακόμη ισχυρίζεται, ότι επικοινωνεί με τις ψυχές των κεκοιμημένων. Δεν χρησιμοποιεί επιστημονικές μεθόδους γι’αυτό και αμφισβητείται και δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των επιστημών.

Οι Πατέρες της εκκλησίας μας οι οποίοι γνώριζαν και τους πνευματιστές και τους υπνωτιστές μας εξηγούν το πόσο επικίνδυνα είναι όλα αυτά. Ότι είναι απάτη του Διαβόλου και ότι εκείνος είναι που υποκρίνεται τις φωνές των οικείων μας.

Μια ακόμη θολή άποψη μας δίνει η επιστήμη της ψυχανάλυσης, η οποία με την θεωρία του βάθους[9] προσπαθεί σύμφωνα με τους τρεις μεγαλύτερους ψυχαναλυτές, τον Φρόϋντ, τον Γιούνγκ και τον Άντλερ να αναγνωρίσει την ύπαρξη φαινομένων τα οποία πείθουν ότι υπάρχει κάτι μετά τον θάνατο. Δεν μπορεί όμως να μας δώσει ακριβείς συντεταγμένες και να προσδιορίσει αυτά τα φαινόμενα.

«Επεθύμουν μαθείν το μυστήριον (μας λέει ο άγιος Αναστάσιος ο Σιναϊτης), αλλ’ ουδείς ικανός διηγήσασθαι».

γ) Το μυστήριο του θανάτου από τη σκοπιά των αρχαίων λαών και των φιλοσόφων

Από τους Αρχαίους Έλληνες ξέρουμε ότι τον θάνατο τον φαντάζονταν σαν ένα πορθμέα, ο οποίος είχε μία βάρκα με την οποία πήγαινε τους ανθρώπους δια της Αχερουσίας λίμνης στον Άδη, δηλαδή από την ζωή στο θάνατο. Υπάρχουν διάφορες θεωρίες περί της δημιουργίας και προελεύσεως της ψυχής. Η πρώτη είναι εκείνη «περί της προϋπάρξεως των ψυχών». Η θεωρία αυτή έχει διατυπωθεί από τον Αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο τον Πλάτωνα, ο οποίος έλεγε ότι η ψυχή ανήκει στον κόσμο των ιδεών, επομένως προϋπάρχει του σώματος των ανθρώπων. Κάθε σώμα λοιπόν το οποίο δημιουργείται, κάθε νέος άνθρωπος ο οποίος γεννιέται, παίρνει μία από τις υπάρχουσες πριν από τη γέννησή του ψυχές, ενώνεται με αυτή την ψυχή και ταυτόχρονα η ψυχή φυλακίζεται και αιχμαλωτίζεται μέσα στο σώμα. Ομοίως και ο Αναξίμανδρος υποστήριζε την ίδια θεωρία. Ενώ λοιπόν η ψυχή είναι στοιχείο του κόσμου των ιδεών, γίνεται αιχμάλωτο στοιχείο του υλικού κόσμου μέσα στον οποίο είναι καταδικασμένος να ζει ο άνθρωπος. Γι’αυτό και επιζητεί την αποδέσμευσή της από τα δεσμά της ύλης, πράγμα που γίνεται με τον θάνατο, πηγαίνοντας σε άλλο σώμα..

Μία δεύτερη θεωρία περί της προελεύσεως των ψυχών είναι αυτή της μεταφυτεύσεως της ψυχής. Σύμφωνα με αυτή, η ψυχή την οποία λαμβάνει το νήπιο όταν γεννιέται, είναι απλή μεταφύτευση της ψυχής των γονέων του. Αυτή την θεωρία πρέσβευαν και δίδασκαν οι επικούρειοι Έλληνες φιλόσοφοι.

Οι Αιγύπτιοι φιλόσοφοι πίστευαν στην αθανασία της ψυχής και μάλιστα έλεγαν ότι η ψυχή ακολουθεί το σώμα γι’ αυτό και ο λαός ταρίχευε τους νεκρούς ώστε το σώμα να μη διαφθαρεί, να μη λιώσει δηλαδή, διότι πίστευαν ότι θα έλιωνε μαζί του και η ψυχή[10].

δ) Το μυστήριο του θανάτου από τη σκοπιά διαφόρων θρησκειών

Ο Μουσουλμάνος αισθανόμενος το τέλος του απαγγέλλει την ομολογία της πίστεώς του και οι συγγενείς εξακολουθούν να την επαναλαμβάνουν πάνω στο νεκρό σώμα του κι αφού έχει πεθάνει. Γι’ αυτόν ο θάνατος είναι το κατώφλι που τον φέρνει κοντά στον Αλλάχ για να ζήσει αιώνια. Τώρα θα κριθεί από το θεό για τις πράξεις του, θα τιμωρηθεί ή θα δικαιωθεί. Μόλις πεθάνει ο μουσουλμάνος, στρέφουν το νεκρό του σώμα κατά την Μέκκα και το πλένουν καλά τρεις φορές. Ενταφιάζεται σε ευρύ λάκκο, ώστε ο νεκρός να μπορέσει να σηκωθεί όταν οι άγγελοι Μουνκάρο και Νακίρ θα τον ρωτήσουν πώς έζησε.

Ο ινδουιστής εύχεται να πεθάνει στις όχθες του Γάγγη ή κοντά σ’ ένα ιερό τόπο. Το νεκρό σώμα καίγεται και η τέφρα διασκορπίζεται στα νερά του ποταμού. Ο ινδουιστής πιστεύει στη μετενσάρκωση, γιατί η παρούσα ζωή είναι απάτη και ο θάνατος λύτρωση από την εξορία. Ο πιστός ζητάει τον θάνατο, γιατί η ζωή είναι εμπόδιο στην ευτυχία. Η ψυχή μετά τον θάνατο επιστρέφει στη γη και φυλακίζεται εκ νέου σε ένα σώμα. Αυτή η ανακύκλωση των επάλληλων ζωών λέγεται σαμσάρα.

Οι εβραίοι στα μνήματα δεν τοποθετούν κανένα στολισμό. Μερικές πέτρες ή χαλίκια ανάμεσα στα μνήματα συμβολίζουν αυτούς που έζησαν και περπάτησαν μαζί με τους ζωντανούς, αναμένοντας τον Μεσσία και των οποίων οι ψυχές, ελευθερωμένες πια από το σώμα, στρέφονται προς τον Ελωχίμ (Θεό).[11]

Οι ρωμαιοκαθολικοί πιστεύουν ότι η ψυχή πηγαίνει σε κάποια μέση κατάσταση και μέσω του καθαρτηρίου πηρός καθαρίζεται από κάθε αμαρτία εφ’ όσον είχε μετανοήσει αλλά δεν είχε προλάβει να επιτελέσει το επιτίμιο που της είχε βάλει ο πνευματικός της .

Η άποψη αυτή καταρρίπτεται καθολικά από τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό ο οποίος έγραψε ιδικές ομιλίες για το συγκεκριμένο ζήτημα και οι οποίες ανεγνώσθησαν στη Σύνοδο της Φλωρεντίας το 1439.

ε) Το μυστήριο του θανάτου από τη σκοπιά της ορθοδόξου Εκκλησίας

Η Εκκλησία μας διδάσκει ότι ο άνθρωπος είναι δισυπόστατος, αποτελούμενος δηλαδή από δύο βασικά υπαρξιακά στοιχεία. Το ένα είναι το σώμα του και το άλλο είναι η ψυχή του, όπου το πρώτο είναι χοϊκό και το άλλο έχει πνευματική υπόσταση όπως μας λέει και ο Μ. Βασίλειος «Η σάρξ απο της γης, η ψυχή ουρανία».

Το σώμα δεν θεωρείται φυλακή που μέσα της βρίσκεται κλεισμένη η ψυχή, αλλά αντίθετα με τους αρχαίους φιλοσόφους η Αγία Γραφή αναφέρει ότι το σώμα είναι ναός του Αγίου Πνεύματος. Συνυπάρχει με την ψυχή στον κόσμο.

Οι πρωτόπλαστοι αν ήθελαν να συμμορφωθούν με την εντολή την οποία τους έδωσε ο Θεός, τότε δεν θα γνώριζαν θάνατο. Η εντολή του Θεού να μη φάνε από το δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού ήταν ένα γύμνασμα αρετής. Ο διάβολος τους ξεγέλασε με αποτέλεσμα να πέσουν στην αμαρτία του εγωισμού και της ανυπακοής, και επειδή δεν μετανόησαν, δοκίμασαν θάνατο. Ο θάνατος όμως έπληξε μόνο το σώμα με τη φθορά και όχι την ψυχή. Μιλώντας για θάνατο αναφερόμαστε σε δύο είδη. Ο πρώτος είναι ο χωρισμός του ανθρώπου από τον Θεό και ο δεύτερος είναι η διάλυση του σώματος.[12] Οι Άγιοι Πατέρες θεωρούν τον πνευματικό θάνατο ως τον πιο σημαντικό. Ο διάβολος είναι ο πρώτος που πέθανε πνευματικά.

Ο Χριστός ονόμασε τον θάνατο ύπνο, διότι « κατήργησε τον το κράτος έχοντα του θανάτου τουτέστι τον διάβολον ». Κατήργησε τον θάνατο διότι ανέστη εκ των νεκρών.. Ένας χαρακτηριστικός στίχος μας μιλάει για μια πορεία την οποία θα πρέπει να πραγματοποιήσει ο Θεάνθρωπος προκειμένου να πάει στον προορισμό εκείνον για τον οποίο έχουν μιλήσει όλοι οι προφήτες. «ιδού αναβαίνω προς τον Πατέρα μου και πατέρα υμών, και Θεόν μου και Θεόν υμών[13]»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2Ο

Η πορεία της ψυχής μετά τον θάνατο

Ο Χριστός είναι το αρχέτυπο του ανθρώπου. Συνεπώς ό,τι ισχύει για Εκείνον, ισχύει και για όλους τους ανθρώπους. Έτσι συμμετέχουμε στην ανάστασή Του.

Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν καλούμαστε και εμείς να κάνουμε μια ανάλογη πορεία προς τον δημιουργό μας. Τα σώματα των δικαίων και ενάρετων ανθρώπων θα θριαμβεύσουν κατά του θανάτου και θα αναληφθούν, θα αρπαγούν από τους αγγέλους κατά την Δευτέρα Παρουσία και θα είναι πάντα μαζί με τον Κύριον· «αρπαγησομεθα εν νεφελαις εις απάντησιν Κυρίου εις αέρα, και ούτω πάντοτε συν Κυρίω εσόμεθα[14]».Αυτό δε γίνεται όμως με όλους τους ανθρώπους. Τι γίνεται με εκείνους οι οποίοι είναι πνευματικά νεκροί; Ισχύει για όλους η ίδια πορεία; Πώς μοιάζει άραγε αυτή η πορεία;

Εμπειρίες σχετικά με το τι γίνεται αφού χωριστεί η ψυχή από το σώμα έχουμε πάρα πολλές. Κυρίως από πιστούς, αλλά και από απλούς ανθρώπους οι οποίοι είχαν εξωσωματικές εμπειρίες, οι περιγραφές σχετίζονται άμεσα. Κυρίως στα πρώτα στάδια μετά το χωρισμό.

Το πρώτο πράγμα που συμβαίνει σε έναν άνθρωπο την ώρα που πεθαίνει είναι να νοιώθει καταστάσεις άγνωστες στην μέχρι τότε ζωή του. Ο άγιος Γρηγόριος περιγράφει ένα περιστατικό όπου ένας ετοιμοθάνατος φωνάζει δυνατά το όνομα κάποιου άλλου ο οποίος πεθαίνει την ίδια ώρα σε κάποιο άλλο μέρος. Και δεν πρόκειται καθόλου για φαινόμενο διόρασης, η οποία είναι δυνατή μόνο στους αγίους. Φωνάζει λοιπόν αυτός ο άνθρωπος ο οποίος προοριζόταν προφανώς για την κόλαση και καλεί κάποιον με το όνομα Στέφανος, όπου πέθαινε την ίδια με εκείνον στιγμή, θέλοντας να του πει ότι «έτοιμο είναι το καράβι για να μας μεταφέρει στη Σικελία». Η Σικελία είναι τόπος με έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα που θυμίζει κόλαση[15].

Αργότερα η ψυχή αφήνει το σώμα και υπάρχει τελείως χωριστά από αυτό, χωρίς ούτε μία στιγμή να χάνει τη συνείδησή του. Συχνά μπορεί να παρατηρεί τα πάντα γύρω του, ακόμα και αυτό το ίδιο του το νεκρό σώμα και τις προσπάθειες άλλων ανθρώπων να το επαναφέρουν στη ζωή.[16] Είναι τελείως ανίκανος να επιδράσει στο περιβάλλον του με την ομιλία ή την αφή, κι έτσι συχνά νιώθει μια έντονη μοναξιά. Παραθέτουμε παρακάτω κάποιες τέτοιες εμπειρίες.

Αφού περιγράφει την τελική επιθανάτια αγωνία του και το φοβερό βάρος που τον πίεζε προς τα κάτω, ο συγγραφέας αυτού του περιστατικού διηγείται:[17] «ξαφνικά κατάλαβα ότι δεν αισθάνομαι πια αυτή την έλξη. Άνοιξα τα μάτια μου. Στη μνήμη μου αποτυπώθηκαν με όλες τις λεπτομέρειες όλα αυτά που είδα εκείνη τη στιγμή. Είδα ότι στέκομαι μόνος μου στη μέση του δωματίου. Στα δεξιά μου είδα το προσωπικό του νοσοκομείου που μαζεύτηκε γύρω από το κρεβάτι μου, σχηματίζοντας ημικύκλιο, αυτό μου φάνηκε περίεργο. Εκεί που στεκόταν αυτή η ομάδα ανθρώπων ήταν το κρεβάτι μου. Ποιο πράγμα τώρα τραβούσε την προσοχή τους, τι κοίταζαν αυτοί, αν εγώ τώρα δεν ήμουν εκεί, αλλά στεκόμουν στη μέση του δωματίου; Πλησίασα και κοίταξα εκεί όπου κοιτούσαν όλοι αυτοί. Εκεί πάνω στο κρεβάτι βρισκόμουν εγώ. Δε φοβήθηκα όταν είδα τον εαυτό μου, απορούσα όμως, πως είναι δυνατό να γίνεται κάτι τέτοιο! Ήθελα με το αριστερό χέρι να πιάσω το δεξί, αλλά το ένα πέρασε μέσα από το άλλο. Φώναξα το γιατρό. Η φωνή μου δε μπορούσε να εισακουστεί. Κατάλαβα τότε τον πλήρη αποχωρισμό μου από το περιβάλλον, την παράξενη μοναξιά μου και με έπιασε πανικός. Κοίταξα το σώμα μου και τότε για πρώτη φορά σκέφτηκα ότι αυτό που μου συνέβη, στη γλώσσα μας, στη γλώσσα των ζωντανών ανθρώπων, ονομάζεται θάνατος! Η σκέψη αυτή μου ήρθε στο μυαλό επειδή το σώμα που ήταν ξαπλωμένο στο κρεβάτι φαινόταν σαν πτώμα. Αλλά πως ήταν δυνατόν εγώ να σκέφτομαι ότι πέθανα όταν, ούτε για ένα λεπτό δεν έχασα την αυτοσυνειδησία μου, όταν αισθανόμουν τον εαυτό μου ζωντανό και είχα μάλιστα και την ικανότητα να ακούω, να βλέπω, να αισθάνομαι, να κινούμαι, να σκέφτομαι και να μιλάω;[18]

Στην Καλύβα «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» της Αγίας Άννης Αγίου Όρους, ασκήθηκε με άκρα υπακοή και ταπείνωση ο μοναχός Ευλόγιος ο οποίος τελειώθηκε στα 1885 σε ηλικία 95 ετών. Κατά κοινή ομολογία των Πατέρων της Σκήτης ο Γέρο-Ευλόγιος, πριν ακόμη παραδώσει την ψυχή του, δέχθηκε τα εναέρια πνεύματα σε μία φρικτή απολογία, η οποία διήρκεσε 24 ώρες. Οι πάντες έβλεπαν τον μελλοθάνατο αδελφό να κινεί το κεφάλι του πότε δεξιά και πότε αριστερά και συγχρόνως να απολογείται στις εναντίον του κατηγορίες των δαιμόνων με τις ερωτήσεις : «Πού, πότε; Πού, πότε;». Αυτό γινόταν συνέχεια χωρίς διακοπή. Πολλοί από τους παριστάμενους δοκίμασαν να κρατήσουν το κεφάλι του, ώστε να μη κινείται συνεχώς, αλλά στάθηκε αδύνατον. Πολλές φορές έλεγε; «Όχι, δεν έγινε αυτό, λέτε ψέματα. Για εκείνο που με κατηγορείτε, έκανα μετάνοια». Και πάλι συνέχιζε «Πού, πότε:». Έτσι, χωρίς να ειπεί τίποτα στους άλλους μοναχούς, παρέδωσε το πνεύμα, χωρίς καμία άλλη πληροφορία.

Οπτασία κάποιου ευσεβούς Δημητρίου από το χωριό Στρατώνιο της Χαλκιδικής:

την οπτασία αυτή που συνέβη αρχές του 16ου αιώνος έγραψε ο άγιος Μητροφάνης, ασκητής στα κατουνάκια του Αγίου Όρους, όταν είχε επισκεφθεί αυτό το χωριό για εξομολόγηση των πιστών. Μας διηγείται λοιπόν τα εξής για την κατάσταση μιας οικογένειας: ένας ευσεβής χριστιανός ονόματι Δημήτριος δούλευε κατά το 1520 στα μεταλλεία τα λεγόμενα σήμερα του Μποδοσάκη για να συντηρεί την οικογένειά του. Από τα τέσσερα παιδιά που είχε του πέθαναν τα τρία και απέμεινε με το τελευταίο, το οποίο το αγαπούσαν υπερβολικά για την υπακοή και τον σεβασμό που είχε στους γονείς του. Όμως τα κρίματα του Θεού είναι άβυσσος ανεξιχνίαστη.

Σε λίγο καιρό, μετά από βαρεία αρρώστια, πέθανε και αυτό και έτσι οι γονείς του έμειναν απαρηγόρητοι. Μετά από 15 ημέρες, από τον θάνατο του παιδιού τους, ο πατέρας λιποθύμησε και φαινόταν σαν να πέθανε. Το σώμα του ήταν κρύο και μόνο στο μέρος της καρδιάς του ήταν ζεστό. Γι’ αυτό απεφάσισαν οι δικοί του να μη τον κηδεύσουν, έως ότου νεκρωθεί όλο του το σώμα.

Ο Δημήτριος όμως πήγε στην άλλη ζωή με την ψυχή του και όταν επέστρεψε πολύ παρηγορήθηκε, όχι μόνο αυτός αλλά και όλοι οι συγγενείς του, για τα όσα είδε, απήλαυσε και θαύμασε.

Είδε τα παιδιά του και μάλιστα το τελευταίο να ευρίσκονται σε μία ανεκλάλητη χαρά και ευφροσύνη, την οποία και ο ίδιος ζήλεψε να απολαύσει και εκεί για πάντα να μείνει.

Να πώς διηγείται το ταξίδι του στους ουράνιους κόσμους : «Όταν κειτόμουν στο κρεβάτι άρρωστος ,βλέπω ένα χρυσοστολισμένο νέο, που η λαμπρότης και το κάλλος των ενδυμάτων και του προσώπου του δεν περιγράφονται .Ξέχασα παντελώς τα γήινα και όλη η προσοχή μου ήταν στραμμένη ολοκληρωτικά σε αυτόν .Νόμισα ότι βγήκα από το σώμα μου και με την ψυχή μου στην αγκαλιά του ανέβαινα μαζί του στους ουρανούς. Μου φάνηκε ότι περάσαμε επτά κύκλους ουρανών .Ανεβαίνοντας συναντήσαμε φως με ομίχλη, ενώ υψηλότερα το φως έγινε λαμπρότερο και μία θαυμαστή γη απλωνόταν μπροστά μας με ωραία λουλούδια ,ανθισμένα δένδρα ,των οποίων το κάλλος δεν μπορεί γλώσσα να διηγηθεί . Μετά βρεθήκαμε μπροστά σε δύο καλά σφραγισμένες πόρτες. Στην δεξιά φύλαγαν λευκοφόροι νέοι, στην αριστερά στέκονταν μαύροι με φοβερή όψη. Σαν φθάσαμε εκεί, ο συνοδός μου άγγελος μου λέει: «σκύψε σύντομα και προσκύνησε». Εγώ καθώς ήμουν σκυφτός στη γη, άκουσα μία φωνή από μακριά που έλεγε: «τι τον έφερες αυτόν εδώ; Δεν σου είπα να φέρεις αυτόν, αλλά τον γείτονά του, τον Νικόλαο. Αυτός έχει να ζήσει ακόμα επί της γης». Μετά τη φωνή αυτή, με πήρε ο οδηγός μου και πήγαμε κατά ανατολάς, όπου υπήρχε μία ανθισμένη πεδιάδα με ωραία δέντρα διαφόρων ποικιλιών. Στον ίσκιο κάθε δέντρου, καθόταν κι από ένας άνθρωπος, οι οποίοι όλοι ήταν μιας ηλικίας, αλλά τα πρόσωπά τους άλλων ήταν λαμπρά και ωραία, άλλων στυγνά και λίγο μαύρα και άλλων ήταν κατάμαυρα και σκοτεινά. Στον καθένα φαίνονταν καθαρά τα έργα που έκαναν στην ζωή τους και γνώριζε ο ένας τον άλλον. Μέσα σε αυτήν την πεδιάδα, κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά, έβλεπα πολλούς που γνώριζα στην ζωή αυτή και είχαν πεθάνει πριν από πολύ καιρό. Είδα επίσης και πολλούς φίλους και συγγενείς μου να ευρίσκονται σε αυτόν τον τόπο.

Σε άλλον τόπο της πεδιάδος πολύ ωραίο είδα να κάθονται τέσσερα παιδάκια πολύ όμορφα και φωτεινά στην όψη. Ο συνοδός μου άγγελος με ρώτησε: «αδελφέ, γνωρίζεις αυτά τα ωραία παιδάκια;». Πλησιάζω πιο κοντά και βλέπω κατάπληκτος ότι αυτά ήταν τα παιδάκια μας, τα οποία το τελευταίο δωδεκάχρονο, που πέθανε, το είχαν βάλει στη μέση. Παρακάλεσα τον άγγελο μου να μου επιτρέψει μείνω μαζί τους, να αισθάνομαι τη δική τους χαρά και αγαλλίαση και να μη τα αποχωρισθώ ποτέ. Όμως ο άγγελος με τράβηξε από εκείνον τον τόπο, λέγοντάς μου ότι δεν έχει έρθει ακόμη για μένα ο καιρός. Τον ρώτησα αν αυτός ο τόπος είναι ο Παράδεισος και η Βασιλεία των Ουρανών και εκείνος μου απάντησε ότι αυτός είναι ο τόπος που λέει η Αγία Γραφή «η γη των πραέων». Εδώ αναπαύονται οι ψυχές ανάλογα με τα έργα τους μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. Οι ψυχές όμως των αγίων, συνέχισε ο συνοδός μου, βρίσκονται ψηλότερα από αυτόν τον τόπο, εκεί απ’ όπου εκπέμπεται και έρχεται αυτό εδώ το φως».

Κατεβαίνοντας χαμηλότερα, φθάσαμε σε ένα σαπισμένο και μουχλιασμένο τόπο. Εκεί κατοικούσαν άνθρωποι που είχαν πολύ θλιβερή όψη. Ρώτησα αν αυτή είναι η κόλαση που λέει το Ευαγγέλιο. Μου είπε ότι η κόλαση είναι μία, αλλά τα βάσανα και οι τιμωρίες μέσα σ’αυτήν είναι πολλά, όπως και στη Βασιλεία των Ουρανών λαμβάνει κανείς την δοξασμένη θέση του ανάλογα με τους κόπους της μετανοίας και τα έργα της αρετής που έπραξε στον κόσμο».

Η οπτασία του Δημητρίου επιβεβαιώθηκε ότι είναι αληθινή και από το γεγονός ότι, δύο μέρες μετά την οπτασία, ο γείτονάς του Νικόλαος, αν και ήταν πολύ καλά στην υγεία του, ξαφνικά αρρώστησε και πέθανε[19].

Απέραντη και απαρηγόρητη θα ήταν η θλίψη μας για τους αποβιώνοντας οικείους μας, εάν ο Κύριος δε μας είχε δωρίσει αιώνια ζωή. Η ζωή μας θα ήταν άσκοπη εάν τελείωνε με το θάνατο. Ποιο όφελος θα είχαν τότε η αρετή και οι καλές πράξεις; Σε τέτοια περίπτωση θα αποδεικνύονταν σωστοί όσοι λένε: « ας φάμε και ας πιούμε, γιατί αύριο θα πεθάνουμε!» Ο άνθρωπος όμως δημιουργήθηκε για να ζήσει αιώνια, και ο Χριστός με την Ανάστασή Του άνοιξε τις πύλες της Βασιλείας των Ουρανών, της αιώνιας μακαριότητας για όσους έχουν πιστέψει σε Αυτόν και έχουν ζήσει σύμφωνα με τις εντολές Του. Η παρούσα ζωή μας είναι μία ετοιμασία για τη μελλοντική ζωή, προετοιμασία που λήγει με τον θάνατό μας. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν. Μετά δε τούτο κρίσης.».[20] Τότε ο άνθρωπος εγκαταλείπει όλες τις εγκόσμιες φροντίδες. Το σώμα αποσυντίθεται, προκειμένου να εγερθεί εκ νέου κατά την γενική Ανάσταση.

Ο Άγιος Αντώνιος, όταν γύριζε πίσω προς τον Άγιο Παύλο τον Θηβαίο και του μετέφερε την στολή του Αγίου Αθανασίου, σύμφωνα με την διαταγή που είχε πάρει από τον ίδιο, καθώς προχωρούσε στην έρημο και πλησίαζε το σπήλαιο, βλέπει ενώ ήτο η Τρίτη ώρα της ημέρας με τα μάτια της ψυχής - με τα οποία βλέπουν μόνο οι άξιοι - τάγματα Αγγέλων, Ομάδες Αποστόλων, χορούς Προφητών και μαρτύρων και στη μέση την ψυχή του Παύλου, υπερβάλλουσαν εις λαμπρότητα και αυτήν την λευκότητα της χιόνος, να ανέρχεται με πολλή ευφροσύνη εις τους ουρανούς[21].

Ο Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος διδάσκει ότι «όταν η ψυχή εξέλθη εκ του σώματος του ανθρώπου, μυστήριον μέγα εκεί επιτελείται». Και όταν την ώρα της εξόδου βρεθεί κάποιος αμετανόητος «έρχονται χοροί δαιμόνων και άγγελοι αριστεροί και δυνάμεις σκότους παραλαμβάνουν την ψυχήν εκείνην και κρατούσιν εις το ίδιον μέρος». Αντιθέτως όσοι είναι δούλοι του Θεού, και εις τον κόσμον αυτόν τους περικυκλώνουν και τους φυλάττουν οι Άγγελοι και «όταν εξέλθωσιν από του σώματος οι χοροί των αγγέλων παραλαμβάνουσιν αυτών τας ψυχάς εις το ίδιον μέρος, εις το καθαρόν αιώνα, και ούτως αυτούς προσάγουσι τω Κυρίω»[22].

Ο Μ. Αθανάσιος ο οποίος συνέγραψε τον βίο του Μ. Αντωνίου, ιστορεί περί αυτού και τα εξής: «μια νύχτα κάποιος τον καλεί άνωθεν και του λέει: Αντώνιε, σήκω, έβγα έξω από το κελί σου και βλέπε.

Μόλις βγήκε έξω και κοίταξε ψηλά, είδε κάποιον, πολύ μεγάλου αναστήματος και φοβερό, που δεν φαινόταν η μορφή του, να στέκεται και να φτάνει μέχρι τα σύννεφα και μερικούς που ανέβαιναν σαν να είχαν φτερά, ενώ εκείνος άπλωνε τα χέρια. Και άλλους μεν είδε να εμποδίζονται από αυτόν, άλλους δε να πετούν πιο ψηλά κι αφού περνούσαν, ανέβαιναν χωρίς να του δίνουν σημασία. Αμέσως τότε έγινε φωνή προς τον Αντώνιο: «πρόσεχε να εννοήσεις αυτό που βλέπεις».

Και αφού άνοιξε η διάνοιά του καταλάβαινε ότι ήταν το πέρασμα των ψυχών και εκείνος ο πανύψηλος που στεκόταν ήταν ο διάβολος, που φθονεί τους πιστούς. Και τους μεν δικούς του υπηκόους που ήσαν υπεύθυνοι σ’αυτόν τους κρατούσε και τους εμπόδιζε να περάσουν, τους δε άλλους που δεν υπήκουσαν σ’αυτόν, δεν μπορούσε να τους κρατά, γιατί τον ξεπερνούσαν»[23].

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνοψίζει όλες τις γνώμες των Πατέρων και εφιστά την προσοχή επί του φόβου και του τρόμου, τον οποίο θα δοκιμάσει κάθε άνθρωπος, όταν η ψυχή χωρίζεται εκ του σώματος: «Αδελφοί, τι φόβο και τρόμο και ανάγκη έχουμε να αντιμετωπίσουμε, όταν η ψυχή μας θα χωρίζεται από το σώμα. Διότι έρχεται σ’εμάς ολόκληρη στρατιά και δύναμις των αντιθέτων δυνάμεων, οι άρχοντες του σκότους, οι κοσμοκράτορες της κακίας, οι αρχές και οι εξουσίες και με κάποια μορφή δίκης κρατούν την ψυχή μας, αναφέροντες όλα της τα αμαρτήματα, όσα έγιναν εν γνώσει, αλλά και με άγνοιά της, από την νεαρή ηλικία της μέχρι την ώρα του θανάτου»[24].

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος στον επιτάφιο λόγο προς τον αδελφό του Καισάριο, περιγράφει την χαρά της ψυχής όταν εξέρχεται από το σώμα της: «κάθε ενάρετη και φιλόθεη ψυχή, μόλις απαλλαγεί από το σώμα της με το οποίο είναι συνδεδεμένη, έρχεται ευθύς εις συναίσθησιν της καλοτυχίας που την περιμένει και αρχίζει να θαυμάζη. Αισθάνεται τότε μίαν θαυμασίαν ηδονήν. Χαίρεται και φαιδρή προχωρεί προς τον Κύριό της, ωσάν να έχει ξεφύγει από την ζωήν αυτήν, όπως απο κανένα δεσμωτήριον και να έχη αποτινάξει τα δεσμά, που την εβάραιναν και έσυραν προς τα κάτω τα πτερά του νού»[25].

Αντιθέτως οι αμαρτωλοί μετά την έξοδο της ψυχής, επειδή δεν καθαρίστηκαν από τα πάθη δεν αισθάνονται καμία ανάπαυση και παρηγοριά και ζουν μέσα στο σκότος και τα βάσανα, διότι ο διάβολος τον οποίο ακολούθησαν ζει μέσα στο σκότος[26].

Για τα νήπια μας διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης ότι αφού δεν προλαβαίνουν να χειραγωγηθούν μέσα από τα φαινόμενα στον κόσμο, για να κατανοήσουν τα υπερκόσμια αγαθά και να φτάσουν στην τελείωση μέσω της άσκησης και του αγώνα, τότε αυτά θα απολαύσουν ένα μέρος της ουράνιας ευτυχίας που γεύονται οι δίκαιοι[27].

Χαρακτηριστικός είναι και ο παρακάτω διάλογος: Κάποτε που προσευχόταν ο Άγιος Νήφων άνοιξαν οι πύλες του ουρανού και τότε είδε αγγέλους πολλούς που ανέβαιναν και κατέβαιναν σαν μέλισσες, μεταφέροντας τις ψυχές των ανθρώπων που πέθαιναν. Τα πονηρά πνεύματα του αέρα αγωνίζονταν να τις αρπάξουν και να τις γκρεμίσουν κάτω.

Σε μια στιγμή βλέπει ο άγιος να ανεβάζουν μια ψυχή προς τον ουρανό. Μόλις όμως πλησίασαν στο τελώνιο της πορνείας, άρχισε ο άρχοντας του τελωνίου να ταράζεται και να αγριεύει:

- Με ποιο δικαίωμα, φώναζε, παίρνετε σεις αυτή την ψυχή που μας ανήκει;

- Απόδειξέ μας ποια εξουσία έχεις πάνω στον άνθρωπο αυτό.

- Μέχρι τον θάνατο, είπε τότε το δαιμόνιο, κυλιόταν θεληματικά σ’όλων των ειδών τις αισχρότητες. Και όχι μόνο αυτό, αλλά κατέκρινε και τους άλλους. Τι φοβερότερο από αυτά τα εγκλήματα θέλετε;

- Ναι, δικαιολόγησαν οι άγγελοι, ήταν δουλωμένος σ’αυτά τα πάθη, αλλά τα έκοψε πριν πεθάνει.

- Όχι! Δεν είναι όπως μου τα λέτε, γρύλλισε ο δαίμονας. Πέθανε αμετανόητος. Μέχρι την τελευταία του πνοή παρανομούσε, χωρίς ποτέ να εξομολογηθεί τις αμαρτίες του. Ήταν και είναι δικός μου σε όλα

- Δεν πρόκειται βέβαια να πιστέψουμε εσένα, που είσαι όλος βουτηγμένος στο ψέμα. Ας καλέσουμε τον άγγελό του. Εκείνος θα μας πει όλη την αλήθεια.

- Τον κάλεσαν, γιατί φρουρούσε ακόμα το σώμα μέχρι την ταφή του.

Τον ρώτησαν αν έτσι έχουν τα γεγονότα και εκείνος απάντησε ότι είχε μετανιώσει για όλα πριν πεθάνει. Έτσι η ψυχή του ελευθερώθηκε από την παγίδα των εχθρών της[28].

Μία άλλη πηγή που μας πιστοποιεί την ύπαρξη πορείας μετά τον θάνατο μας διδάσκει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας την παράγραφο για τον πλούσιο και τον φτωχό Λάζαρο (Κατά Λουκάν 16:19-31) και μας εξηγεί ότι άγγελοι παρέλαβαν τις ψυχές τους και οδήγησαν τον καθένα χωριστά σε διαφορετική πορεία. Σύμφωνα με αυτήν την παρατήρηση ο Πατέρας της Εκκλησίας μας, τονίζει ότι μετά τον χωρισμό οι ψυχές χρειάζονται οδηγούς όπως όταν εμείς μεταβαίνουμε από μια πόλη σε μια άγνωστη χρειαζόμαστε καθοδηγητές[29].

Την χαρακτηριστικότερη και αναλυτικότερη διήγηση που περιγράφει την στιγμή της εξόδου της ψυχής από το σώμα, μέχρι και τον τελικό προορισμό της, παραθέτουμε παρακάτω στην ιδιότυπη γλώσσα του πρωτοτύπου.

Η διήγηση αυτή ελήφθη από δύο χειρόγραφους Κώδικες του Αγίου Όρους, οι οποίοι φυλάσσονται στις βιβλιοθήκες της Ιεράς Μονής Αγίας Άννης και Ιεράς Μονής Κωνσταμονίτου.


Ο αγιώτατος Πατήρ Βασίλειος ήτο εις τον καιρόν του βασιλέως Λέοντος του Σοφού και εκατοικούσε πλησίον της Κωνσταντινουπόλεως. Επειδή δε είχεν αποθάνει ο Γέροντας μου, εζήτουν πνευματικόν πατέρα να με οδηγά εις τα ουράνια. Ο δε Θεός, πού κάμνει το θέλημα των φοβουμένων Αυτόν, μου εφανέρωσε τον αγιώτατον τούτον Γέροντα και εσύχναζα, καθώς και άλλοι πολλοί, και μας εδίδασκεν.

Ήτο δε και κάποια γραία καλόγνωμος και έκαμνε πολλήν διακονίαν εις τον άγιον, και ο άγιος είχε πολλήν συμπάθειαν εις την γραίαν, διότι ήτον ευλαβής και εθυσιάζετο δια την αγάπην του Χριστού. Αυτή λέγω, η τιμία γερόντισσα Θεοδώρα, απέθανε μετά ολίγα έτη και πάντες οι μαθηταί του Αγίου την ελυπήθησαν, μάλιστα δε εγώ ο Γρηγόριος διότι πολύ με αγαπούσεν. Εγώ δε ενοχλούμενος από τον λογισμόν πολλάκις έλεγα· άραγε να εσώθη η Θεοδώρα; Ερωτούσα δε τον Γέροντα πολλάς φοράς να μάθω τίποτε περί της Θεοδώρας και δεν μου απεκρίνετο. Αλλ' εγώ ενοχλούμενος υπό τοιούτων λογισμών δεν έπαυα από του να ερωτώ και να ενοχλώ αυτόν περί της Θεοδώρας.

Μίαν λοιπόν των ημερών χαμογελώντας μου λέγει θέλεις τέκνον, να ίδης την Θεοδώραν; Εγώ του είπα· και πώς είναι δυνατόν, Πάτερ μου, να ίδω την Θεοδώραν, η οποία προ πολλού απέθανε και ευρίσκεται εις την άλλην ζωήν; Ο δε άγιος μου είπε· ταύτην την εσπέραν θέλεις ιδεί την Θεοδώραν. Εγώ δε απορούσα συλλογιζόμενος πού και πώς έχω να την ιδώ, και βαλών μετάνοιαν ησπάσθην την δεξιάν του και ανεχώρησα, συλλογιζόμενος τους λόγους του Γέροντος.

Την νύκτα λοιπόν κοιμώμενος βλέπω ένα νέον και μου λέγει· σηκώσου και ελθέ οπού ο Γέροντάς σου θα υπάγη τώρα, εις την Θεοδώραν· ελθέ να υπάγης μαζί του να την ίδης. Εγώ δε ακούσας τούτο, ενόμισα πως παρευθύς εσηκώθην και επήγα εις το κελλί του Αγίου και δεν τον εύρον. Ηρώτησα και μου είπαν ότι υπάγει να ιδή την υποτακτικήν του Θεοδώραν. Ακούσας δε εγώ ελυπήθην, πως δεν τον επρόφθασα. Αλλά ένας άνθρωπος μου έδειξε τον δρόμον και μου είπε· τρέχα και θέλεις φθάσει τον Γέροντά σου.

Εγώ δε έτρεχα και μου εφαίνετο πως πηγαίνω εις τον ναόν της Παναγίας των Βλαχερνών. Και αίφνης ευρέθηκα εις ένα πολύ στενόν και ανηφορικόν μέρος και αναβαίνων αυτό με πολύν κόπον και φόβον έφθασα εις μίαν ωραίαν θύραν κεκλεισμένην. Θεωρήσας δε από μίαν θυρίδα μήπως ιδώ κανέναν και του ειπώ και μου ανοίξη, βλέπω δύο γυναίκας και εκάθηντο και συνωμιλούσαν. Εγώ δε είπα εις την μίαν κυρά, τίνος είναι αυτό το ωραίον παλάτιον; Και αυτή μου είπεν του Οσίου Πατρός μας Βασιλείου, ότι ολίγη ώρα ήτον οπού ήλθε και έπεσκέφθη τα πνευματικά του τέκνα. Εγώ δε ακούσας ετούτο εχάρην μεγάλως και την παρεκάλουν να μου ανοίξει να εισέλθω· διότι και εγώ τέκνον του είμαι, της είπα και πολλάκις ήλθον εδώ με τον Γέροντά μας. Και εκείνη μου είπεν εσύ δεν εξαναήλθες εδώ και ούτε σε γνωρίζομεν και δια τούτο φεύγα από εδώ διότι χωρίς της κυρίας Θεοδώρας την άδειαν δεν είναι δυνατόν να έλθη κανείς εδώ. Αυτά τα παλάτια είναι του Οσίου Πατρός ημών Βασιλείου και τα εχάρισεν εις την υποτακτικήν του Θεοδώραν και χωρίς την άδειαν αυτής είναι αδύνατον να εισέλθη τις εδώ.

Εγώ δε ακούσας δια την Θεοδώραν έλαβον θάρρος και ήρχισα να χτυπώ και να φωνάζω. Ακούσασα δε η Θεοδώρα επλησίασεν εις την θυρίδα να ίδη τις ήτο οπού εκτύπα και εφώναζε, βλέπουσά με δε, λέγει αμέσως προς τας γυναίκας· ανοίξατε γρήγορα διότι αυτός είναι ο κύριος Γρηγόριος ο ηγαπημένος υιός του Πατρός μας. Και άμα αυταί ήνοιξαν και εισήλθον, έτρεξεν η Θεοδώρα και με ενηγκαλίσθη περιχαρών λέγουσα μοι· κύριε Γρηγόριε, τις σε έφερεν εδώ; Άραγε απέθανες και ηξιώθης να έλθης εις το μακάριον τούτο μέρος και την αιώνιον ζωήν; Εγώ δε απορούσα και δεν ήξευρα τί να ειπώ, διότι δεν μου εφαίνετο όραμα, αλλά ως πραγματικά. Όθεν της είπα· κυρία και μήτηρ μου, δεν απέθανα, αλλά ευρίσκομαι ακόμα εις την πρόσκαιρον ζωήν, πλην με την ευχήν και βοήθειαν του Πατρός μας έφθασα εδώ να σε ιδώ και να μάθω εις ποίαν κατάστασιν και μέρος ευρίσκεσαι· και πώς υπέμεινας του θανάτου την βίαν και πώς επέρασες τα πονηρά δαιμόνια του αέρος, πώς διέφυγες τας πανουργίας αυτών διότι ηξεύρω καλώς ότι εντός ολίγου εις το τέλος της ζωής μου θα διέλθω και εγώ ταύτα.

Εκείνη δε μου απεκρίθη λέγουσα· ω τέκνον μου ηγαπημένον Γρηγόριε, πώς να σου διηγηθώ τον κίνδυνον και φόβον οπού υπέμεινα, ότε ήτο δια να χωρισθή η ψυχή μου του σώματος; Πώς να εξηγήσω τους πόνους και τας στενοχωρίας οπού υπέφερα έως ότου να χωρισθή η ψυχή μου από το σώμα; Τους πόνους τούτους παρομοιάζω ως ο ζωντανός να ριφθεί μέσα εις την φωτιάν γυμνός, και να κατακαίεται και να σπαράττει από τους πόνους, και ολίγον κατ’ ολίγον να αναλύη, έως ότου να αναχωρήση η ψυχή εκ του σώματος. Τόσον πικρός τέκνον μου είναι ο θάνατος. Πολύ δε περισσότερον του αμαρτωλού, ως εγώ. Δια δε τους δικαίους δεν ηξεύρω τέκνον μου, οποίου είδους είναι διότι εγώ η ταλαίπωρος ήμουν αμαρτωλή.

Όταν δε εψυχομάχουν, έβλεπον γύρωθεν της κλίνης μου στεκαμένους πολλούς μαύρους και άσχημους οι οποίοι ανεκατεύοντο και εταράσσοντο και έτριζαν τα δόντια τους κατ’ εμού και εγαύγιζαν ως σκύλοι και λύκοι, και έκαμναν διαφόρων ζώων λαλιάς, βροντώντες, λυσσώντες και μουγκρίζοντες ως βόδια, στρέφοντες τα άγρια βλέμματα και σκοτεινά πρόσωπά των και με εφοβέριζαν, των οποίων και μόνον η θεωρία είναι ανωτέρα πάσης κολάσεως. Και όχι μόνον ετούτα αλλά το χειρότερον ήτο οπού δεν ημπόρουν να στερηθώ της θεωρίας των. Διότι γυρίζοντας τα ομμάτιά μου εδώ και εκεί δια να μη τους βλέπω, ήτον όμως αδύνατον να φύγω την θεωρίαν και τας φωνάς των. Διότι απ’ οπού ήθελα στρέψει τους οφθαλμούς μου, τους έβλεπα.

Και ενώ ταύτα έπασχα και εστενοχωρούμην, βλέπω αίφνης δύο λαμπρότατους νέους χαρούμενους, με χρυσά μαλλιά, που έλαμπαν ως ο ήλιος ενδεδυμένοι φορέματα αστράπτοντα. Οι νέοι ούτοι εστάθησαν προς δεξιάν της κλίνης μου, ομιλούντες μυστικώς, ο ένας δε από αυτούς τους ωραίους νέους αρχίνησε να φοβερίζη με αύστηράν, αλλά και γλυκυτάτην φωνήν εκείνους τους μαύρους, λέγων προς αυτούς· άδικοι και παμμίαροι πονηροί δαίμονες, τίνος ένεκεν προφθάνετε εις τον θάνατον των ανθρώπων και τους ταράσσετε και τους συγχύζετε με τας φλυαρίας και αγρίας φωνάς σας; Ω κακοί και αγριοπρόσωποι, μη πολύ χαίρεσθε, διότι δεν έχετε απόλαυσιν καμμίαν, μόνον καθώς ήλθετε, ούτω και θα αναχωρήσετε κατησχυμένοι.

Ταύτα και άλλα όμοια έλεγεν εκείνος ο λαμπρότατος νέος με γλυκυτάτην φωνήν. Εκείνοι δε έφερον εν τω μέσω τας εκ νεότητός μου κακάς πράξεις, είτε εν λόγω είτε εν έργω φλυαρούντες και φωνάζοντες όλα μου τα αμαρτήματα και άλλα περισσότερα, και εγώ έτρεμον και επρόσμενον τον θάνατον. Τότε ήρθε και ένας νέος χονδρός, βάρβαρος του οποίου η μορφή ήτον ως του ωρυομένου λέοντος, και ήτο φορτωμένος διάφορα σιδηρά εργαλεία και ο οποίος δίδει τον θάνατον κάθε ανθρώπου. Βλέπουσα η ταπεινή μου ψυχή εκείνον τον τύραννον, εκυριεύθη από φόβον και τρόμον. Τότε οι δύο νέοι λέγουν προς τον τύραννον εκείνον, τί στέκεις; λύσον τα δεσμά του σώματος και μη της δώσης πολύν πόνον, διότι δεν έχει πολλά και μεγάλα αμαρτήματα.

Γεμίσας λοιπόν ένα ποτήριον εκείνος ο τύραννος μου το έδωσε να το πίω, και εγώ μη θέλοντας το έπιον και ευθύς εξήλθεν η ψυχή μου εκ του σώματος με τρομερωτάτην βίαν. Ήτο δε τόσο πικρόν και άνοστον το ποτόν, οπού μη υποφέροντας την πικράδα, εξήλθεν η ψυχή εκ του σώματός μου.

Εξερχομένην την ψυχήν την έλαβον οι νέοι εκείνοι, περιτυλίξαντες δια των επανωφορίων των, εγώ δε επαρατήρουν το σώμα μου οπού εκείτετο νεκρόν και εθαύμαζα. Διότι δεν ήξευρα ότι συμβαίνουν ταύτα πάντα εν καιρώ θανάτου εις τον ταλαίπωρον άνθρωπον.

Ενώ δε με εκράτουν οι άγγελοι, τους περιεκύκλωσαν οι άγριοι και ανελεήμονες δαίμονες και μεγαλοφώνως έλεγον ότι αυτή έχει πολλά αμαρτήματα, τα όποια έχομεν γραμμένα και είναι ανάγκη να μας αποκριθήτε δια όλα αυτά. Και οι άγιοι άγγελοι εξήταζον τί καλόν έκαμα στη ζωή μου και το επαρουσίαζον, διότι και εγώ η πτωχή θα είχον κάμει το κατά δύναμιν δια την ψυχήν μου. Και εάν έδωσα εις κανένα πεινώντα άρτον ή διψώντα επότισα ή επεσκέφθην ασθενή ή φυλακωμένον ή εδέχθην ξένον και τον ανέπαυσα ή εάν επήγαινα εις την εκκλησίαν και εστεκόμην με φόβον θεού και ευλάβειαν ή εάν έβαλα έλαιον εις κανδήλια εικόνος· ή εφιλίωσα κανέναν οπού είχεν έχθραν με τον πλησίον του· ή αν έκλαυσα δια τας αμαρτίας μου ή με ύβρισε τις και υπέμεινα ή αν έδωκα καλόν παράδειγμα εις τους ανθρώπους δια να κάμουν το καλόν ή εάν επαρηγόρησα απηλπισμένον, δια να έχη υπομονήν και να ελπίζη εις τον θεόν και να κάμει έργα θεάρεστα, αν ενήστευσα δια την αγάπην του θεού, αν εγκρατεύθην από ψεύδη και όρκους και λόγια υβριστικά και εν γένει πάντα τα καλά οπού έκαμα εν τω κόσμω τα εζύγισαν μετά των αμαρτημάτων και εδιώρθωνον αυτά.

Δια όλα ταύτα εδυσαρεστούντο οι δαίμονες εξαγριώνοντες εναντίον μου, και εμάχοντο μετά των Αγγέλων δοκιμάζοντες πάντοτε να με αρπάσουν εκ των χειρών των και να με ρίψουν εις τον άχαρον άδην. Μετά δε ταύτα βλέπω τον αγιώτατον Γέροντά μας Βασίλειον μετά της θεοχαρίστου δυνάμεώς του και λέγει προς τους Αγγέλους· κύριοί μου, αυτή η ψυχή μου έκαμε πολλάς υπηρεσίας και με ανέπαυσεν εις τα γηρατειά μου. Δια τούτο επαρεκάλεσα τον Θεόν δι’ αυτήν και μου την εχάρισεν η ευσπλαχνία Του. Με όλον τούτο δεχθήτε και αυτά, δια να πληρώσετε τα χρέη της, βαίνοντες τα εναέρια τελώνια, να την εξαγοράσητε εκ των δαιμόνων. Διότι εγώ με την χάριν του Θεού είμαι πολύ πλούσιος εις τα ουράνια και Θεϊκά χαρίσματα, ταύτα δε τα εσύναξα εκ των πολλών κόπων και ιδρώτων και της τα χαρίζω να εξαγορασθή. Μου εφάνη δε πως ήταν μία σακκούλα γεμάτη φλουριά· δίδοντας δε ταύτα των Αγγέλων έγινεν άφαντος. Ως είδον δε ταύτα εκείνοι οι μαύροι έμειναν άφωνοι, μη δυνάμενοι να στερεώσωσι την κακίαν των, και ευρισκόμενοι πολλήν ώραν εις σύγχυσιν και απελπισθέντες και μουγκρίζοντες ανεχώρησαν από ημάς.

Μετά δε ταύτα ήλθε πάλιν ο άγιος Γέροντάς μας, φέρων πολλά αγγεία γεμάτα από αγίου ελαίου, τα οποία εκράτουν ευμορφότατοι νέοι με χρυσά μαλλιά, και διέταξε να τα ανοίξουν και να τα ρίψουν ένα προς ένα όλα επάνω μου. Χύνοντες δε ταύτα, εγέμισα θαυμαστής και Ουρανίας ευωδίας, και καθαρισθείσα, έγινε το πρόσωπόν μου λαμπρόν και ευγενές, εθεώρουν δε εαυτήν και ήμουν εύμορφη και άσπρη ως το χιόνι και εγέμισα από θεϊκής ευφροσύνης. Τότε είπεν ο άγιος Γέροντάς μας προς τους νέους· κύριοί μου, αφού τελέσητε όσα χρήσιμα ανήκουν εις την ψυχήν ταύτην, φέρετέ την εις την ουράνιον κατοικίαν, την οποίαν μου έχει ετοίμην ο Θεός δια να κατοικώ με τα πνευματικά μου τέκνα. Και ούτως ανεχώρησεν από ημάς. Υψώσαντες δε οι άγγελοι τας χρυσοειδείς πτέρυγάς των επέταξαν εις τον αέρα ως τα σύννεφα, όταν τα διώκη) ο άνεμος, και κρατούντες με ανεβαίναμεν κατά ανατολάς.

· 1. Το τελώνιον της καταλαλιάς

Εκεί εσυναντήσαμεν το τελώνιον της καταλαλιάς, δηλαδή της κατακρίσεως, οπού ήταν μία σύναξις μαύρων εις το μέσον δε εκάθητο.ο πρώτος των με πολλήν πονηρίαν, και ευθύς εστάθημεν. Μάρτυς μου δε ο Κύριος, τέκνον μου Γρηγόριε, πως όσους κατέκρινα εν τη ζωή μου, μου είπαν όλων τα ονόματα και την ώραν, ως και μίαν λέξιν μου εφανέρωσαν, και εζήτουν δίκην. Και όχι μόνον το αληθές, αλλά και εις πολλά με εσυκοφάντουν εκ πονηρίας των. Και εάν είπα λόγον με άλλον σκοπόν, και αυτόν ως κατάκρισιν εξεζήτουν λογαριασμόν. Χάριν λόγου, εάν είπα τίποτε από αγάπην ή με σκοπόν δια να διορθωθή ο πταίστης, εις όλα λέγω ταύτα ερωτούσαν τους Αγγέλους να τους αποκριθώσιν. Οι δε άγγελοι τους απεκρίθησαν εις το αληθή και τους τα επλήρωσαν από εκείνα οπού μου είχε χαρίσει ο Γέροντας μας και έτσι ανεχωρήσαμεν ευθύς από αυτούς.

· 2. Το τελώνιον της ύβρεως

Και αναβαίνοντες ολίγον τι μας εσυναπάντησε το τελώνιον της ύβρεως. Και εξοδεύσαντες και εις εκείνο ως και εις το πρώτον, ανεχωρήσαμεν ανενόχλητα δι ευχών του Πατρός μας. Και αναβαίνοντες συνωμίλουν οι άγγελοι λέγοντες· αληθώς μεγάλην ωφέλειαν και χάριν εύρεν ετούτη η ψυχή από τον ηγαπημένον δούλον του Θεού Βασίλειον άλλως ηθέλομεν στενοχωρηθή πολύ εκ τούτων των τελωνίων

· 3. Το τελώνιον του φθόνου

Ενώ έλεγον ταύτα οι άγγελοι, εφθάσαμεν εις το τελώνιον του φθόνου, και μη έχοντες, χάριτι θεία, εκείνοι οι αγριοπρόσωποι μαύροι κατηγορίαν να μου ειπούν, ανεχωρήσαμεν χαρούμενοι. Μ’ όλον τούτο έτριζαν τα δόντια τους μετά πολλής κακίας και θυμού κατ’ εμού και αν ήτο δυνατόν να μας καταπιούν.

· 4. Το τελώνιον του ψεύδους

Και αναβαίνοντες εις πολύ ύψος εσυναντήσαμεν το τελώνιον του ψεύδους, εις το οποίον ήσαν πολύ πλήθος μαύροι, και τα πρόσωπα αυτών πολύ άσχημα και μισητά. Ο πρώτος αυτών εκάθητο μετά πολλής αλαζονείας και ως μας είδαν, ήρχοντο ως λησταί προς ημάς τρέχοντες μετά κραυγής και ταραχής, και έφερναν πολλάς αποδείξεις και πολλά ψέματα, τα οποία ως ανόητος πολλάκις ωμίλησα κρύψασα την αλήθειαν εις την παιδικήν μου ήλικίαν. Πλην αυτοί παρουσιάζοντες ταύτα τον καιρόν οπού τα είπα, την θέσιν, την υπόθεσιν, και τα πρόσωπα οπού είπα το κάθε ψεύδος, εζήτουν δίκην. Αλλά οι άγγελοι πράξαντες ως και εις τα άλλα, και δια της προς εμέ ελεημοσύνης του Πατρός μας, ηλευθερώθημεν και από αυτά.

· 5. Το τελώνιον του θυμού και της οργής

Και αναβαίνοντες ολίγον τι εφθάσαμεν εις το τελώνιον του θυμού και της οργής. Εδώ εύρομεν σύναξιν πολλών μαύρων, και ο πρώτος αυτών εκάθητο ως είδωλον, πολύ εξαγριωμένος, και επρόσταξε μετ’ οργής και φωνής τόσον αγρίας, οπού δεν ηδυνήθημεν να διακρίνωμεν τι έλεγεν εις τους παραστεκομένους δαίμονας. Αυτοί δε πλήρεις κακίας εδαγκάνοντο και ετρώγοντο μεταξύ των, ως οι σκύλοι οι λυσσασμένοι, και φωνάζοντες ως άγρια θηρία, μας έβλεπον μετά μεγίστης κακίας,, και με εξήταζον, όχι μόνον εις όσα αληθώς με οργήν και θυμόν εφιλονείκουν με κανένα ή με άγριον βλέμμα τον εθεώρουν, αλλά και όσα ωμίλουν με αγάπην και εσυμβούλευα τα τέκνα μου ή τα ετιμώρουν και ωργιζόμην εναντίον των. Όλα ταύτα, λέγω, ένα προς ένα μου το εφώναζαν και ή είχα φοβερίσει κανένα και ανεχώρουν δυσαρεστημένη ή είχα έχθραν και εμνησικάκουν εναντίον τινός.

Ό,τι φέρσιμον και κίνημα έκαμνα, τα αυτά σχήματα και κινήματα έκαμναν και αυτοί τρέχοντες εναντίον μας, αναφέροντες τα ονόματα των ανθρώπων, την εποχήν και τας αυτάς λέξεις καθαρώς, καθώς τας έλεγα εγώ όταν εθύμωνα. Πληρώσαντες δε και εκεί το χρέος ανεχωρήσαμεν.

· 6. Το τελώνιον της υπερηφανείας

Αναβαίνοντες δε ολίγον τι μας εσυνάντησε το τελώνιον της υπερηφάνειας. Και ψάχνοντας οι δαίμονες μήπως εύρουν τίποτε δια να με κατηγορήσουν, όμως δεν εύρον επειδή ήμουν πτωχή και δεν ημπόρουν να ύπερηφανευθώ. Όθεν επεράσαμεν ανεξόδως.

· 7. Το τελώνιον της βλασφημίας

Και αναβαίνοντες εφθάσαμεν το τελώνιον της βλασφημίας, Ο αρχηγός των δαιμόνων του τελωνίου τούτου εκάθητο με πολλήν αγριότητα και παρ’ ευθύς οπού μας είδαν, έτρεχαν προς ημάς εξαγριωμένοι, τρίζοντες τους οδόντας, σκληρίζοντες και βλασφημούντες και κάμνοντας διάφορα σχήματα. Με εφοβέριζαν και εγώ έτρεμον, αυτοί δε εβεβαίωσαν ότι είχον βλασφημήσει τρεις φοράς εις την νεότητά μου. Αλλά οι άγγελοι έφεραν απόδειξιν την μετάνοιαν και εξομολόγησιν, και πληρώσαντες το ικανόν ανεχωρήσαμεν.

· 8. Το τελώνιον της μωρολογίας και της φλυαρίας

Και πηγαίνοντες εσυναντήσαμεν το τελώνιον της μωρολογίας και φλυαρίας, και μας εζήτουν οι δαίμονες να ανταποκριθώμεν εις τας φλυαρίας και αισχράς μωρολογίας μου, τας οποίας είπα εκ νεότητάς μου. Αλλά και τα σατανικά τραγούδια εβεβαίωσαν ως αληθή. Και να αποκριθώ δεν ήξευρα αλλά απορούσα πώς τα ενθυμούνται, ενώ εγώ εκ της πολυκαιρίας τα είχα λησμονήσει. Δίδοντες όμως και εκεί το ανάλογον ανεχωρήσαμεν.

· 9. Το τελώνιον του τόκου και του δόλου

Και αναβαίνοντες την άγνωστον και σκοτεινήν φοβεράν στράταν εφθάσαμεν εις το τελώνιον του τόκου και του δόλου, το οποίον εξετάζει τους τοκογλύφους και εκείνους οπού γελούν τους άλλους και τους παίρνουν την περιουσίαν των. Αρχίνησαν λοιπόν και με εξήταζον, εάν ηπάτησα κανένα και του επήρα το πράγμα του. Αλλά επειδή δεν εδύναντο να το αποδείξουν έτριζον τους οδόντας των και με εφοβέριζαν.

· 10. Το τελώνιον της οκνηρίας και του ύπνου

Αναχωρήσαντες δε εκείθεν και αναβαίνοντες εκείνην την στράταν, της οποίας το μάκρος νους ανθρώπινος δεν δύναται να μετρήση, εφθάσαμεν εις το τελώνιον της οκνηρίας και του ύπνου. Εξήταζον δε εδώ εάν εκοιμόμουν και ώκνεσα να σηκωθώ να υπάγω εις την εκκλησίαν ή αν από την οκνηρίαν και αμέλειαν δεν έκαμα το καλόν οπού εδυνάμην να κάμω. Αλλά χάριτι θεία, μη έχουσα ενοχήν εις ταύτα, διέβημεν εκείθεν ελευθέρως.

· 11. Το τελώνιον της φιλαργυρίας

Και αναβαίνοντες απαντήσαμεν το τελώνιον της φιλαργυρίας εις το οποίον ήτο πολύ ομίχλη με σκότος. Και εξετάζοντάς με ούτοι οι μαύροι και μη ευρίσκοντες ένοχον, επειδή και ήμουν εις όλην την ζωήν μου πτωχή, εφύγαμεν και από αυτούς ανενόχλητοι.

· 12. Το τελώνιον της μέθης

Και αναβαίνοντες εφθάσαμεν εις τους δαίμονας της μέθης, οι οποίοι επρόσμεναν ως άρπαγες λύκοι, ζητούντες να καταπίωσίν τινά. Αλλά επειδή δεν έχουν εξουσίαν παρά Θεού να εξετάζουν όλας τας ψυχάς, ήλθον οι συνοδεύοντές με άγγελοι και εξήταζον το κρασί οπού έπιον εις όλην μου την ζωήν.

Οι δε δαίμονες εφώναζον δεν έπιες τόσα ποτήρια κρασί εις την δείνα εορτήν; και ήτον παρούσαι η δείνα και η δείνα; δεν εμέθυσες την δείνα ημέραν; δεν έπιες ότε επήγες εις τον δείνα άνθρωπον και την δείνα γυναίκα έτερα τόσα ποτήρια κρασί και ήσαν παρόντες οι δείνα άνθρωποι;

Ταύτα και έτερα όμοια έλεγον κι εδοκίμαζον να με αρπάσουν ως άγρια θηρία. Πάντα δε όσα μου είπαν ήσαν αληθινά. Οι δε άγγελοι έφερναν και αυτοί εις το μέσον κατορθώματα και καλά μου έργα, δίνοντες δε και εκεί μερικήν πληρωμήν από εκείνα οπού μου εχάρισεν ο Γέροντάς μας, τους αφήσαμεν.

Αναβαίνοντες δε μου έλεγαν οι συνοδεύοντές με άγγελοι· βλέπεις πόσον κίνδυνον έχει η ψυχή έως ότου να περάση τα ακάθαρτα τελώνια και εναέρια δαιμόνια; Εγώ δε τους απεκρίθην. Ναι, κύριοί μου, μέγας κίνδυνος εις τας ελεεινάς ψυχάς και πιστεύω ότι δεν δύναται να περάση κανείς αταράχως· νομίζω ότι κανένας από τους ζώντας ανθρώπους δεν γνωρίζει ταύτα οπού συμβαίνουν εις την ψυχήν. Αλλοίμονον!

Τι αναμένει την ψυχήν του καθενός μετά τον θάνατον, και ημείς αμελοϋμεν και δεν φροντίζομεν οι ανόητοι. Απεκρίθησαν δε οι άγγελοι ότι αι Γραφαί διαλαμβάνουν ταύτα πάντα, αλλά η πολυτέλεια, αι τροφαί, αι ηδοναί και αναπαύσεις του κόσμου τυφλώνουν τους ανθρώπους και δεν τα βλέπουν ούτε τα συλλογίζονται, αλλά ζουν ωσάν να μη έχουν να αποθάνουν και αμελούν τα καλά έργα, μάλιστα δε την αγάπην και ελεημοσύνην, η οποία δύναται να βοηθήση την ψυχήν περισσότερον από τα άλλα έργα, και να περάση τα τελώνια χωρίς ενόχλησιν. Αλλά οι τοιούτοι είναι ολίγοι. Αλοίμονον εις τους μη έχοντας καλά έργα! Διότι έρχεται έξαφνα ο θάνατος και τους αρπάζει, και δικαίως θέλοντας να περάσουν από εδώ τους αρπάζουν οι δαίμονες και εν ριπή οφθαλμού τους κατεβάζουν εις τους σκοτεινούς και βρωμερούς τόπους του άδου, φυλάττοντες αυτούς μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας και φοβεράς Κρίσεως. Ταύτα βεβαίως ήθελες πάθει και συ, εάν έλειπεν η ευσπλαγχνία του Θεού και η ελεημοσύνη του δούλου Αυτού Βασιλείου.

· 13. Το τελώνιον της μνησικακίας

Λέγοντες δε ταύτα και αναβαίνοντες απαντήσαμεν το τελώνιον της μνησικακίας, το οποίον εξετάζει εκείνους οπού έχουν έχθραν με τον γείτονά τους και δεν θέλουν να συγχωρήσουν κατά την εντολήν του Θεού εκείνον οπού τους έπταισεν. Πλησιάζοντες δε προς εκείνο το κατηραμένον, επήδησαν οι δαίμονες ως λησταί απάνω μου, ζητούντες εις τα κατάστιχα αυτών να εύρουν κανένα πταίσιμον, αλλά χάριτι θείω δεν εύρον τίποτε, και καταντροπιασθέντες εφώναζαν ελησμονήσαμεν να τα γράψωμεν και άλλα τοιαύτα ψέματα, και ούτως ανεχωρήσαμεν από εκεί, χωρίς να πληρώσωμεν τίποτε.

Και επειδή είχα λάβει θάρρος, ηρώτησα τους Αγγέλους· που τα ηξεύρουν ετούτοι οι άδικοι τα πταίσματα του κάθε ανθρώπου; Και μου απεκρίθη ο ένας· δεν γνωρίζεις ότι μετά το Βάπτισμα κάθε Χριστιανός λαμβάνει ένα άγγελον μαζί του ως φύλακα, χωρίς να τον βλέπη, δια να τον οδηγή, εις το καλόν, να γράφη δε όλα τα καλά του έργα; Ωμοίως δε τον ακολουθεί και ένας διάβολος και γράφει τας κακάς του πράξεις. Άμα λοιπόν αμαρτήσει ο άνθρωπος, ευθύς μηνύει εις το τελώνιον οπού ανήκει η αμαρτία, λόγου χάριν όταν κλέψη, εις το τελώνιον της κλεψιάς, όταν βλασφημήση, εις το τελώνιον της βλασφημίας, όταν πορνεύση εις το τελώνιον της πορνείας. Και λοιπόν κάθε τελώνιον γράφει, και άμα θα περάση η ψυχή εκεϊ, εμποδίζεται από αυτό και ρίπτεται εις τον άδην και κατοικεί εκεί έως να έλθη η φοβερά ημέρα της Κρίσεως. Πλην εάν είναι περισσότερα τα καλά έργα της ψυχής, τα οποία θα παρουσιάση ο φύλακάς της άγγελος, περνά ελεύθερα, και πάλιν την συναντά άλλο τελώνιον.

Ταύτα δε πάντα γίνονται εις τους ορθοδόξους Χριστιανούς, των οποίων ο δρόμος των είναι εις τον Χριστόν, εις δε τους ασεβείς δεν βαστούν κατάστιχα, ούτε τους μέλλει, ούτε τους βιάζουν εις την αμαρτίαν.

· 14. Το τελώνιον της μαγείας και γοητείας

Αφήσαντες το τελώνιον της μνησικακίας εφθάσαμεν εις το τελώνιον της μαγείας και της γοητείας το οποίον εξετάζει τους μάγους και γόητας. Ετούτα δε τα δαιμόνια είχον μορφάς ωσάν θηρία, ωσάν φίδια, ωσάν σκύλοι και βόδια άγρια και άλλα ζώα με την πλέον άσχημην θεωρίαν. Αλλά χάριτι θεία μη έχοντα περί τούτων τίποτε να με εξετάσουν, ούτε καν λόγον να μας είπουν, ανεχωρήσαμεν. Και έτσι αναβαίνοντες πάλιν ηρώτησα τους Αγγέλους λέγουσα· με τι τρόπον δύνανται εν τω κοσμώ να συγχωρηθούν τα αμαρτήματα του ανθρώπου και να εξαλειφθούν από τας βίβλους των εναέριων δαιμονίων; Και μου απεκρίθησαν ταύτα πάντα δύνανται να εξαλειφθούν και να συγχωρηθούν, όταν ο άνθρωπος μετανοήσει και εξομολογηθή τας αμαρτίας του και πληρώση τον κανόνα του Πνευματικού του και λάβη την συγχώρησιν. Τότε παρ’ ευθύς και εκ των βίβλων των δαιμόνων εξαλείφονται. Εάν δε κάμη κανείς, καθώς εσύ έκαμες, και εντράπη να εξομολογηθή τας αμαρτίας του και νομίση ότι τον φθάνει μόνον η αποχή της αμαρτίας και η εξομολόγησις μόνον εις τον Θεόν, εάν λέγω έτσι κόμη, δεν συγχωρούνται αι αμαρτίαι του. Διότι ο Κύριος έδωσε την χάριν εις τους Αποστόλους να δένουν και να λύνουν επί της γης οι δε Απόστολοι έδωσαν την χάριν και την ιδίαν εξουσίαν εις τους Αρχιερείς και Πνευματικούς και θέλει ο Κύριος να φυλάγεται το Μυστήριον. Αυτός γαρ είπεν «όσα αν λύσητε επί της γης έσται λελυμένα».

Δια τούτο λοιπόν πρέπει να εξομολογηθή ο άνθρωπος εις Πνευματικόν και να πληρώση τον κανόνα και έτσι να εξαλειφθούν αι αμαρτίαι του από τας βίβλους των δαιμόνων. Και άμα ιδούν οι δαίμονες πως εξαλείφθησαν από τας βίβλους των αι αμαρτίαι των ανθρώπων, συγχύζονται και ταράσσονται και βάζουν τα δυνατά τους να τους ρίξουν εις άλλα μεγαλύτερα αμαρτήματα. Όθεν η εξομολόγησις και η μετάνοια είναι αιτίαι να νικήσουν οι άνθρωποι τα εναέρια τελώνια και να περάσουν ελευθέρως όλα τα ενάντια. 0ι πολλοί όμως φοβούνται τον βαρύν κανόνα των αυστηρών Πνευματικών και διαμοιράζουν τα αμαρτήματα των και εξομολογούνται ολίγα εις τον κάθε ένα Πνευματικόν, δια να αποφύγουν τον κανόνα. 0ι τοιούτοι είναι απατημένοι, διότι αύτη δεν είναι μετάνοια, αλλά πονηρία. 0ι άνθρωποι πρέπει να διαλέγουν τον καλόν Πνευματικόν και εις όλην τους την ζωήν να μη τον αλλάσσουν χωρίς ανάγκην. Αλλιώς δεν ημπορούν να φύγουν τα εναέρια ταύτα τελώνια.

· 15. Το τελώνιον της γαστριμαργίας και πολυφαγίας

Αναβαίνοντες δε και ομιλούντες ταύτα και άλλα όμοια εσυναντήσαμεν το τελώνιον της πολυφαγίας. Ούτοι οι δαίμονες ήσαν παχείς ωσάν τους χοίρους, άγριοι και δυνατοί περισσότερον από τους άλλους, και άμα με είδον έτρεχον καταπάνω μου γαυγίζοντες, σκληρίζοντες, και εφανέρωσαν τας κρυφοφαγίας και πολυφαγίας μου, τας οποίας από παιδικήν μου ηλικίαν έκαμα, τρώγοντας από την αυγήν έως το βράδυ χορταστικά, καθώς και εάν εις τας Αγίας Τεσσαρακοστάς έτρωγα από της πρώτης ώρας χωρίς προσευχήν. Ταύτα. και άλλα όμοια λέγοντες με εκατηγόρουν πως δεν έπραξα τας υποσχέσεις οπού έδωσα εις το άγιον Βάπτισμα· υπεσχέθην να τους αρνηθώ και τα έργα αυτών αλλά εγώ πάλιν τους έκαμνα τα θελήματά τους. Από το άλλο μέρος οι άγγελοι εμάχοντο και έφερναν προς βοήθειάν μου τα καλά έργα μου, και ούτως ανεχωρήσαμεν από αυτούς.

· 16. Το τελώνιον της ειδωλολατρίας

Και σύντομα εφθάσαμεν εις το τελώνιον της ειδωλολατρείας και των διαφόρων αιρέσεων. Αλλά ουδέ λέξιν μας είπαν, και ανεχωρήσαμεν ευθύς.

· 17. Το τελώνιον της αρσενοκοιτίας

Και αναβαίνοντες ολίγον απαντήσαμεν το τελώνιον της αρσενοκοιτίας, το οποίον εξετάζει τους αρσενοκοίτας. Ο πρώτος αυτών εκάθητο υψηλά ως φοβερός δράκων με άσχημον πρόσωπον, έχων υπό τας διαταγάς του χίλια δαιμόνια, άλλαξε δε χιλιάδας μορφάς, πότε μεν εφαίνετο ως δράκων, πότε δε ως ποντικός, και πότε ως αγριόχοιρος εξαγριωμένος, πότε ως θηριόψαρον της θαλάσσης. Τριγύρω δε αυτού ήσαν ακαθαρσίαι και βρώμα ανυπόφορος, και ως επί τραπέζης εκοίτετο και ανεπαύετο, οι δε υπηρέται αυτού, οι οποίοι εξήταζον τα αμαρτήματα, ήσαν ως αγάλματα και εξαγριωμένοι κατά πάνω μου. Αλλά βλέποντας ότι ήμουν γυναίκα, δεν είχον τίποτε να κατηγορήσουν, ούτε πως εκοιμήθην με άλλην γυναίκα και ημάρτησα. Και χάριτι Θεία ηλευθερώθημεν από την ακαθαρσίαν αυτών και επλησιάσαμεν εις την θύραν του ουρανού. Αναβαίνοντες δε μου έλεγον οι άγγελοι ότι πολλαί ψυχαί φθάνουν έως εκεί ανεμποδίστως εκ των άλλων τελωνίων, δια να προσκυνήσουν τον άγιον θρόνον του θεού, και αυτό το τελώνιον της αρσενοκοιτίας τους γκρεμίζει εις τον άχαριν άδην δια την αισχράν πράξιν της αρσενοκοιτίας, διότι ετούτη η κατηραμενη αρσενοκοιτία παροργίζει τον Θεόν περισσότερον από όλας τας άλλας αμαρτίας.

· 18. Το τελώνιον των χρωματοπροσώπων

Ομιλούντες δια ταύτα εφθάσαμεν εις το τελώνιον οπού εξετάζει τας γυναίκας και τους άνδρας οπού βάζουν φτιασίδια και στολίζουν τα πρόσωπα τους με διαφόρων χρωμάτων ευωδιάς, επειδή την μορφήν οπού τους έδωσεν ο Θεός δεν τους άρεσεν, αλλά την καταφρόνησαν και την απέβαλαν θεληματικώς και εδέχθησαν την εδικήν τους μορφήν Και ετούτη έλεγον το έκαμε δύο φοράς, δι’ αυτό είναι δίκαιον να την πάρωμεν ημείς. Οι δε άγγελοι έφερναν τας καλάς μου πράξεις εις το μέσον και με πολύν κόπον πληρώσαντες ικανά ανεχωρήσαμεν.

· 19. Το τελώνιον της μοιχείας

Και αναβαίνοντες εφθάσαμεν εις το τελώνιον της μοιχείας, το οποίον εξετάζει τους μοιχούς και τας μοιχαλίδας, εκείνους δηλαδή οπού, ενώ είναι υπανδρευμένοι, πηγαίνουν με ξένους συζύγους και μολύνουν το στεφάνι των. Και μαζί με τούτους εξετάζει και τους παρά φύσιν άμαρτάνοντας άνδρας εις τας γυναίκας των και όλους τους μιαρούς που μολύνουν τα στεφάνια των. Αλλά επειδή χάριτι θεία δεν είχον εις ταύτα να με κατηγορήσουν τα δαιμόνια, ανεχωρήσαμεν και εντεύθεν.

· 20. Το τελώνιον του φόνου

Και αναβαίνοντες ολίγον τι εφάνη το τελώνιον του φόνου, το οποίον εξετάζει τους φονείς και όσους από θυμόν εκτύπησαν κανένα, και εν συντόμω να είπη τις ζυγίζουν πάσαν αδικίαν. Όθεν εξωδεύσαμεν και εκεί ένα τι και ανεχωρήσαμεν.

· 21. Το τελώνιον της κλοπής

Αναβαίνοντες δε εσυναντήσαμεν το τελώνιον της κλοπής. Και εξήταζον εκείνοι οι τύραννοι όλας τας κακάς πράξεις της ζωής μου, επληρώσαμεν δε και εκεί μικρόν και ανεχωρήσαμεν.

· 22. Το τελώνιον της πορνείας

Καϊ αναβαίνοντες μακράν επάνω επλησιάσαμεν εις την θύραν του ουρανού και εφθάσαμεν εις το τελώνιον της πορνείας. Ο μεγάλος αυτών εφορούσε ένα φόρεμα ραντισμένον με αφρούς και αίματα και εχαίρετο ως να ήτο λαμπροστολισμένος με βασιλικόν φόρεμα. Μου είπαν δε οι άγγελοι ότι τούτο έγινεν από τας πολλάς ακαθαρσίας και πορνείας των ανθρώπων. Άμα δε μας είδαν, επήδησαν επάνω μας και εθαύμαζον πως ηδυνήθημεν και επεράσαμεν τόσα τελώνια και εφθάσαμεν προς αυτούς, και έτσι αρχίνησαν να εξετάζουν ένα καθένα. Και ουχί μόνον τα αληθή μου έργα έλεγον και με κατηγορούν, αλλά και πολλά ψέματα, φέροντες τα ονόματα των εραστών μου. Και ταύτα λέγοντες, εδοκίμαζαν να με αρπάσουν από τας χείρας των Αγγέλων και να με ρίψουν εις τον άχαριν άδην. Και οι άγγελοι έλεγαν ταύτα πάντα προ πολλού τα επαραίτησεν. Αλλά εκείνοι τους αντέλεγον λέγοντες· και ημείς γνωρίζομεν ότι τα είχε παραιτήσει, αλλά μας ηγάπα και δια τούτο ποτέ δεν μας απηρνείτο. αλλά τα είχεν εις την καρδίαν της κρυμμένα και δεν τα εξωμολογήθη ποτέ εις τον Πνευματικόν, ούτε ετράβηξε κανόνα, ούτε συγχώρησιν έλαβε από Πνευματικόν, και πόθεν αυτή έλαβε την τόσην πολλήν χάριν και λάμπει ωσάν τον ήλιον, Και απορούσαν και έζητούσαν να με κρατήσουν ή να ζυγίσουν τα καλά μου έργα με τα δικαιώματά των, δια να με εξαγοράσουν. Οι δε άγγελοι με υπερασπίζοντο και δίδοντας κατά το ζήτημα των και λαμβάνοντας με επορευόμεθα και έτριζαν τους οδόντας των εκείνοι οι ακάθαρτοι δαίμονες διότι ανελπίστως από αυτούς εγλύτωσα. Μου έλεγαν δε οι άγιοι άγγελοι· ήξευρε ότι από ετούτο το τελώνιον ολιγοστές ψυχές δύνανται να περάσουν χωρίς μεγάλην ζημίαν των. Διότι οι άνθρωποι του κόσμου από την πολυφαγίαν και από την κακήν επιθυμίαν της πορνείας και μάλιστα εκείνοι οπού δεν γνωρίζουν τας Γραφάς και το βάρος των αμαρτιών των και την κρίσιν και τιμωρίαν οπού κάμνει ο Θεός εις αυτούς, και οι περισσότεροι των ανθρώπων από ετούτο το τελώνιον πίπτουν εις τον σκοτεινόν και άχαριν άδην. Εσύ όμως με την βοήθειαν του Γέροντος σου εγλύτωσες από τας χείρας και τούτου του τελωνίου· και φόβον πλέον δεν έχεις από εδώ και επάνω, με την χάριν και ευσπλαγχνίαν του Θεού, διότι χάριν του δούλου Του Βασιλείου σε ηλέησεν.

· 23. Το τελώνιον της ασπλαγχνίας

Και λέγοντας μου ταύτα εσυναντήσαμεν το τελώνιον της ασπλαγχνίας και σκληροκαρδίας το οποίον εξετάζει μετά μεγάλης κακίας και ακριβείας τους ανελεήμονας κα! μισαδέλφους. Ο πρώτος αυτών εκάθητο με πολλήν αγριότητα και έκαμνεν όλα τα σχήματα εκείνα οπού κάμνουν εκείνοι οπού πάσχουν από πτωχείαν και ασθένειαν και κάθε ανάγκην, με τα οποία ζητούν ελεημοσύνην πότε δε πάλιν εξαγριώνονταν κατεπάνω μας με όλον του το τάγμα. Εξετάζοντες δε και μη ευρόντες με άσπλαγχνον, αλλά ελεήμονα, διότι έδιδα των πτωχών κατά την δύναμίν μου ελεημοσύνην, και καταντροπιασθέντες εσιώπων και έτσι ανεχωρήσαμεν απ’ αυτών. Και μου έλεγον οι άγγελοι οι περισσότεροι άνθρωποι εφύλαξαν τα προστάγματα του Θεού και δια να μη έχουν ευσπλαγχνίαν να ελεούν τους πτωχούς, επέρασαν όλα τα τελώνια και έφθασαν έως εδώ, και από ετούτο το τελώνιον εμποδισθέντες εκρημνίσθησαν εις τον άδην.

Η πύλη του ουρανού

Και αναβαίνοντες χαίροντες είδομεν την θύραν του ουρανού, η οποία ακτινοβολούσεν ως κρύσταλλον φωτεινόν. Και η κατασκευή της ήτο θαυμαστή και ουράνιος, φεγγοβολούσα από άστρα με χρώμα ως του καθαρού χρυσού, με υπερθαύμαστον και ουράνιον ωραιότητα, την οποίαν νους ανθρώπινος δεν δύναται να φαντασθή ούτε γλώσσα ανθρώπινος να διηγηθή διότι είναι πράγματα ουράνια και ανερμήνευτα.

Ο θυρωρός ήταν ένας νέος αοτραπόμορφος με ζώνην και μαλλιά χρυσά και μας εδέχθη μετά μεγάλης χαράς και εδόξαζε τον θεόν οπού επέρασεν η ψυχή μου ελευθέρως από τον κίνδυνον και τα σκοτεινά εναέρια δαιμόνια. Και εμβαίνοντες εις τον ουρανόν εσχίζετο και έφευγεν από έμπροσθεν μας το νερό οπού είναι επάνω από τον ουρανόν και άμα ηθέλαμεν περάσει εγύριζε πάλιν εις τον τόπον του το νερό.

Περάσαντες δε το ύδωρ τούτο, εφθάσαμεν εις ένα τρομερόν και ακατανόητον αέρα, επί του οποίου ήτο εξαπλωμένον ένα σκέπασμα χρυσούφαντον και εσκέπαζεν εκείνο το φοβερό πλάτος του αέρος. Κάτωθεν δε αυτού ήτον πλήθος αστραττομόρφων ωραιότατων νέων, οι οποίοι εφορούσαν στολήν πυρίνην και ακτινοβόλουν ως ο ήλιος, αι δε τρίχες των ήτο ως αστραπή και οι πόδες των άσπροι υπέρ το χιόνι, λάμπουσαι φως ουράνιον. Βλέποντές μας δε διέτρεχον όλοι και με συνέχαιρον και ευφραίνοντο δια την σωτηρίαν μου ψάλλοντες με φωνήν λυγηράν και χαρμόσυνον μελωδίαν την οποίαν ου δύναται γλώσσα διηγήσασθαι!

Εγώ λοιπόν ήμουν όλη χαρά και αγαλλίασιν και πορευόμεθα προς προσκύνησιν του αστραπομόρφου θρόνου του φοβερού Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, διαβαίνοντες δε είδομεν σύννεφα, όχι ως τα συνηθισμένα, οπού φαίνονται κάτωθεν του ουρανού, άλλα ως άνθος εκατονταπλασίως υπερβαίνον πάν άνθος εις την θεωρίαν και ευωδίαν, τα οποία σύννεφα διεχωρίσθησαν δια να περάσωμεν. Τότε πάλιν είδομεν έτερον εξηπλωμένον, λευκόν ως το φως και αυτό έκαμεν ως το πρώτον, μετά δε τούτο εφάνη ένα άλλο σύννεφον χρυσόμορφον, από το οποίον εξήρχοντο αστραπαΐ και πυρ, και τούτο έκαμεν ωσάν και τα άλλα. Και πηγαίνοντες ολίγον είδομεν αυλήν σκεπασμένην με χρυσούφαντα και άλλα είδη, τα οποία δεν δύναμαι να διηγούμαι, άνθη ευωδέστατα ουράνια και άλλα ανεκδιήγητα, εστέκετο δε εκεί και ένας άνθρωπος αστραπόμορφος, εξήρχετο δε τόση γλυκύτατη ευωδία από του Θεού οπού δεν δύναται γλώσσα να διηγηθή.

Μετά δε ταύτα επορεύθημεν ολίγον τι και είδομεν εις άμετρον ύψος τον θρόνον του Θεού μυριοβαφή, αστραποβολούντα και φωτίζοντα άπαντα. Εκεί είναι η χαρά των δικαίων και η ευφροσύνη και αγαλλίασις των αγαπησάντων Αυτόν γύρωθεν δε του Θρόνου του Θεού έστεκε πλήθος άπειρον ωραιότατων και αστραπομόρφων νέων, φορούντων πολύτιμα φορέματα και χρυσάς ζώνας.

Τα όσα είδα εκεί, τέκνον Γρηγόριε, δεν δύναμαι να σου τα διηγηθώ, αλλά ούτε ο ιδικός σου νους ημπορεί να τα κατανόηση. Εφθάσαμεν τέλος αντίκρυ του φοβερού .θρόνου του Θεού, ο οποίος ήτο στολισμένος με αλήθειαν, καλωσύνην και δικαιοσύνην, και είδαμεν θαυμαστήν και απερίγραπτον δόξαν. Τότε οι άγγελοι οπού με ωδηγούσαν έψαλαν τρις εις τον φοβερόν εκείνον θρόνον δοξάζοντες μετά φόβου τον αόρατον Θεόν, Όστις αναπαύεται επ’ αυτού, προσκυνήσαντες δε πάλιν τρις τον Πατέρα και τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα και έπειτα μαζί με ημάς όλον το πλήθος οπού εστέκετο γύρωθεν του θρόνου, και όλοι εδόξασαν Τον καθήμενον επί του θρόνου και εχαίροντο δια την σωτηρίαν μου. Τότε δε ηκούσαμεν φωνήν σιγανήν εξ εκείνου του ύψους, γεμάτην από γλυκύτητα και ευφροσύνην, λέγουσαν προς τους οδηγούντας με Αγγέλους· οδηγήσατέ την εις όλας τας κατοικίας και εις τον παράδεισον και εις τα καταχθόνια, καθώς κάμνετε εις όλας τας ψυχάς, και ακολούθως αναπαύσατέ την εις τον τόπον και την κατοικίαν του δούλου μου Βασιλείου, διότι εκεί με παρεκάλεσε να την αναπαύσω.

Αναχωρήσαντες δε από εκεί χαρούμενοι, επεσκέφθημεν τας κατοικίας των Αγίων, αι οποίαι ήσαν άμετροι και έλαμπαν ως αι ακτίνες του ηλίου και τα άλλα μυριόστομα και φωτεινά χρώματα, ήτον δε εκεί και ένας κάμπος αθεώρητος εις το μάκρος και φάρδος στολισμένος με διάφορα άνθη και ευωδίας. Από εκεί αναβρύει βρύσις της αθανάτου ζωής, εκεί είναι αι θεόκτιστοι ως πυραμίδες κατοικίαι των Αγίων; μέσα εις τας οποίας αναπαύονται, από εκεί δε εξέρχονται φοβεραί ακτίνες. Είναι αύται αι κατοικίαι ως τα βασιλικά παλάτια και ακόμη ασυγκρίτως ευμορφότεραι, με ανάγλυφα διάφορα εις θεωρίαν, δόξαν και λαμπρότητα στολισμένα. Εκάστου δε τάγματος αι κατοικίαι είναι χωριστοί και πλέον δοξασμένοι, καθώς των Αποστόλων, Προφητών, Μαρτύρων, Ιεραρχών, Ασκητών και Δικαίων, του καθ’ ενός η κατοικία έχει ωραιότητα θαυμαστήν κατά τα έργα του καθ’ ενός, όλοι δε έβγαιναν και μας προύπαντούσαν και με κατεφίλουν και ευφραίνοντο δια την σωτηρίαν μου.

Εισερχόμενοι δε εις τον κόλπον του Αβραάμ (δηλ. εις την κατοικίαν του) είδομεν αυτόν με δόξαν απερίγραπτον, γεμάτην από ευφροσύνην ουράνιον, άνθη πολυειδή, αέρος υγιέστερου και κάλλους αμίμητου, ώστε οπού ο άνθρωπος γίνεται εκστατικός. Εκεί είναι τα παλάτια του Ισαάκ και Ιακώβ ακτινοβολούντα και λάμποντα από την θείαν χάριν. Εκεί αναπαύονται τα τέκνα των Χριστιανών, όσα έζησαν εις τον κόσμον αναμάρτητα. Τριγύρω των είναι δόξα και χαρά ανερμήνευτος, δόξα αιώνιος. Εκεί ήσαν αναπαυόμενοι επί δώδεκα λαμπρών θρόνων με λάμψιν ως την ακτίνα αι δώδεκα φυλαί του Ισραήλ, ομοίως δε και οι δώδεκα Πατριάρχαι. Αι ψυχαί των Αγίων φαίνονται ως να ήσαν με σώματα, αλλά χέρι ανθρώπου να τας πιάση δεν είναι δυνατόν, καθώς και τας ακτίνας του ηλίου.

Ενώ λοιπόν επεσκέφθημεν όλα εκείνα τα άγια μέρη, εστράφημεν εις το μέρος της δύσεως, όπου είναι αι σκληραί κολάσεις, εις τας οποίας κατοικούν αι ψυχαί των αμαρτωλών. Μου έδειξαν δε οι οδηγούντες με άγγελοι τας κολάσεις, από τας οποίας εγλύτωσα χάριν του Πατρός μας Βασιλείου. Διότι είδον, τέκνον μου Γρηγόριε, τας σκοτεινάς φυλακάς εις τας οποίας είναι κλεισμένοι ως η άμμος της θαλάσσης των αμαρτωλών αι ψυχαί από καταβολής κόσμου, σκεπασμένοι με την μαύρην ομίχλην του θανάτου, και να ιδούν ποτέ το γλυκύτατον φως δεν είναι δυνατόν, αλλά γυμναί της χάριτος του Θεού κλαίουν και θρηνούν απαρηγόρητα. Δεν ακούεται, τέκνον μου Γρηγόριε, άλλο τι εκεί, παρά το ουαί και αλλοίμονον, τους κατατρώγει ο μολυσμός και η δυσωδία και θρηνούν ακαταπαύστως απαρηγόρητα.

Όταν δε εισήλθομεν εις τα σκοτεινότατα εκείνα μέρη, ευθύς εφωτίσθησαν από την λάμψιν των οδηγούντων με Αγγέλων και είδα εκείνα τα υπόγεια σπήλαια, όπου φόβος και τρόμος με περιεκύκλωσε. Μου είπεν δε ο ένας άγγελος· αυτάς τας φοβεράς κατοικίας τας έφυγες, διότι μετενόησες και έπαυσες την αμαρτίαν και δια τα ολίγα καλά έργα σου, ή να σου ειπώ καλύτερα, διά τας μεσιτείας του δούλου του Θεού Βασιλείου, του Γέροντός σου.

Αφού δε εγυρίσαμεν όλας τας κολάσεις ερώτησεν ο ένας άγγελος λέγων μοι· Θεοδώρα, άραγε ηξεύρεις ότι σήμερον κάμνει τα σαράντα σου ο καλός Πνευματικός σου Πατήρ Βασίλειος; Και ταύτα ειπών με άφησεν εις ταύτην την πανευφρόσυνον κατοικίαν και ανεχώρησαν.

Εκ τούτου λοιπόν εγνώρισα ότι μετά τας σαράντα ημέρας από του θανάτου μου έφθασα εις την κατοικίαν την οποίαν βλέπεις, ήτις δεν είναι δική μου, αλλά του Πνευματικού μας Πατρός Βασιλείου, του πιστού δούλου του Θεού. Διότι ευρισκόμενος εις τον κόσμον σώζει πολλάς ψύχος με τας συμβουλάς του και τας οδηγεί προς μετάνοιαν και εξομολόγησιν, αύται δε αι ψυχαί κατοικούν εις ταύτην την λαμπράν κατοικίαν μαζί μου. Ελθέ τώρα ίνα ίδης τας κατοικίας μας, τας οποίας προ ολίγου επεσκέφθη και ο Πατήρ μας.

Εγώ δε ηκολούθησα την κυρίαν Θεοδώραν και ούτως εισήλθομεν εις ένα μεγάλο προαύλιον το οποίον ήτο στρωμένον με ακτινοβόλους χρυσοκέντητους πλάκας, εν μέσω δε τούτων υπήρχαν διάφορα δένδρα, των οποίων η ωραιότης είναι ανερμήνευτος. Ήτον δε η Θεοδώρα ενδεδυμένη ένα φόρεμα μεταξωτόν κάτασπρον και εις την κεφαλήν της έφερε κόκκινο μανδήλιον, εθαύμασα δε να βλέπω να τρέχη από αυτήν ως ιδρώτας άγιον μύρον πολύτιμον με άρρητον ευωδίαν.

Βλέποντας δε ανατολικά είδον φοβερά και θαυμαστά παλάτια βασιλικά, εις τα οποία εισήλθομεν, πλησίον δε των σκαλών των βασιλικών παλατιών εκείνων ήτο μία θαυμαστή και από σμαράγδου και άλλων πολυτίμων λίθων τράπεζα, η οποία ακτινοβολούσεν υπέρ τον ήλιον ήτο δε γεμάτη από διάφορα ωραιότατα και ανερμήνευτα οπωρικά, ωσαύτως και μανδήλια μεταξωτά με ευωδέστατα άνθη. Εκεί, επί θαυμαστού και εξαισίου θρόνου, ήτο και ο Πατήρ μας Βασίλειος και ανεπαύετο ως κύριος αυτών όλων. Ο θρόνος ήτο πράσινος, αλλά θαυμαστός, και έλαμπεν υπέρ τον ήλιον, και όλοι εκεί έτρωγαν από εκείνα τα οπωρικά και ευφραίνοντο. Εκείνοι δε οπού έτρωγαν από εκείνην την τράπεζαν ήτον άνθρωποι τέλειοι. Όμως δεν είχαν σάρκας παχείας, αλλά ήτον ως αι ακτίνες του ηλίου, και τα πρόσωπά τους ευειδή και χαριέστατα. Επίσης οι άνδρες από τας γυναίκας δεν διεκρίνοντο, και έτρωγαν από εκείνην την θαυμαστήν και ουράνιον τράπεζαν. Και όσον έτρωγαν τόσον επλήθαιναν εκείνα τα ευωδέστατα και θαυμαστά οπωρικά, επειδή ήτον ουράνια και πνευματικά, παρά Θεού ητοιμασμένα, έτρωγαν δε και ηυφραίνοντο με απερίγραπτον χαράν, συνομιλούντες μετά γλυκείας φωνής και χαρμόσυνου χαμογελάσματος. Τους εκερνούσαν δε νέοι τινές με ροδοκόκκινον ποτόν, το οποίον υπερήστραπτε μέγα εις τα κρυσταλλένια ποτήρια, και οι πίνοντες εχόρταιναν της γλυκύτητας του Αγίου Πνεύματος. Και εμένα θαυμάζοντας επί τίνα ώραν, διότι έλαμπαν τα πρόσωπά των ως δροσερόν ρόδον. Οι δε νέοι οπού τους έκερνούσαν ήσαν ωραίοι και αστραπόμορφοι, με ζώνας χρυσάς, και εις τας κεφάλας είχαν θαυμαστούς στεφάνους στολισμένους μετά πολυτίμων λίθων και θαυμαστής τέχνης.

Ενώ δε, περιπατούσα έμπροσθεν μου η Θεοδώρα επλησίασε προς τον άγιον Γέροντα μας και του ωμίλησε δια εμένα, αυτός δε κοιτάζοντας με εχαμογέλασε και μου έγνευσε να τον πλησιάσω. Εγώ δε πλησιάζοντας έβαλα μετάνοιαν ενώπιον του και του εζήτησα την ευχήν του. και μου είπε χαμηλή τη φωνή· ο Θεός τέκνον, να σε ευσπλαγχνισθή και να σε ευλογήση και να σε καταξιώση της επουρανίου Αυτού βασιλείας. Και ενώ ευρισκόμουν εγώ γονατιστός έμπροσθεν του, επάνω εις τα χρυσούφαντα, με έπιασεν από το χέρι και με εσήκωσε και μου λέγει (δείχνοντας με το δάκτυλον την Θεοδώραν}· ίδε την Θεοδώραν, τέκνον Γρηγόριε, δια την οποίαν πολλάκις με παρεκάλεσας να μάθης τι έγινε και που εκατοικούσεν. Όθεν του λοιπού ησύχασε και μη με ενοχλής περί αυτής. Εκείνη δε η μακαρία και ευλογημένη παρά Θεού, θεωρούσα με ιλαρώς μου λέγει· ο Θεός, τέκνον Γρηγόριε, να σου πληρώση τον μισθόν δια την τόσην περί εμού φροντίδα σου, ο Οποίος σύμφωνα με την έπιθυμίαν σου δια των παρακλήσεων του Αγίου Πατρός μας σε ηξίωσε να με ιδής.

Όλοι δε οι καθήμενοι εις εκείνην την θαυμαστήν τράπεζαν εθεώρουν ημάς με μεγάλην σιωπήν και ηγάλλοντο. Ύστερον δε είπεν ο άγιος προς την Θεοδώραν· πήγαινε, τέκνον, δείξε του την ωραιότητα των εν τω περιβολίω μας δένδρων. Και οδηγούσά με προς τα δεξιά του περιβολιού είδον την θύραν του περιβολιού θαυμαστήν και ολόχρυσον και τα τείχη αυτού ολόχρυσα και υψηλά.

Ανοίξαντες δε εισήλθομεν και είδομεν το περιβόλι εστολισμένον με διάφορα μικρά πολύμορφα δένδρα και με πολυειδή άνθη και ρόδα, των οποίων η ωραιότης και ευωδία είναι απερίγραπτος.όσον δε εθεώρουν ταύτα τόσον εκστατικός έμενον από την ωραιότητα και ευωδίαν και το πλήθος των επί των δένδρων καρπών. Και τόσον πολύς ήτον ο καρπός, οπού έκλιναν εις την γήν. Όμως τα δέντρα δεν εβλάπτοντο, αλλά πάντοτε εις την αυτήν κατάστασιν ευρίσκοντο, καθότι είναι ουράνια και αθάνατα, εγώ δε έμεινα εκστατικός και έβλεπα. Τότε μου λέγει η Θεοδώρα· εάν, τέκνον μου, σε έκαμαν εκστατικόν και έκθαμβον τα τοιαύτα, τί ήθελες πάθει, εάν έβλεπες εκείνον τον Παράδεισον, οπού κατά ανατολάς εφύτευσεν ο Κύριος, τί ήθελες γένει; Επειδή ετούτος με εκείνον δεν έχουν καμμίαν σύγκρισιν. Διότι, όσον απέχει ο ουρανός από την γήν, τόσον διαφέρει και εκείνος από ετούτον.

Εγώ δε την παρεκάλουν να μου δείξη εκείνα τα πλέον θαυμαστά πράγματα. Και μου απεκρίθη· δεν είναι δυνατόν, τέκνον, να ίδης τοιαύτα πράγματα τα οποία είναι ακατανόητα, εφ’ όσον ευρίσκεσαι ακόμη εις τον προσωρινόν κόσμον, αυτά δε οπού είδες είναι οι κόποι και ο ιδρώς του Πατρός μας Βασιλείου, ο οποίος παιδιόθεν ηγωνίζετο με νηστείας αγρυπνίας και κακοπαθείας μέχρι γήρατος, δια τούτους δε τους κόπους του εχάρισεν ο Θεός ταύτα τα βασιλικά παλάτια με τα περιβόλια, να κατοική με τα πνευματικά του τέκνα, οπού μαζί του ηγωνίσθησαν και φυλάγουν τας εντολάς του Κυρίου. Φρόντισε λοιπόν και συ, τέκνον, έως ότου είσαι εις τον κόσμον να αγωνισθής δια να έλθης και εσύ εδώ να ευφραινώμεθα μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας, διότι μετά την ανάστασιν άλλα καλλιώτερα ασυγκρίτως έχει να μας χαρίση ο Κύριος καθώς λέγει και ο Απόστολος Παύλος «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, ά ήτοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν».

Εγώ δε έμεινα εκστατικός άμα άκουσα πως δεν ήμουν εκεί με το σώμα, αλλά νοητώς και με την ψυχήν. Δια τούτο επροσπάθουν να ψηλαφήσω τον εαυτόν μου, αν φορώ σάρκα, και κόκαλα, αλλά μου εφαίνετο ωσάν να έπιανα ακτίνα του ηλίου και την έσφιγγα χωρίς να βαστώ τίποτε.

Τοιουτοτρόπως κοιμώμενος είδον την μεγάλην θεωρίαν ταύτην, είχον δε τας φρένας μου σώας και εθαύμαζον, δια όσα έβλεπα. Έπειτα μου εφάνη πως ήλθομεν εις την αυλήν δια της θύρας δια της οποίας εισήλθομεν, εύρομεν δε την τράπεζαν άδειαν, και ούτε άνθρωπος ήτο εκεί. Τότε ήλθον εις τον εαυτόν μου, και έτσι ηλευθερώθην από εκείνα τα φοβερά και θαυμαστά πράγματα. Τότε ήρχισα να εξετάζω τον εαυτόν μου συλλογιζόμενος τι ήσαν εκείνα τα οποία είδον και εδιδάχθην, τα οποία καλώς ετυπώθησαν εις τον νουν μου.

Σηκωθείς λοιπόν πήγαινα προς τον άγιον Γέροντα μου και διαλογιζόμουν και έλεγα εις τον εαυτόν μου· άραγε από του Διαβόλου να είναι αυτά το θαυμαστά πράγματα οπού είδα ή εκ θεού; φθάσας δε προς τον Γέροντα έβαλον μετάνοιαν κατά την συνήθειαν, και λαβών την ευλογίαν του εκάθισα πλησίον του, και μου είπεν με ιλαρόν πρόσωπον· ηξεύρεις τέκνον Γρηγόριε, πως ταύτην την νύκτα είμεθα ομού εις τα αιώνια αγαθά; Εγώ δια να ιδώ τι έχει να μου ειπή επροσποιήθην πως δεν ήξερα τι μου έλεγε και είπα εγώ. Γέροντα μου, ήμουν εις το κελλίον μου και εκοιμώμην ταύτην την νύκτα. Και εκείνος μου απεκρίθη χαμηλή τη φωνή επειδή ήμεθα μόνοι εις το κελλίον του, λέγων ναι, τέκνον, το γνωρίζω και εγώ αληθώς ότι με το σώμα εκοιμάσο εις το κελλίον σου, αλλά με το πνεύμα και τον νουν σου επεριεπάτεις εις άλλα μέρη. Όσα λοιπόν σου έδειξα ταύτην την νύκτα μη τα νομίσης τέκνον, ονείρατα, αλλά θεωρίαν αληθινήν. Δεν επήγες ταύτην τη νύκτα εις την Θεοδώραν; δεν έφθασες εις την ουράνιόν μου κατοικίαν; δεν έτρεχες δια να με φθάσης και ευρέθης εις την μεγάλην θύραν, εξερχομένη δε η Θεοδώρα σε υπεδέχθη πασίχαρος; δεν σου εδιηγήθη το ψυχομαχητόν της και τον θάνατόν της; και ότι μετά μεγάλης βίας και τρόμου επέρασε τα άγρια και. σκοτεινά εναέρια τελώνια, επειδή την εβοήθησα εις πολλά μέρη και ηλευθερώθη τελείως; δεν εισήλθες εις την αυλήν με την Θεοδώραν κατά διαταγήν μου; δεν είδες την θαυμαστήν τράπεζαν, την κατάστασιν αυτής και τα εξαίσια πράγματα και ωραία οπωρικά και όποια ήσαν τα θαυμαστά και ευώδη άνθη και όποιοι οι υπηρετούντες αυτήν νέοι; δεν ίστασο και εθεώρεις την ωραιότητα, την οποίαν είχον εκείνα τα θαυμαστά και εξαίσια βασιλικά παλάτια; δεν επαρουσιάσθης ενώπιον μου και σου έδειξα την Θεοδώραν, δια την οποίαν πολλάκις με παρεκάλεσες όπως ίδης εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκεται; δεν σε ωδήγησεν εκείνη κατ’ εντολήν μου και εισήλθετε μαζί εις το θαυμαστόν περιβόλι; δεν εκράτεις εις τας χείρας σου εκείνα τα χρυσοβλάσταρα χόρτα και εξίστασο δια την ωραιότητα των καρπών των; όλα ταύτα δεν είδες την παρελθούσαν νύκτα; και πώς λέγεις λοιπόν ότι εις άλλο μέρος δεν ήσουν ούτε είδες κανένα πράγμα;

Ακούσας δε εγώ ταύτα, τα οποία ως φλόγα πυρός μου εφαίνετο ότι εξήρχετο εκ του στόματος του Αγίου, και συλλογιζόμενος την αλήθειαν των λεγομένων του ελιποθύμησα και έμεινα άφωνος. Ακολούθως δε ήρχισα να χύνω ποταμηδόν δάκρυα και εβρέχετο το πρόσωπόν μου, όσον συλλογιζόμουν το ύψος της αγιότητος και των θαυμάτων αυτού, ότι γήϊνος άγγελος ήτο, και όχι νοερώς ήτον εκεί, αλλά πράγματι ως να ευρίσκετο μετά του σώματος τα εγνώριζεν όλα. Ο δε άγιος μου είπεν εάν, τέκνον, διέλθης την ζωήν σου σύμφωνα με τας εντολάς του Χριστού, εάν απόφευγες δηλαδή την κακίαν και εργάζεσαι την αρετήν, θέλω να σε δεχθή εκεί μετά τον θάνατόν σου, εις τας αιωνίας κατοικίας τας οποίας μου εχάρισεν ο Κύριος δια την αγαθότητά του· διότι εγώ μέλλω να αναχωρήσω μετ’ ολίγον καιρόν από ετούτον τον μάταιον κόσμον, συ δε μετ’ ολίγον θέλεις με ακολουθήσει με ζωήν θεάρεστον και καλά έργα, καθώς ο Κύριος μου απεκάλυψεν. Πρόσεχε δε, τέκνον, όπως μη εξέλθουν εκ του στόματος σου τα όσα είδες και ήκουσες εν όσω εγώ ζω εις τούτον τον κόσμον, μέλλεις δε να γράψης τον ταπεινόν μου βίον και τα έργα μου να αφήσης εις τον κόσμον προς ωφέλειαν των αναγινωσκόντων, εγώ δε εις το εξής θέλω να βρεθώ εις όλα ταύτα κατά την θέλησιν του Θεού. Και λέγων μοι ταύτα ο αγιώτατός μου Γέροντας με διέταξε να υπάγω εις την κατοικίαν μου και να φροντίζω δια την σωτηρίαν της ψυχής μου.

Έως εδώ, αδελφοί και πατέρες μου τιμιώτατοι, είναι η διήγησις του θανάτου της Θεοδώρας την οποίαν είδε και έγραψεν ο σοφώτατος Γρηγόριος. Έχει δε γραμμένα και άλλα πολλά θαύματα και αποκαλύψεις του Αγίου, και πώς του έδειξεν ο Χριστός το φοβερόν Κριτήριον, τους χορούς των Αγγέλων και την πολυθαύμαστον τάξιν αυτών και μακαριότητα, είναι δε και άλλα πολλά γραμμένα εις το χειρόγραφον, τα όποϊα αφήσαμεν χάριν συντομίας περιελάβομεν δε μόνον τον θάνατον της Θεοδώρας ως ψυχοφελέστατον και δια τον σκοπόν τον οποίον εγράφησαν παρά Γρηγορίου σοφωτάτου μοναχού. Ίνα δηλαδή βλέποντες οι άνθρωποι και ενθυμούμενοι τον θάνατον και τον κίνδυνον οπού έχει η ψυχή έως να περάση τα εναέρια τελώνια διορθώνουν τας ψυχάς των με την Μετάνοιαν και Εξομολόγησιν.

Τω δε Θεώ δόξα, κράτος τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Επισκόπου Θεοφάνους Εγκλείστου προς τον αδελφό αποθνήσκουσας γυναίκας.

«Η αδελφή σου δεν θα πεθάνει. Το σώμα του ανθρώπου πεθαίνει αλλά η προσωπικότητά του συνεχίζει να ζει. Απλώς μεταφέρεται σε μία άλλη τάξη ζωής. Δεν είναι εκείνη που θα βάλουν στον τάφο. Εκείνη βρίσκετε σε ένα άλλο τόπο όπου θα είναι ακριβώς το ίδιο ζωντανή όσο και τώρα. Τις πρώτες ώρες και ημέρες θα βρίσκεται γύρω σου. Μόνο που δε θα λέει τίποτα και εσύ δεν θα μπορείς να την δεις. Θα είναι όμως ακριβώς εδώ. Να το έχεις αυτό στο νού σου. Εμείς που μένουμε πίσω θρηνούμε για τους κεκοιμημένους, όμως για εκείνους τα πράγματα είναι αμέσως πιο εύκολα. είναι πιο ευτυχισμένοι στη νέα κατάσταση. Όσοι έχουν πεθάνει και κατόπιν επαναφέρθηκαν στο σώμα διαπίστωσαν ότι το σώμα ήταν μια πολύ στενάχωρη κατοικία. Και η αδελφή σου θα αισθάνεται έτσι. Είναι πολύ καλύτερα εκεί. Και εμείς νιώθουμε οδύνη, σαν να της έχει συμβεί κάτι απίστευτα κακό!! Θα μας κοιτάζει και σίγουρα θα μένει κατάπληκτη με την αντίδρασή μας»[30].

Π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

· Αγίου Γρηγορίου του Μεγάλου, Διάλογοι, IV

· Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΝΗΠΙΩΝ 1992, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα

· Άγιος Νήφων Επίσκοπος Κωνσταντιανής 1995, Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ, εκδ. ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΗ Ι. ΜΟΝΗ ΑΓ. ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, ΚΑΛΑΜΟΣ

· Αρχ. Γεωργίου Ι. Δημόπουλου 1963, Ο ΝΙΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ, Αθήνα

· Αρχ. Μπρούσαλου Παγκρατίου 1992, ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΝΗΠΙΩΝ, Αθήνα

· «Απίστευτα και όμως Αληθινά»1985, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη

· Γρηγ. Φιλ. Κωσταρά 2005, ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, Αθήνα

· Γρηγορίου Θεολόγου, Έργα, ΕΠΕ, Τόμος 6

· Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Εις Καισάριον, Migne

· Γρηγορίου Νύσσης, Έργα, ΕΠΕ, Τόμος 1

· Ευεργετινός, Τόμος 1

· Ι.Ν Κούφου 1970, Τα Ελληνικά Δημοτικά τραγούδια, Αθήνα

· Ι. Δαμασκηνού, Έργα, ΕΠΕ, Τόμος 7

· ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΑΡΑΚΑΛΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, Η ΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ, εκδ. ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ, Θεσσαλονίκη

· Ιωάννου Χρυσοστόμου, Είς Ματθαίον, Ομιλία ΧΧΧΧΙ, Migne

· Ιωάννου του Χρυσοστόμου 1988, Εις τον πτωχόν Λάζαρον, Λόγος Β’, μτφρ., Βασιλείας Κυριακίδου, Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τόμ. 25, Θεσσαλονίκη

· Καζάβου Ν. Γεωργίου 1940, Νισύρου Λαογραφικά, D.C Divry Inc. Publishers N.Y.

· Μακαρίου του Αιγυπτίου, ομιλίαι πνευματικαί, εκδ. Σ. Σχοινά

· Μέγα Λ. Φαράντου, ΠΕΡΙ ΘΕΙΑΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΥ, 1966 ΑΘΗΝΑ

· Ο Μέγας Αντώνιος, εκδ. Β. Ρηγόπουλου

· π. Σεραφείμ Ρόουζ 1988, Η ΨΥΧΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ, εκδ. ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ,

· π. Φιλόθεου Φάρου 1988, Το πένθος, εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ

· Π. Τρεμπέλα, Δογματική, Τόμος 3

· Περάνθου Μιχαήλ 1954, Μεγάλη Ελληνική Ποιητική Ανθολογία, εκδ. Οίκος Πέτρου Δημητράκου

· Χριστοδούλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος 2002, ΕΚ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΖΩΗΝ, εκδ. Αποστολικής διακονίας, Αθήνα

· ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, η μετά θάνατον ζωή, εκδ. ΧΡΥΣΟΠΗΓΗ

· «ΨΥΧΩΦΕΛΕΙΣ ΟΠΤΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ», εκδ. Ορθόδοξος κυψέλη

· ΕΠΙΚΗΔΙΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΜΝΗΜΟΣΥΝΟΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΙ, εκδ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΛΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΣΤΟ ΔΙΑΔΥΚΤΙΟ

http://www.pigizois.gr/vivlia/vivlia.htm

http://www.pigizois.gr/vivlia/meta_thanato.htm



[1] Από την νεκρώσιμο ακολουθία της εκκλησίας, ιδιόμελο, ήχος πλ.α’

[2] ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, η μετά θάνατον ζωή, εκδ. ΧΡΥΣΟΠΗΓΗ,

σ.18

[3] Μιχαήλ Περάνθη, Μεγάλη Ελληνική Ποιητική Ανθολογία, εκδ. Οίκος Πέτρου Δημητράκου, 1954, τομ. Γ, σ. 733

[4] Ι.Ν Κούφου, Τα Ελληνικά Δημοτικά τραγούδια, Αθήνα 1970, σ. 249

[5] Γεωργίου Ν. Καζάβη, Νισύρου Λαογραφικά, D.C Divry Inc. Publishers N.Y., 1940, σ. 90

[6] Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Εις Καισάριον, § 17, Migne 35, 776

[7] Ιωάν. Χρυσοστόμου, Είς Ματθαίον, Ομιλία ΧΧΧΧΙ § 5, Migne 57, 375

[8] π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ΨΥΧΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ, εκδ. ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ, California 1988, σ. 212

[9] Γρηγ. Φιλ. Κωσταρά, ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, Αθήνα 2005, σ.σ 96-98

[10] ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, η μετά θάνατον ζωή, εκδ. ΧΡΥΣΟΠΗΓΗ,

Αττική, σ.40

[11] Χριστοδούλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ΕΚ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΖΩΗΝ,

εκδ. Αποστολικής διακονίας, σ .σ 20-22

[12] Π. Τρεμπέλα, Δογματική, Τόμος 3, σ. 369

[13] κατά Ιωαν. κ΄ στιχ. 17

[14] Α΄ Θεσ. δ΄ 17

[15] Αγίου Γρηγορίου του Μεγάλου, Διάλογοι, IV, 36, σ. 346

[16] π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ΨΥΧΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ, εκδ. ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ, California 1988, σ. 27

[17]. Στο ίδιο, σ σ. 30-31

[18] «Απίστευτα και όμως Αληθινά», εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1985, σ σ. 34-43

[19] «ΨΥΧΩΦΕΛΕΙΣ ΟΠΤΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ», εκδ. Ορθόδοξος κυψέλη

[20] Προς Εβραίους 9, 27

[21] Ευεργετινός, Τόμος 1, σ. 138

[22] Μακαρίου του Αιγυπτίου, ομιλίαι πνευματικαί, εκδ. Σ. Σχοινά, Ομιλία 22, σ. 105

[23] Ο Μέγας Αντώνιος, εκδ. Β. Ρηγόπουλου, σ. 121

[24] Ι. Δαμασκηνού, Έργα, ΕΠΕ, Τόμος 7, σ. 535

[25] Γρηγορίου Θεολόγου, Έργα, ΕΠΕ, Τόμος 6, σ. 419

[26] Γρηγορίου Νύσσης, Έργα, ΕΠΕ, Τόμος 1, σ. 299

[27] Αρχ. Παγκρατίου Μπρούσαλη, ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΝΗΠΙΩΝ, Αθήνα 1992, σ. 77

[28] Άγιος Νήφων Επίσκοπος Κωνσταντιανής, Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ, εκδ. ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΗ Ι. ΜΟΝΗ ΑΓ. ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, ΚΑΛΑΜΟΣ 1995, σ σ. 119-120

[29] Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις τον πτωχόν Λάζαρον, Λόγος Β’, μτφρ., Βασιλείας Κυριακίδου, Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τόμ. 25, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 453

[30] Ρωσικό περιοδικό ΨΥΧΩΦΕΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗ, Αύγουστος 1894

Δεν υπάρχουν σχόλια: